Το 65ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, είχε αφιέρωμα στην ιδέα του τέρατος εξετάζοντας το στη λογοτεχνία, στο σινεμά και γενικά στον πολιτισμό ως σύμβολο του ανοίκειου. Ο τίτλος ήταν «Εμείς, το τέρας / We, the Monster». Το αφιέρωμα επιμελήθηκε ως guest curator o Κάρλο Σατριάν, πρώην Καλλιτεχνικός Διευθυντής των Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Βερολίνου και του Λοκάρνο, κριτικός κινηματογράφου, συγγραφέας και προγραμματιστής. Στον τόμο που βγήκε έχω το παρακάνω κείμενο.  

«Τέρας γίνεται εκείνο που αποστρέφεται το πέρας, την περατότητα του κόσμου μας. Γι αυτό και μπορούμε να εντοπίσουμε μια σχέση συνενοχής ανάμεσα στον πολλαπλασιασμό των τεράτων και στην άρνηση των περάτων»

 Πριν από μια δεκαετία πήγε να γίνει σχεδόν της μόδας η φράση του Αντόνιο Γκράμσι για την εποχή των τεράτων: ‘ο παλαιός κόσμος πεθαίνει, ο νέος κόσμος παλεύει να γεννηθεί, τώρα ζούμε στην εποχή των τεράτων’. Ο Ιταλός μαρξιστής έζησε, ως γνωστόν, κατάσαρκα τη βία του φασισμού, φυλακισμένος από το καθεστώς του Μπενίτο Μουσολίνι. Θα μπορούσε λοιπόν κανείς να σκεφτεί, πιάνοντας το νήμα, ότι, τηρώντας τις αναλογίες, και οι δικοί μας καιροί έχουν τα τέρατά τους: δυνάμεις που αναπαράγουν την ακραία ανισότητα, κράτη που καταφεύγουν στην τρομοκρατία, συμφέροντα που περιφρονούν κάθε νόμο και τους στοιχειώδους όρους δικαιοσύνης. Η κριτική συζήτηση περιγράφει πολλαπλές τερατογενέσεις ακριβώς στο σταυροδρόμι μεταξύ τεχνοεπιστήμης, χρηματιστικής παγκοσμιοποίησης και παραδοσιακών ή καινοφανών μορφών δεσποτισμού[1].

Στη δυτική νεωτερικότητα, ωστόσο, το ‘τέρας’ δεν συνιστά μόνο μία δύναμη του κακού. Φέρει εξαρχής διττή σημασία, το ρίγος του διφορούμενου. Πρόκειται για θαυματουργό σημείο, για ασυνήθιστη και ενίοτε αξιοθαύμαστη ύπαρξη. Η γνωστή μας έκφραση ‘σημεία και τέρατα’ μαρτυρεί το πέρασμα από την ελληνική στη λατινική εμπειρία του τέρατος όπου φυσικά κατοικοεδρεύει το Monster, αυτό δηλαδή που δεικνύεται (Μonstrum) και μας προειδοποιεί[2]. Με έναν τρόπο, αντιμετωπίζουμε τη διπλή ζωή των τεράτων. Από τη μία πρόκληση τρόμου και αποστροφής κι από την άλλη αφύπνιση της φαντασίας ωθώντας την ανθρώπινη δημιουργικότητα σε ανεξερεύνητες τροχιές.

Φυσικά, η κλασική φαντασία του αστού λάτρεψε το τέρας ως ‘ανωμαλία’ της φύσης. Υπάρχουν πολλές ιστορίες για την υποδοχή των τεράτων στη λογοτεχνική και επιστημονική γραμματεία, με αιχμή κυρίως τον δέκατο ένατο αιώνα. Βιολογικές και λογοτεχνικές εποποιίες για τα τέρατα. Αν υποθέσουμε, όπως θα το σκεφτεί ο Ντεριντά και άλλοι της αποδομητικής σχολής, ότι σύμπασα η δυτική σκέψη είναι ένας στοχασμός του Ιδίου, μια μεταφυσική απορροφημένη από την επιθυμία της ταυτότητας ως ομοιότητας, το ‘τέρας’ βάζει μέσα στο παιχνίδι τη διαφορά. Όχι όμως μια αφομοιώσιμη διαφορά αλλά μια αξερίζωτη και αδιαπραγμάτευτη διαφορά: μια ετερότητα η οποία προκαλεί πάνω τον συνηθισμένο τρόπο να βλέπουμε, να αξιολογούμε και να αισθανόμαστε τον κόσμο.  Το πέρασμα στη βιομηχανική κοινωνία θα γεννήσει μια μηχανική τερατολογία η οποία θα προστεθεί στις δαιμονικές και θρησκευτικές τερατολογίες των παλαιότερων εποχών[3].

