Πώς αφομοιώνεις τα θεωρητικά παραδείγματα που μιλούν για τις κοινωνίες του ύστερου καπιταλισμού όταν πας να συναντήσεις μια συγκεκριμένη πόλη, έναν χώρο με βαριά ιστορία και σύνθετο παρόν;

Αυτό το δρόμο εξερευνά ο Γιώργος Μπιθυμήτρης στο βιβλίο του Λαύριο Αναλυόμενο (υπότιτλος: αλλοιώσεις και αναιρέσεις σε μια νεωτερική πόλη, με επίμετρο της Τζένης Λιαλούτη, εκδόσεις Τόπος). Είναι κείμενο όπου ο λόγος των ίδιων των βιογραφούμενων –πενήντα ανθρώπων της πόλης- ενορχηστρώνεται με σπαράγματα από στοχαστές όπως ο Χάρτμουτ Ρόζα, ο Ντέιβιντ Χάρβευ, ο Αντρέας Ρέκβιτς αλλά και συγγραφείς όπως ο Καουτέρ Αντιμί, ο Φάμπιο Στάσι και πολλοί-ες άλλοι-ες. Δεν έχουμε όμως εδώ ένα βιβλίο από κείνα που επιδεικνύουν την πραμάτεια τους σε αναφορές και ονόματα αλλά κάτι που καταλαβαίνεις πως ξεκινά από προσωπική αγωνία, γνωστικής και ηθικής τάξεως μαζί, επιστημονική και πολιτική. Ο Μπιθυμήτρης έχει εντρυφήσει στο υλικό των τεκμηρίων για την ιστορία και τους μετασχηματισμούς του ‘βιομηχανικού Λαυρίου’. Πήγε σε συλλόγους, ερευνητές, τοπικούς γνώστες. Αυτό όμως που εξερευνά είναι ένα πλέγμα σχέσεων όπου οι σημαντικές έννοιες (λόγου χάρη αυτή η, ταλαιπωρημένη στην κριτική κοινωνική φιλοσοφία, αλλοτρίωση) ανιχνεύονται μέσα στους τρόπους με τους οποίους κάποιοι άνθρωποι βιώνουν – και τελικά κατασκευάζουν, αρθρώνοντάς το- το δικό τους Λαύριο. Έτσι, έχουμε μια κοινωνική σκέψη που παίρνει στα σοβαρά τα υποκείμενα δίχως καθόλου να παραμελεί ή να παραγνωρίζει τις αφανείς και φανερές εξαρτήσεις των αποκρίσεων που δίνουν αυτά τα άτομα από παράγοντες που τα υπερβαίνουν.

Ο Μπιθυμήτρης είναι ένας από τους νεότερους κοινωνικούς επιστήμονες που «παραβιάζουν» τα τείχη των διαφορετικών γνωστικών περιοχών. Πιστεύω ότι πολύ καλά κάνουν, αν και το κριτήριο πάντα είναι το πως χειρίζεσαι τον εικονοκλαστισμό (για να μην σε οδηγεί σε απλές γλωσσικές καινοτομίες που δεν προσθέτουν κάτι στη σωρευμένη γνώση). Ψυχανάλυση, ποιοτική έρευνα, λογοτεχνικές πηγές, κοινωνική θεωρία – παλαιότερη και σύγχρονη- ανασύρονται για να πλαισιώσουν – όχι να καταπνίξουν- τα λόγια των ‘απλών ανθρώπων’ που, όπως ξέρουμε πολύ καλά, δεν υπήρξαν ποτέ ‘απλοί’. Να αντλείς λεξιλόγια και χάρτες νοήματος από σημαίνοντες θεωρητικούς και ωστόσο να μην σπεύδεις να επιβάλλεις το ένα ή άλλο πλαίσιο σε αυτά που σου αφηγείται ο Τάκης, η Μαρία, ο Σταύρος (οι όποιοι συνομιλητές σου). Να ανανεώνεις «πληροφορητές» και αναφορές κι ωστόσο να μην αγνοείς την κληρονομημένη γνώση για το αντικείμενό σου (το Λαύριο, ως γνωστόν, έχει αποτελέσει εργαστήριο πολλών ερευνών, ταινιών, ιστορικών επισκοπήσεων κλπ.).

Γράφει κάπου προς το τέλος ο Μπιθυμήτρης:

«Σκοπός μου, εξάλλου, δεν ήταν να καταγράψω τις μοναδικές και ανεπανάληπτες ιδιότητες ενός Λαυρίου που παραμένει αναλλοίωτο και άχρονο, αλλά τους τρόπους με τους οποίους βιώνεται, δοκιμάζεται, ενοικείται συγχρονικά, εντός του εύρους ιστορικών δυνατοτήτων που ορίζει η υστερονεωτερική συνθήκη».

Το Λαύριο μετατρέπεται λοιπόν σε «προνομιακό σημείο παρατήρησης των μεγάλων αντιφάσεων και εντάσεων της ίδιας της νεωτερικότητας που το συγκρότησε εξαρχής».

Στο Λαύριο αναλυόμενο ένας νέος επιστήμονας δεν γράφει μόνο μια μελέτη αλλά πλησιάζει με αγάπη ένα πεδίο όπου οι άνθρωποι, οι σχέσεις τους, ο χώρος και οι ορίζοντές του διασταυρώνονται φανερώνοντας καινούρια ερωτήματα. Και αν πάμε πέρα από το συγκεκριμένο παράδειγμα (το Λαύριο), κάπως έτσι μπορούμε να ασκήσουμε τη φαντασία μας για να καταλάβουμε τη χώρα όπως είναι, σαν μια ιστορία πολλαπλών μεταμορφώσεων, καταστροφών και αναδημιουργημένων μορφών ζωής.