[ Πριν από κάποιο καιρό, σε επιμέλεια των Βασίλη Παναγιωτόπουλου, Γιάννη Βούλγαρη και Σωτήρη Ριζά, βγήκε ένας τόμος με τον τίτλο Η δημοκρατία σε κρίση. Το τέλος της Δύσης όπως τη γνωρίζουμε, έκδοση του ΒΗΜΑΤΟΣ της Κυριακής. Αυτό εδώ είναι το αρχικό draft του κειμένου που έδωσα στον τόμο. Έχουν αφαιρεθεί υποσημειώσεις και βιβλιογραφικά].
Είναι ο πλέον πολυακουσμένος λόγος των τελευταίων χρόνων, ο λόγος γύρω από την κρίση και τις απειλές που αντιμετωπίζει η φιλελεύθερη δημοκρατία. Θα μπορούσε εξάλλου να ισχυριστεί κανείς ότι το συγκεκριμένο λάιτ μοτίφ δεν συνδέεται, απαραίτητα, με μια κριτική προσέγγιση στη ‘δυτικού τύπου’ αντιπροσωπευτική δημοκρατία. Η εκδοχή που μιλάει για κρίση είναι παραδεκτή από ηγέτες και πολιτικό προσωπικό όλων σχεδόν των αποχρώσεων και, προφανώς, κοινωνικούς επιστήμονες και αναλυτές των δημόσιων πραγμάτων. Κανένας στοιχειωδώς ενημερωμένος παρατηρητής δεν θα απαντούσε θριαμβολογικά και ούτε καν με υπέρ το δέον θετικούς χαρακτηρισμούς σχετικά με την κατάσταση των σύγχρονων δημοκρατιών. Η ‘κρίση της δημοκρατίας’ είναι πια μια σύμβαση του δημόσιου λόγου μας, πλάι σε αντίστοιχες ρητορικές συμβάσεις όπως η περίφημη κρίση του πολιτισμού, των αξιών ή των θεσμών.
Υπάρχουν, όμως, διαφορετικές διαβαθμίσεις στην εκτίμηση. Για παράδειγμα, η σειρά πολιτικοκοινωνικών ρηγμάτων που συνδέθηκε με ένα ‘κύμα λαϊκισμών’, έδωσε λαβή σε διάφορες αιχμηρές και δραματικές διατυπώσεις. Ακόμα και μετριοπαθείς φιλελεύθεροι παρατηρητές θορυβήθηκαν. Έγινε λόγος μέχρι και για το ‘πως πεθαίνουν οι δημοκρατίες’. Μια άλλη οικογένεια πολιτικής σκέψης θα συλλέξει τα δεδομένα μιας βαθιάς μεταδημοκρατικής, ολιγαρχικής μετάλλαξης στην οποία υποκύπτουν τα συστήματα διακυβέρνησης στην Ευρώπη, στις ΗΠΑ κλπ. Η ρητορική της κρίσης απλώνεται λοιπόν σε ένα φάσμα λόγου που απλώνεται από την κομψή φρασεολογία περί ‘δημοκρατικού ελλείμματος’ και φτάνει μέχρι την υπόθεση για το τέλος ή τον θάνατο της δημοκρατίας. Πέρασε από τον εντοπισμό ελεγχόμενων και διορθώσιμων ελαττωμάτων στην υποψία ότι έχουμε πλέον αδιέξοδα ή, δομικού τύπου, θέματα. Προς αυτή την τελευταία υπόθεση θα κινηθεί και το παρόν κείμενο, στην υπόθεση δηλαδή ότι πρέπει να ξαναδούμε το δομικό πρόβλημα πέρα (και παράλληλα) με μια ανάλυση εθνικών περιστάσεων/ ειδικών κρίσεων.