Από την άποψη της πολιτισμικής ιστορίας, όμως, το καθοριστικό γεγονός ήταν ο Ρομαντισμός. Ο Ρομαντισμός ως πολύμορφο αισθητικό ρεύμα όχι με τη στενή του σημασία στην ιστορία της λογοτεχνίας και της τέχνης. Κατά μία έννοια, όλες σχεδόν οι εκδοχές τεράτων που θα απασχολήσουν τη δημιουργική φαντασία των συγχρόνων είναι μετα-ρομαντικές παραλλαγές[4]. Από τη Mary Shelley ως τους εφιάλτες του Barrows και της σύγχρονης sci fi – περνώντας από τον Κάφκα και τους υπερρεαλιστές- το τερατώδες της μυθοπλασίας ξεκλειδώνει περιοχές της ανθρώπινης αγωνίας για ελευθερία και δημιουργία. Ο εφιάλτης συνόδευε μεταμορφωτική και αναπλαστική εμπειρία κατά την είσοδο της ανθρωπότητας στην εποχή της Τεχνολογίας. Η ουσία της Τεχνολογίας δεν είναι τίποτα το τεχνολογικό, έλεγε ο Μάρτιν Χάιντεγκερ και, αυτό πια μπορούμε να το καταλάβουμε πληρέστερα και σε βάθος σήμερα, στο επιταχυνόμενα αναπτυσσόμενο πεδίο της Τεχνητής Νοημοσύνης και της επικυριαρχίας των αλγορίθμων.

                     Η αιώρηση της αμφισημίας

Η δίπτυχη ή αμφίσημη όψη του τέρατος, η αιώρηση μεταξύ φρικίασης και θαυμασμού, μεταξύ απέχθειας και σαγήνης υπήρξε λοιπόν πανίσχυρο καλλιτεχνικό μοτίβο. Μπορούμε να το δούμε ως μια από τις πηγές της σύγχρονης καλλιτεχνικής και κινηματογραφικής δημιουργίας. Όπως έχει υποστηρίξει – και νομίζω πειστικά- ο/η Jack Halberstam μελετώντας τον γκόθικ τρόμο και την παρουσία του στη λαϊκή κουλτούρα, το τέρας, ήδη από τον 19ο αιώνα, σχηματίζει την ετερότητα σαν ένα αμάλγαμα φυλής, τάξης, φύλου και σεξουαλικότητας και επομένως συνδέεται με σημαντικές αλλαγές στην ‘αναπαράσταση του σώματος’[5]. Παρά το ότι όμως η έμφαση στο τέρας παραπέμπει σε μια ποιητική φαντασία ανοιχτή στο άλλο και το απρόβλεπτο, αναγνωρίζει κανείς μια ιστορία τυποποίησης και κατοπινής ‘ταρίχευσης’ του τερατώδους. Αν σταθούμε μόνο σε μια ολόκληρη σειρά από βίντεο του TikTok και του Instagram θα διαπιστώσουμε την εκτεταμένη παρουσίαση άγριων ζώων και ‘επικίνδυνων θηρίων’ ως pets. Ένα μέρος αυτού που έχει ονομαστεί συναισθηματικός καπιταλισμός συντηρείται από μορφές εκγύμνασης, ανθρωπομορφικής μεταμφίεσης και επιμελημένης εξημέρωσης διαφόρων ‘τεράτων’. Αν ζούσε σήμερα ο Νίτσε θα μιλούσε για την εκτεταμένη χρήση και την υπερ-επεξεργασία μορφών που μοιάζουν με εφιαλτικά σχήματα.

Σε μια άλλη γνωστή εκδοχή, ο θαυμασμός για τους μεγάλους εγκληματίες και τα ‘τέρατα’ θα γεννήσει ένα νόμιμο και σχεδόν στερεότυπο πολιτισμικό ύφος μέσα στην ποπ κουλτούρα. Ο αρχετυπικός σατανικός Τσαρλς Μανσον, serial Killers τύπου Ζοdiac και άλλοι κατά καιρούς εκφραστές ενός εξτρεμιστικού κακού, βρήκαν τα κοινά τους, έχτισαν μια οικουμενική fun base. Μια ποικιλία τερατολογικού καταναλωτισμού εποίκησε τα βιντεοπαιχνίδια και τις εφαρμογές της virtual reality. Μπορούμε να πούμε ότι τα τέρατα είναι οι καλτ πρωταγωνιστές μιας παράλληλης μυθολογίας. Το φαινόμενο έχει προφανώς σύνθετες ψυχαναλυτικές και κοινωνιολογικές εξηγήσεις που δεν χωρούν εδώ. Στον εικοστό αιώνα, εποχή των μεγάλων μηχανισμών ισχύος με την ύπαρξη των ολοκληρωτικών συστημάτων, τα ‘τέρατα΄  φάνηκαν να στερούνται μια πλευρά τους, αυτή συγκεκριμένα που τα εξανθρώπιζε κάπως στην παλιά ρομαντική γκόθικ φαντασία. Στην τεχνολογική εποχή της μαζικής κινητοποίησης το κακό έγινε πιο απάνθρωπο αποβάλλοντας τη διαλεκτική του ένταση, τη σχέση του με μια σκέψη για τα όρια της ανθρώπινης ισχύος. Τα σύγχρονα τέρατα, οι κακοποιητικοί γκουρού στις σέχτες, οι αυταρχικοί πολιτικοί εγκληματίες και 0ι ψυχροί μαζικοί δολοφόνοι εκπροσωπούν μια αδιάβροχη από ηθικά διλήμματα, βούληση για ισχύ. Φαίνεται δηλαδή να έχουν απαλλαγεί από τον βραχνά και τη λογοκρισία μιας ηθικής συνείδησης και έτσι παρουσιάζονται ως όντα που απολαμβάνουν μια ‘αξιοζήλευτη’ ελευθερία.