Διαγνώσεις
Σε μια τέτοια ανοιχτή συζήτηση θα ήταν απίθανο να επιτυγχάναμε οποιοδήποτε έγκυρο ιδεολογικό consensus. Παρόλα αυτά κάποιοι κρίσιμοι κόμβοι έχουν ξεχωρίσει και σε σχέση με τα υποκείμενα και ως προς τους θεσμούς και τις πρακτικές της δημόσιας ζωής. Ο ένας κόμβος αφορά τη σχέση μεταξύ πολιτικών (ιδίως των κοινοβουλευτικών) θεσμών οι οποίοι διαμορφώθηκαν σε παλαιότερες αστικές εποχές με τα σχήματα οικονομίας και κοινωνίας του ύστερου, πολυεθνικού καπιταλισμού. Ο δεύτερος κόμβος περιλαμβάνει τη συρρίκνωση του δημόσιου πολιτικού πνεύματος, τον περιορισμό της πολιτικοποίησης σε στενές ηλικιακά και πολιτισμικά σφαίρες όπου εξακολουθεί ένα κλασικό ενδιαφέρον για την πολιτική, είτε ως senior συντηρητισμός είτε ως [πιο νεανικός] ριζοσπαστισμός. Ένας τρίτος κόμβος αφορά την εκτοπλασματική γιγάντωση μη ελεγχόμενων κέντρων δύναμης καθώς και τις σύγχρονες μορφές χειραγώγησης των πλειοψηφιών. Τέλος, ένας ακόμα κόμβος συζητήσεων ασχολείται με αυτό που θα λέγαμε συμπτώματα μιας ανθρωπολογικής παράλυσης της φιλελεύθερης δημοκρατίας, με την απουσία ενός συλλογικού δημοκρατικού ήθους που θα ήταν ικανό να στηρίξει βιώσιμους θεσμούς για το μέλλον των πολιτικών κοινωνιών.
Αρκετά από τα συμπτώματα έχουν καταγραφεί και στο παρελθόν. Όπως έχει γράψει ο Μαρσέλ Γκωσέ μια ‘κρίση του φιλελευθερισμού’ τοποθετείται ήδη (όχι φυσικά στην Ελλάδα) στη μακρινότατη δεκαετία του 1880 κι έπειτα, φυσικά, στα χρόνια του Μεσοπολέμου και πάλι στην περίοδο που θα αρχίσει να κλονίζεται ο μεταπολεμικός σοσιαλδημοκρατικός συμβιβασμός και οι αναπτυξιακές του συμφωνίες. Δεν ήταν μόνο οι σοσιαλιστικές και ριζοσπαστικές παραδόσεις που στάθηκαν παραδοσιακά στις πίσω πλευρές και στις στρεβλώσεις των ‘αστικών δημοκρατιών’. Όλες σχεδόν οι εκδοχές πολιτικού στοχασμού, ακόμα και η λεγόμενη φιλελεύθερη πλουραλιστική σχολή που μεταπολεμικά θεωρήθηκε η πλέον κομφορμιστική/ απολογητική αποτύπωση των κοινωνιών μας, εντόπισαν κενά, σκοτεινές πλευρές και δυσλειτουργίες. Η καταχρηστική επικυριαρχία των ειδικών συμφερόντων, η υποεκπροσώπηση εθνοτικών και πολιτισμικών κοινοτήτων ή τα προβλήματα λειψής λογοδοσίας και γραφειοκρατικής υπερτροφίας γέννησαν έναν πλούσιο προβληματισμό που, ωστόσο, δεν διαπέρασε ουσιαστικά τα τείχη της συμβατικής πολιτικής. Συχνά έγιναν ένας λόγος παραπόνου και μια λόγια επίκριση της ‘πραγματικής πολιτικής’, κάτι που όλοι γνωρίζουμε (μα δεν το παραδεχόμαστε δημοσίως) πως δεν θα αλλάξει τα σκληρά δεδομένα της πραγματικότητας.
Μπορεί επομένως να ψέξει κανείς όσους συζητάμε το θέμα σήμερα πως απλώς ξανατραγουδάμε ένα παλιό ρεφρέν. Δεν είναι όμως έτσι. Ο τωρινός συναγερμός για την κατάσταση της φιλελεύθερης δημοκρατίας δεν σημαίνει πως έχουμε να κάνουμε απλώς με τις συγγνωστές υπερβολές της κριτικής διανόησης ή με στυλιζαρισμένη, διανοουμενιστικη δυσθυμία για τις ‘ατέλειες’ της δημοκρατίας. Κληρονομημένα από το παρελθόν προβλήματα έχουν συνενωθεί πλέον με τα αχαρτογράφητα ύδατα του παρόντος, με τις γεωπολιτικές και τεχνολογικές εξελίξεις που εκ-τροχιάζουν την κατάσταση. Και όπως οι σύγχρονοι κλιματο-σκεπτικιστές επιμένουν να αρνούνται πως υφίσταται η ποιοτική τομή μιας ανθρωπογενούς κλιματικής κρίσης, έτσι και αντιστοίχως πρέπει να θεωρήσουμε και όσους αρνούνται να δουν το βάθος και την έκταση της σημερινής δημοκρατικής καχεξίας.
Οντολογικά κρίσιμο κατώφλι
Ποιο είναι όμως το οντολογικά κρίσιμο κατώφλι στο οποίο ακουμπάμε; Η απάντηση δεν είναι προφανής διότι, όπως είπαμε, προκύπτουν αποκλίνουσες ερμηνείες και εκτιμήσεις. Σχηματοποιώντας θα έλεγα ότι η αιχμή του προβλήματος είναι η εμφανής αδυναμία της φιλελεύθερης δημοκρατίας και η απροθυμία των κυρίαρχων πολιτικών και θεσμικών της δυνάμεων να απαντήσουν σε κρίσεις παγκόσμιου χαρακτήρα όπως η κλιματική και οι αναταράξεις ασφάλειας και δικαιοσύνης στον σύγχρονο κόσμο. Η ασφάλεια δεν είναι εδώ η στρατιωτικο-αστυνομικού τύπου θωράκιση των κυβερνητικών πλειοψηφιών όσο ένα σύνολο από συνυφασμένες μεταξύ τους απαιτήσεις για ισότιμη συμμετοχή, διασφάλιση της ειρήνης, επισιτιστική και διατροφική επάρκεια και ποιότητα, προστασία ατόμων και κοινοτήτων από την καταπίεση ή την υπονόμευση των όρων ζωής τους.
Σε όλα τα παραπάνω κεφάλαια είτε τα βήματα παραμένουν μικρά, είτε βλέπουμε οπισθοχωρήσεις και ορατές παλινδρομήσεις. Πάνω από όλα όμως, το ποιοτικά καινούριο συμβάν προκύπτει στην πλέον διάσημη από το παρελθόν σχέση: στη μεθόριο μεταξύ της δημοκρατίας και του καπιταλισμού, μεταξύ των θεσμικών συστημάτων και της καπιταλιστικής τεχνοοικονομίας ως εθνικού και διεθνικού πλέγματος.
Το ρυθμιστικό ιδεώδες το οποίο δέσποσε σε μεγάλο μέρος του εικοστού αιώνα ήταν απλό: η φιλελεύθερη δημοκρατία κινείται με βάση εύλογους, αμοιβαία αποδεκτούς κοινωνικούς και αξιακούς συμβιβασμούς. Οι ανισότητες και οι άλλες παθογένειες των εκσυγχρονισμών στη κοινωνική και στην οικονομική σφαίρα θα διευθετούνταν ΄και τελικά θα εξομαλύνονταν με ορθολογικά συμβόλαια τα οποία προκύπτουν από μια δύσκολη αλλά εφικτή διαπραγμάτευση. Είτε η διαπραγμάτευση ξεκινούσε από την ιδιαίτερη μέριμνα των μεν για τα ιδιοκτησιακά δικαιώματα και τον ανταγωνισμό στην αγορά, είτε από την ευαισθησία των δε για ευρύτερους στόχους αναδιανομής και κοινωνικής δικαιοσύνης, είχε μία άρρητη προϋπόθεση: την αναγνώριση κοινά μοιρασμένων κόσμων και σημασιών.
Μπορούμε πλέον να διαπιστώσουμε ότι αυτό το ρυθμιστικό ιδεώδες αλλά και οι συνεπαγόμενες πρακτικές του έχουν φθαρεί και χάσει την αξιοπιστία τους. Από καιρό αυτή η αλήθεια είχε αναγγελθεί, τώρα όμως εκτυλίσσεται παντού σε ζωντανή μετάδοση. Η τεχνολογική και κοινωνικοπολιτισμική μεταβολή που επιταχύνεται στον εικοστό πρώτο αιώνα οδηγεί σε τετελεσμένα απόσχισης που δεν εντάσσονται σε κανενός είδους ηθικό συμβόλαιο. Από τη μία, η εκτός κάθε μέτρου ισχύς ιδιωτικών υποκειμένων και της ίδιας της οντότητας ‘εταιρία’ (corporation). Από την άλλη και εκ παραλλήλου αποσχιστικές εμπειρίες ατόμων και ολόκληρων ομάδων που ζουν ή επιδιώκουν να οργανώσουν τη ζωή τους πέρα από το πλέγμα των εθνικών κρατικών κανόνων. Η ψηφιακή και εικονιστική μεταβολή – υπό την αιγίδα των τεχνολογικών κολοσσών οι οποίοι προμηθεύουν τις κρίσιμες, ζωτικές υποδομές δημόσιων οργανισμών σε όλο τον κόσμο- είναι ένα ριζικά νέο γεγονός. Η μεταβολή αυτή δεν αφορά απλώς το τεχνικό υποσύστημα, ούτε μόνο ένα στενό οικονομικό πεδίο ή, έστω, την επικοινωνιακή και πληροφοριακή κουλτούρα των κοινωνιών μας. Είναι όλα τούτα μαζί και συγχρόνως αποδιάρθρωση κοινωνικών σχέσεων και ανάπλαση της ίδιας της ψυχικής υποκειμενικότητας των συγχρόνων, όχι μόνο των νεότερων ηλικιακά.