Η πραγματική τερατωδία γεννιέται πια εκεί που δεν αποδέχεται κανείς όρια σε μια λογική κυριάρχησης και καθυπόταξης του άλλου. Τέρας γίνεται εκείνο που αποστρέφεται το πέρας, την περατότητα του κόσμου μας. Γι αυτό και μπορούμε να εντοπίσουμε μια σχέση συνενοχής ανάμεσα στον πολλαπλασιασμό των τεράτων και στην άρνηση των περάτων. Τερατώδης στον κόσμο μας είναι η απόρριψη της ανάγκης για αυτοπεριορισμό και έλεγχο των άγριων δυναμικών των αγορών, είτε μιλάμε για αγορές υλικών αντικειμένων είτε για αγορές επιθυμιών και φαντασιώσεων.

   ερωτήματα του καιρού

Αν στον προηγούμενο αιώνα το μείζον ερώτημα ήταν η σχέση μεταξύ τεράτων και ‘κανονικότητας’, η σχέση δηλαδή μεταξύ της οικείας ταυτότητας με το ανοίκειο και το αλλότριο, τώρα έχει προστεθεί ένα επιπλέον ερώτημα: δυσκολευόμαστε να φανταστούμε πραγματικά διαφορετικές μορφές ζωής και πολιτισμικής δημιουργίας που να μην αποτελούν παραλλαγές του Ιδίου. Φαινομενικά, αυτό το ερώτημα δεν έχει σχέση με τις πινακοθήκες τεράτων που συναντούμε στα έργα τέχνης, στη λογοτεχνική, θεατρική και κινηματογραφική δημιουργία. Ξεκινούμε άλλωστε από μια άλλη αφετηρία, από έναν πολιτισμό κορεσμού και υπερπλήρωσης. Αντιμετωπίζουμε μια παγκοσμιοποιημένη συνθήκη όπου το weird έχει γίνει συμβατική και σχεδόν προβλέψιμη στάση. Η κουλτούρα, λόγια ή μαζική, άντλησε σε μεγάλο βαθμό από το παράξενο και το τερατώδες. Μια πολύ ευρεία γκάμα ανατρεπτικού λόγου και εικόνας πλαισιώνει παιδικές ζωές και ενήλικους βίους.

Πώς σχετίζεται αυτό με τη δημοκρατία και τις δυνατότητές της;

Ξέρουμε ότι για κάποιες παραδόσεις του πολιτικού στοχασμού και επίσης ότι η δημοκρατία δεν μπορεί να νοηθεί μόνο ούτε κυρίως ως μια πολιτική μορφή/πολίτευμα. Η δημοκρατία βασίζεται σε συλλογικές υποκειμενικότητες, σε εμπεδωμένες πρακτικές και δημόσια συναισθήματα[6]. Προφανώς, σε συνθήκες ακραίου πολιτισμικού κατακερματισμού, αυτό που λέμε ‘συλλογικό ήθος’ δεν μπορεί (ούτε πρέπει) να είναι κάτι ενικό ή ενοποιημένο. Στη νεωτερική συνθήκη, το συλλογικό ήθος συνιστά πεδίο ανάπτυξης διαφορετικών –και ανταγωνιστικών- σχεδίων και επιθυμιών.

Παρά την πληθυντική της έκφραση και τις ‘αποκεντρωμένες’ της υποκειμενικότητες, η δημοκρατία χρειάζεται μια κουλτούρα αφοσίωσης και συλλογικής προσπάθειας με στόχο ένα αίσθημα του ανήκειν, μια ιδέα νοητής κοινότητας. Η δημοκρατική ζωή  δεν μπορεί να διατηρηθεί επί μακρόν ούτε με τεμαχισμένους και αποξενωμένους μικρόκοσμους ούτε με συγκεντρωτικές και αφηρημένες συλλογικότητες.