Το αποτέλεσμα είναι πως έχει γίνει όλο και πιο αδύνατο να διαχωρίσει κανείς το πολιτικό ερώτημα περί της φιλελεύθερης δημοκρατίας από το ευρύτερο ηθικό-ανθρωπολογικό ζήτημα του προσανατολισμού των ανθρώπινων υποκειμένων στον σύγχρονο κόσμο. Σε μια ορισμένη σκέψη για τη δημοκρατία, η διάκριση ανάμεσα σε ζητήματα διαδικαστικής νομιμότητας και ερωτήματα συλλογικής ηθικότητας, ανάμεσα στο ‘ορθό’ και στο ‘αγαθό’ ήταν μια εγγύηση για τη σχετική ουδετερότητα της πολιτικής εξουσίας απέναντι σε αντιμαχόμενες αξίες και ιδεώδη ατόμων ή ομάδων. Προφανώς, αυτή η εγγύηση διαδραμάτισε και παίζει ακόμα ένα ρόλο ως προς το συγκριτικό πλεονέκτημα της φιλελεύθερης δημοκρατίας: ξέρουμε δηλαδή ότι στα πλαίσια αυτού του μοντέλου μπορούν να απαντηθούν λειτουργικά ζητήματα μιας σύγχρονης κοινωνίας και να διασφαλιστεί ένας βαθμός σταθερότητας και σχετικής ευημερίας. Στη συγκυρία μάλιστα όπου συνέβη η αναρρίχηση και η πολιτισμική επιβεβαίωση μιας ευρείας μεσαίας τάξης, η πραγματιστική υπεροχή της φιλελεύθερης δημοκρατίας ήταν εμφανής και μπορούσε να πείθει (ακόμα και τους αντιπάλους της). Τώρα όμως που η πλανητική κλιματική αποσταθεροποίηση εγκαλεί τόσο τις δημόσιες πολιτικές των εθνών όσο και μοντέλα ευημερίας και ιδιωτικής αυτοπραγμάτωσης των υποκειμένων, φαίνεται ακόμα πιο απίθανη – και εξαιρετικά βλαπτική αν επιμένει- η διάκριση ανάμεσα στο αμιγώς πολιτικό και θεσμικό και στα ζητήματα ηθικού και ανθρωπολογικού βάθους. Για παράδειγμα, η έκτακτη ανάγκη μιας απάντησης στην οικολογική κρίση προϋποθέτει να τεθεί, με έντονους όρους και όχι με τη συνήθη νωχελικότητα των παραδοσιακών ελίτ, το θέμα ενός άλλου βίου, μιας διαφορετικής ιεράρχησης κοινωνικών αγαθών και στόχων.
Το ίδιο μπορούμε να ισχυριστούμε και για την πρόκληση που απευθύνει η ηγεμονική κατίσχυση φορέων και προσώπων. Η εκτός ελέγχου ανάπτυξη του καπιταλισμού της Τεχνητής Νοημοσύνης και μιας ολιγαρχίας κάποιων εκατοντάδων δισεκατομμυριούχων και των team τους θέτει, μετ’ επιτάσεως, ζητήματα ορίων, δημόσιου ελέγχου και ηθικής δικαιολόγησης. Αυτά τα ζητήματα είναι απίθανο να τα επωμιστούν πολιτικά οι δεδομένες, εθνικές έννομες τάξεις. Δεν μπορεί, όπως φαίνεται, να τα επιμεληθεί η συμβατική φιλελεύθερη κουλτούρα με τις ατομοκρατικές και φιλο-επιχειρηματικές της αγκυρώσεις. Τα πάντα αφήνονται να συμβούν σε ένα νεφέλωμα ευχών, μικρών μέτρων, ηθικών πανικών και διαφημιστικής υπερπροβολής ενός θαυμαστού νέου μέλλοντος. Ακόμα και οι προωθημένες (σχετικά) ρυθμιστικές και κανονιστικές φιλοδοξίες στο επίπεδο της Ευρωπαϊκής Ένωσης συναντούν τη δυσθυμία πολλών κυβερνήσεων, τις μεγάλες πιέσεις από την νέα πολιτική κατάσταση στις Ηνωμένες Πολιτείες, το άγχος του ανταγωνισμού με την Κίνα και τις άλλες αναδυόμενες χώρες στο Νότο. Οι όποιες δεοντολογικές και ηθικές φιλοδοξίες για την διακυβέρνηση των τεχνολογικών μετασχηματισμών προσκρούουν κυρίως στα βράχια του γεωστρατηγικού ρεαλισμού και σε μια απαίτηση ανταγωνιστικότητας που «κατεβάζει» όλα τα στάνταρ, εργασιακά, περιβαλλοντικά κλπ.
Στο άλλο, σημαντικό κεφάλαιο της εποχής, έχουμε τη γεωπολιτική επιδείνωση και τις απειλές εκ των έξω, από τις ‘ανελεύθερες δημοκρατίες΄, τις ΄δημοκτατορίες’ και τα υβριδικά καθεστώτα κάποια εκ των οποίων είναι αντίπαλοι της Δύσης και άλλα εμφανίζονται ακόμα και ως στρατηγικοί εταίροι πολλών φιλελεύθερων δημοκρατιών. Με κάποιο τρόπο, η πάγια γραμμή άμυνας και ιδεολογικής αυτονομιμοποίησης της φιλελεύθερης δημοκρατίας περνούσε από αυτή τη γραμμή: η φιλελεύθερη δημοκρατία ήταν (και είναι) εκείνη η μορφή πολιτείας και πολιτισμού που συνιστά την καλύτερη εκδοχή συγκριτικά με τα αρνητικά παραδείγματα που την περιβάλλουν. Η αρνητικότητα των άλλων και τραυματικά γεγονότα όπως η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία ή πράξεις που προέρχονται από τους ηχηρούς και δηλωμένους γεωπολιτικούς αντιπάλους, λειτουργούσαν ως ο έσχατος λόγος ηθικής και πολιτικής νομιμοποίησης. Έχει φυσικά προηγηθεί ένα καθοριστικό προηγούμενο για τη διπλή νομιμοποίηση τόσο του φιλελεύθερου μοντέλου όσο και της καπιταλιστικής οικονομίας της αγοράς: η λειτουργική αποτυχία και η ιδεολογική και ηθική απαξίωση των σοσιαλιστικών εναλλακτικών στον εικοστό αιώνα. Πάνω από τρεις δεκαετίες μετά την πτώση των καθεστώτων της Ανατολικής Ευρωπης και της τέως ΕΣΣΔ, πολλοί-ες επαναφέρουν διαρκώς το τραύμα της αποτυχίας ως απόδειξη της ανυπαρξίας άλλων τρόπων παραγωγής, άλλων μεθόδων πολιτικής διεύθυνσης και κοινωνικής συμβίωσης εκτός των όσων έχουμε στην υπαρκτή Δύση. Το παρελθόν στοιχειώνει το παρόν όχι μόνο ως νοσταλγία (όπως θα έλεγε ο Μαρκ Φίσερ) αλλά και ως αποτυχία/ τραγωδία, στοιχείο που ελκύει πάντα την δεξιά σκέψη ως σκέψη αφοσιωμένη στα στραβοπατήματα και στις ολισθήσεις των καλών προθέσεων.
Ασφαλώς συνεχίζουν να υφίστανται τρομαχτικές ή ελάχιστα ελκυστικές ιδεολογικές και πολιτικές εναλλακτικές στη φιλελεύθερη δημοκρατία. Στο κάδρο έχουν προστεθεί μάλιστα και πολλές μορφές απεχθούς πολιτικής θεοκρατίας, καθεστώτα εθνικιστικού αυταρχισμού κλπ. Το γεωπολιτικό κάδρο δεν προσφέρει ‘στρατόπεδα του καλού’.