Αν λοιπόν μεταφέρουμε το ‘τέρας’ από την αισθητική στην πολιτική μας φαντασία, μπορούμε να σκεφτούμε  τη διαφορά ανάμεσα σε μια αρνητική και μια θετική τερατολογία.

Η αρνητική τερατολογία επενδύεται σε μια εχθρική αποξένωση ανάμεσα σε ένα ‘εμείς’ και ένα ‘αυτοί’. Κατασκευάζει έτσι τον άλλο και τον διαφορετικό ως οντότητες απειλητικές και κατεξοχήν ύποπτες. Εδώ συναντούμε ποικίλες φυλετικές, έμφυλες και ταξικές τερατολογίες που ‘μολύνουν’ τη σύγχρονη ζωή. Το τέρας εισάγει μια ανησυχαστική αλλοίωση και έναν οντολογικό κίνδυνο για την δική μας ασφάλεια και ευτυχία.

Για καλή μας τύχη όμως δεν διαθέτουμε μόνο την παραπάνω εκδοχή, όσο ισχυρή και συχνά ασφυκτική και αν είναι.  Θετική τερατολογία είναι το να μπορούμε να σκεφτούμε το ασυνήθιστο, το ουτοπικό ή το ‘εκτός κανόνων’ ως δημιουργικές προκλήσεις για την πολιτική μας φαντασία και την καλλιτεχνική πράξη. Σε αυτή την περίπτωση παρεμβάλλεται ακόμα ο θαυμασμός ως απορία για το Είναι και μαζί μια ηθική όπου το τέρας ξαναγίνεται αξιοθαύμαστο και μεγαλειώδες. Πώς; Ως αιφνίδια εισβολή της καλοσύνης, του πνεύματος της φιλοξενίας και της αλληλεγγύης. Σε έναν κόσμο όπου έχουν πολύ μεγάλη ισχύ οι δυνάμεις της ανταγωνιστικής επιθετικότητας – ψυχροί και θερμοί πόλεμοι- το αληθινό θαύμα είναι η ανάδυση της καλοσύνης στις διαπροσωπικές σχέσεις και της δικαιοσύνης στις κοινωνικές σχέσεις.

Η παράδοση μιας τερατολογικής απειλής βρίσκει σήμερα νέα πεδία εφαρμογής: τεχνητή νοημοσύνη, βιοτεχνολογικοί πειραματισμοί, κλιματική απορρύθμιση απολύτως αισθητή και αδιάψευστη. Η καλλιτεχνική μετουσίωση και παράλληλα η στοχαστική κατανόηση αυτών που συντελούνται γίνονται πιο δύσκολες και απαιτητικές. Παρά την αυταπάτη μιας ‘εύκολα’ δημιουργημένης τέχνης –παράλληλη με τη ψευδαίσθηση του fast thinking όπως καλλιεργείται στον κήπο των social media-, πρέπει να επιμείνουμε στη διπλή διαλεκτική της εποχής των τεράτων: τίποτα δεν είναι προδιαγεγραμμένο και μοιραίο. Η πρακτική ελευθερία – η πολιτική και η καλλιτεχνική μας υπόσταση- προσφέρει ακόμα ευκαιρίες για να θέτουμε τα σωστά ερωτήματα, έστω κι αν οι απαντήσεις μας βασανίζουν απειρως περισσότερο.


[1] John Keane, The new despotism, Harvard University Press, 2020, Adrienne LaFrance, the rise of techno-authoritarianism, The Atlantic, ‘Τhe despots of Silicon Valley’, Μάρτιος 2024.

[2] Jeffrey Jerome Cohen. “Monster Culture (Seven Theses).” Monster Theory: Reading Culture, επιμέλεια από τον J. J. Cohen, Regents of the University of Minnesota, 1996, σ. 3-25.

[3] Αndrew Mangham, We are all Monsters. How deviant organisms came to define us, Mit press, 2023.

[4]  Yanna Kor, Didier Plassard και Corrine Sadidanayar-Perrin (επιμέλεια), Littérature-Monstre. Une tératologie de l’art et du social, Liège, Presses Universitaires de Liège, 2020.

[5] Jack, Halberstam. Skin Shows: Gothic Horror and the Technology of Monsters. 1 ed., Durham: Duke University Press, 1995.

[6] Martha Nussbaum, Political emotions. Why love matters for justice, Harvard University Press, 2015. Nikolas Demertzis (επιμ), Emotions in politics, the affect dimension in political tension, Palgrave-Macmillan, 2013.