Ωστόσο, ο κανονιστικός φιλελεύθερος δυτικός λόγος με αξιώσεις οικουμενικότητας χάνει την όποια πειστικότητά του. Όλο και περισσότερο τρέφεται από τα έτοιμα, λόγου χάρη από τις μη ελκυστικές εικόνες και την κακή φήμη των όποιων αντιπάλων του. Πολλά από τα οικεία στοιχεία ενός διδακτικού φιλελεύθερου κοσμοειδώλου αντιμετωπίζονται από άτομα άλλων γενιών σαν ανιαρές ρητορικές ή φούσκες. Ο εικοστός πρώτος αιώνας βλέπει τη γενικότερη αποστασιοποίηση από μοντέλα ορθολογισμού και συναίνεσης που συνεχίζουν, φυσικά, να συσπειρώνουν τις πιο εξασφαλισμένες μερίδες της εναπομείνασας μεσαίας τάξης, συνταξιούχους και λογής insiders προερχόμενους, κατά κύριο λόγο, από τις δεκαετίες της οικονομικής μεγέθυνσης. Για άλλους λόγους, σε πολλές χώρες του παγκόσμιου Νότου και των brics οι συναισθηματικοί, οικονομικοί και πολιτικοί δεσμοί με τη ρωσική ομοσπονδία και κυρίως με την Κίνα, έχουν διαμορφώσει μαζικά ακροατήρια αντιδυτικών αισθημάτων που στηρίζονται σε πραγματικές εμπειρίες και μνήμες εκμετάλλευσης και περιφρόνησης από διάφορους δυτικούς παίκτες.
Αντίδραση, απάθεια, μετα-αλήθεια
Στον αστερισμό μιας κοινωνικής-πολιτισμικής μεταβολής που αναδιαρθρώνει τα πάντα, πολλά, ανοιχτά παλαιότερα ανοιχτά ζητήματα συναντούν τα καινούρια. Το νέο κοινωνικό ζήτημα, η κλιματική κρίση, η εμπέδωση μορφών ενός νέου ψυχρού πολέμου στο φόντο των σκληρών ενεργειακών και πλουτοκρατικών ανταγωνισμών, συνοδεύονται από συρρικνωμένα εκλογικά σώματα και συγχρόνως από καινούριες εμπειρίες πολιτικής απόσχισης και πολιτισμικής αποξένωσης.
Σε αυτό το πλαίσιο, η προσοχή στράφηκε συχνά στους σποραδικούς πολιτισμικούς πολέμους ανάμεσα στις νέες δεξιές και σε έναν νέο προοδευτισμό που κινείται μεταξύ αριστερού φιλελευθερισμού και ριζοσπαστισμού. Αυτοί οι πολιτισμικοί πόλεμοι φαίνονται αδιαχώριστοι από το τεχνολογικό επικοινωνιακό σύμπαν και τη διευκόλυνση νέου τύπου συναισθηματικών πολώσεων στα social media.
Δυο αφηγήσεις έχουν αναδειχθεί και αντιπαρατίθενται στη βάση της κοινής διαπίστωσης για την κρίση της φιλελεύθερης δημοκρατίας. Κινούνται σε διαμετρικά αντίθετες κατευθύνσεις σαν να σχολιάζουν η καθεμία μια τελείως διαφορετική κοινωνική και ανθρώπινη πραγματικότητα.
Η πρώτη αφήγηση εγκαλεί τους συμβατικούς θεσμούς, τις νομικές και κυβερνητικές τεχνολογίες ως πεδία δομικών ανισοτήτων και συστημικής βίας.
Η δεύτερη αφήγηση βλέπει απεναντίας στη ορατότητα των μειονοτικών ταυτοτικών φωνών ένα είδος ‘αντιεθνικού’ και μηδενιστικού ρεύματος που υπονομεύει την υπόσταση των εθνικών πλειοψηφιών.
Η πρώτη αφήγηση θέτει το ζήτημα των ιστορικών καταβολών και των ιδεολογικών ευθυνών στο πλέγμα φιλελεύθερη δημοκρατίας, δυτικής συνθήκης και συνθήκης του παγκόσμιου Νότου. Αναδεικνύει συστηματικά τις σκοτεινές ρατσιστικές και ιμπεριαλιστικές εξαρτήσεις και άλλα αφανή στηρίγματα του κανονιστικού δυτικού φιλελεύθερου project.
Η δεύτερη αφήγηση επαναδιεκδικεί ένα είδος δυτικής υπερηφάνειας με όρους που κυμαίνονται από την λεγόμενη λευκή υπεροχή (white supremacy) ως έναν αναγεννημένο ελιτίστικο συντηρητισμό.
Μεταξύ των δυο αφηγήσεων κινείται ο συμβατικός άξονας υπεράσπισης ενός κανονιστικού κεντρώου ‘αστικού φιλελευθερισμού’ επιδιώκοντας να συμβιβάσει αντικρουόμενες ερμηνείες και αποκλίνουσες αξιακές σφαίρες, λόγου χάρη να διατηρήσει λογικές μιας ανοιχτής καπιταλιστικής κοινωνίας και συγχρόνως να »αυστηροποιήσει» τα μεταναστευτικά πρωτόκολλα, να παράγει κείμενα υπεράσπισης του rule of law και συγχρόνως να προσφεύγει ανετα στον ποινικό λαϊκισμό για την ικανοποίηση εκλογικών ακροατηρίων κ.ο.κ.
Το μεγάλο λάθος θα ήταν αν θεωρούσαμε όλες αυτές τις αφηγήσεις και τις στρατηγικές ίσης πολιτικής και κοινωνικής δυναμικής. Ας πούμε, παρά τη διάχυση του ακαδημαϊκού κριτικού λόγου για τις συστημικές ανισότητες της φιλελεύθερης δημοκρατίας, τα λαϊκά συναισθήματα σε πολλές χώρες κατευθύνονται περισσότερο προς τα δεξιά παρά προς τα αριστερά. Στρέφονται δηλαδή σε πολιτικές απαντήσεις για τις οποίες ανισότητες – πλούτου, ιεραρχίας, γνώσης- θεωρούνται πηγή δυναμισμού, ικανοτήτων και προσωπικής ελευθερίας. Η αμφισβήτηση της φιλελεύθερης δημοκρατίας επειδή σκανδαλίζουν οι δομικές ανισότητες ή επειδή ενοχλούν οι υπερεξουσίες χειραγώγησης από τους ολιγάρχες συγκινεί πολιτικά περιορισμένες μερίδες και ακροατήρια.
Ένας παγκόσμιος χώρος υπονόμευσης
Διαπιστώνουμε πως έχει διαμορφωθεί ένας παγκόσμιος χώρος αντιδραστικού αναθεωρητισμού. Αυτός ο χώρος διεκδικεί ένα αστάθμητο μίγμα αξιών και συναισθημάτων, συγχρόνως ελευθεριακό (αντικανονιστικό, «εξεγερσιακό») και συντηρητικό (εθνικιστικό, εθνορατσιστικό, πατριαρχικό). Είναι πολύ αμφίβολο αν αυτά τα μίγματα ιδεών και αξιών μπορεί πια να ενταχτούν στην βολική κατηγορία του ‘λαϊκισμού’, έστω του δεξιού λαϊκισμού. Η ιδιαιτερότητα του νέο-αντιδραστικού χώρου είναι να ενσωματώνει, κατά περίσταση και με όρους στρατηγικής επιλεκτικότητας, λαϊκιστικές εκκλήσεις μαζί όμως με εκκλήσεις στην ‘κοινή λογική’ μαζί με αξιώσεις για την εκπροσώπηση των λεγόμενων κανονικών και λογικών ανθρώπων. Με τον ίδιο τρόπο, βλέπουμε πολιτικούς δρώντες που εναλλάσσουν το πραγματιστικό, μετα-ιδεολογικό σύνθημα ‘ούτε δεξιά, ούτε αριστερά’ με δόσεις πολιτισμικού συντηρητισμού και φιλοαυταρχικές φαντασιώσεις.
Κλείνοντας, έχει σημασία να απαντήσουμε στο μείζον ερώτημα γιατί η σημερινή κρίση της φιλελεύθερης δημοκρατίας δεν είναι ‘σαν τις άλλες’. Αν αναγνωρίσουμε μοναδικά στοιχεία στη φάση που έχει ανοίξει από τις τεχνολογικές μεταβολές, τη χρηματιστικοποίηση και την οικολογική κρίση, είναι σαφές ότι δικαιώνεται πλήρως η ανάγκη για μεγάλες αλλαγές σε εθνικές και διεθνείς πολιτικές επιλογές. Ο όρος ‘πολιτική επιλογή’ ηχεί μάλιστα μάλλον ισχνός όταν στην πραγματικότητα χρειαζόμαστε μια πραγματική ανθρωπολογική στροφή και μια ηθική αναθεμελίωση της πολιτικής.
Η φιλελεύθερη δημοκρατία, εκτός από τις στρατηγικές βλέψεις και τον πόλεμο φθοράς εξωτερικών αντιπάλων, έχει κατά βάση ένα εσωτερικό πρόβλημα. Αντιμετωπίζει την απειλή της αχαλίνωτης, τεχνο-καπιταλιστικής επιτάχυνσης στην οποία, παρά την αμηχανία και κάποιες συμβολικές θεσμικές αντιδράσεις, έχουν υποκύψει όλες σχεδόν οι πολιτικές ηγεσίες όπως και τα πανεπιστήμια και άλλοι δημόσιοι οργανισμοί. Την ίδια στιγμή έχουμε νέες μορφές πολιτικής που αντιγράφουν τη φασιστική ρητορική και υποστηρίζουν την περιστολή δημόσιων και πολιτικών ελευθεριών. Επιταχυντικός μηδενισμός και αντιδραστικές παλινορθώσεις, τεχνολογίες φυγής προς τα εμπρός και πολιτικές της ΄παλιάς καλής αρρενωπότητας’ συν-δημιουργούν έτσι ένα περιβάλλον αυξημένου κινδύνου και αβεβαιότητας.
Ολοκληρώνοντας την περιήγηση σε προβλήματα και προκλήσεις που αντιμετωπίζει η υπαρκτή φιλελεύθερη δημοκρατία, το ερώτημα είναι αν έχει νόημα μια απλή αγωγή συντήρησης ή μια οπτική μεγάλων μετασχηματισμών, έπειτα από ένα μεγάλο διάλειμμα «μαθημάτων» πραγματισμού, συνετού εξελικτισμού και προσεκτικών διορθωτικών φιλοδοξιών. Η χορογραφία των κινδύνων, από τα deep fake κατασκευάσματα και την πολιτισμική εκτόξευση του ινφλουένσερ (ως άλλου υπερανθρώπου των μαζών, για να θυμηθούμε τον Ουμπέρτο Εκο) ως τις νέες μορφές εργασιακής και κοινωνικής υποβάθμισης, δείχνουν πως τα αποθέματα αστικής και πολιτικής ορθολογικότητας έχουν συρρικνωθεί και εξαντληθεί. Ποια κατεύθυνση και σχήμα μπορεί να λάβει αυτή η πτώση των ειδώλων που έχει ήδη συντελεστεί όμως συχνά αρνούμαστε να το παραδεχτούμε;
Ο προηγούμενος αιώνας τέλειωσε υιοθετώντας, ουσιαστικά, το σλόγκαν της μη ύπαρξης εναλλακτικής (TINA), την ιδέα δηλαδή ότι η φιλελεύθερη δημοκρατία είναι η ανώτερη – και οριστική- μορφή ειρηνικής και βιώσιμης συμβίωσης των σύγχρονων ανθρώπινων κοινωνιών. Σημαντικές αλλαγές όμως δεν έχουν πάψει να συμβαίνουν, όχι μόνο μέσα από τις ποικίλες «λαϊκιστικές στιγμές» αλλά και μέσα από τις παγκόσμιες κρίσεις, τον πόλεμο, τις γενοκτονίες, τους θηριώδεις ανταγωνισμούς στον Βορρά και στο παγκόσμιο Νότο. Η εικόνα επομένως μιας αναγεννημένης φιλελεύθερης δημοκρατίας που θα λειτουργούσε με το business as usual ως θερμοκοιτίδα μιας ευημερούσας δυτικότροπης μεσαίας τάξης, λίκνο μιας καταναλωτικής ατομικιστικής κουλτούρας και συγχρόνως προστάτιδα των προοδευτικών αξιών, φαίνεται πια ελάχιστα δυνατή. Και δεν είναι μόνο αδύνατη αλλά για λόγους που σχετίζονται με όσα ήδη είπαμε, είναι και ανεπιθύμητη.