Διαβάζοντας το βιβλίο του Γάλλου ιστορικού των ιδεών Φρανσουά Ντος (Francois Dosse) για τις ‘Φιλοσοφικές φιλίες’ (εκδόσεις Πόλις, μετάφραση του Γιάννη Μπαλαμπανίδη), ξανασυναντώ την ικανότητα του συγγραφέα να αφηγείται πλευρές μιας ζωής, να ‘βιογραφεί’ και συγχρόνως να ιστορεί επεισόδια μέσα στις έννοιες, δηλαδή κινήσεις των ιδεών μέσα στο χρόνο. Είναι ένα χάρισμα αυτό, η δυνατότητα να συνδυάζεται το εργο-βιογραφικό σκιτσάρισμα με μια μικρή εισαγωγή στη μια ή άλλη φιλοσοφική σύνθεση.
Το βιβλίο ξετυλίγεται σαν ένας μακρύς στοχασμός πάνω σε μια αινιγματική φράση του Αριστοτέλη, φράση που την παραθέτει ο Μονταίνιος: ‘ω φίλοι μου, δεν υπάρχει ούτε ένας φίλος’. Ο Ντος αγγίζει την περιοχή της φιλίας ανάμεσα στον πόλο της ομοιότητας και της διαφοράς. Στέκεται στο δίλλημα ανάμεσα στην αναζήτηση του φίλου ως άλλου (μας) εαυτού και στην αναζήτηση του [συμπληρωματικού] διαφορετικού και ίσως αντίθετου. Το νήμα περιλαμβάνει κάποια διάσημα ζεύγη της γαλλικής σκέψης: τον Αρόν και τον Σαρτρ, τον Σαρτρ και τον Μερλώ-Ποντύ, τον Φουκώ και τον Ντελέζ, τον Ντελέζ και τον Γκουαταρί, τον Λεφόρ και τον Καστοριάδη, τον Ρικέρ και τον Ντεριντά και, τέλος, τον Λεβινάς και τον Ντεριντά.
Το πρίσμα της ‘φιλίας’ νομίζω ότι επιτρέπει στον συγγραφέα να δει τρεις διαφορετικές διαστάσεις, το προσωπικό, το πολιτικό και το κατεξοχήν επίπεδο της θεωρητικής-στοχαστικής συνεργασίας ή μη. Ο πνευματικός δεσμός είναι μια άλλη εκδοχή της φιλίας, ιδίως όταν χτίζεται μέσα σε ιστορικές συγκυρίες που ευνοούν τις ρήξεις ή και την αποξένωση. Οι διανοούμενοι, οι φιλόσοφοι αποκαλύπτονται με τη σειρά τους ως όμηροι παθών που δεν επιλύονται πάντα στην αίθουσα ενός σεμιναρίου. Από όλα τα ζεύγη όπως τα αφηγείται ο Ντος, θέλω να μείνω λίγο στο πρώτο και στο δεύτερο με κοινό άξονα τον Σαρτρ. Ραιημόν Αρόν και Ζαν-Πωλ Σαρτρ, Μωρίς Μερλώ-Ποντύ και Σαρτρ. Σε άλλη αφορμή θα ήθελα να γράψω λίγα πράγματα και τη σχέση Καστοριάδη και Λεφόρ που, από μια άποψη, αντιπροσωπεύουν δυο αποκλίνουσες ‘μεταφράσεις’ της κοινής (πολιτικής) καταγωγής από έναν αιρετικό μαρξισμό.
Στο δίδυμο, ωστόσο, Αρόν/ Σαρτρ ο εικοστός αιώνας έπαιξε τα ιδεολογικά του ρέστα. Καθόλου τυχαία, άλλωστε, στους απολογισμούς που κυριάρχησαν προς το τέλος του εικοστού αιώνα – μετά το θάνατο και των δύο – οι δυο τους χρίστηκαν εκπρόσωποι των ‘στρατοπέδων’ του Ψυχρού Πολέμου. Ο Αρόν, ενσάρκωση μιας φιλελεύθερης ρεαλιστικής ματιάς, αναλυτικό πνεύμα, υπερασπιστής των ιδεών αλλά και των γεωπολιτικών συμφερόντων του ‘ελεύθερου’ ευρωατλαντικού κόσμου. Η ζωή του, ένα τόξο προσχωρήσεων από έναν ρεφορμιστικό, ειρηνιστικό σοσιαλισμό του Μεσοπολέμου στην μεταπολεμική ενεργοποίησή του στην γαλλική κεντροδεξιά. Πρώτα είναι η συνάντηση του Αρόν με το περίφημο Κογκρέσο για την Ελευθερία της Κουλτούρα, το δίκτυο των ‘αντιολοκληρωτικών διανοουμένων’ το οποίο πλαισιώνεται εξαρχής από τη CIA για να συγκροτήσει ένα αντίβαρο στην πολιτισμική ισχύ της φιλοσοβιετικής Αριστεράς. Κυρίως όμως θα είναι η συμμαχία με τον Στρατηγό Ντε Γκωλ και μια πορεία αρθρογράφου και δημόσιου διανοούμενου όπου ο Αρόν γίνεται αυτός που επιτίθεται αποδομητικά στις ριζοσπαστικές τάσεις μιας διανόησης που, κατά την κρίση του, είχε υποκύψει στη μεθυστική νάρκη (‘στο όπιο’) του μαρξισμού.
Ο Σαρτρ, από την άλλη, με αφετηρίες θολά αναρχικές και ιδεοκρατικές, είναι ένας άνθρωπος που ψάχνει κυρίως να λυτρωθεί στη γραφή και όχι αμέσως στην πολιτική και κοινωνιολογική ανάλυση. Εκεί που ο Αρόν αντλεί πηγές έμπνευσης από μια κοινωνιολογία της κατανόησης (τη βεμπεριανή ματιά κυρίως), ο Σαρτρ βουτάει μαγεμένος στη γερμανική φαινομενολογία, στον Χούσερλ κι έπειτα στον Χάιντεγκερ.
Ο Ντος εντοπίζει κάθε μεγάλο γεγονός στη ζωή των δυο φίλων-αντιπάλων ως ένα πεδίο όπου θα φανερωθούν οι διαφορές τους και κυρίως το ρήγμα της τελικής τους επιλογής. Ο Αρον εξελίσσεται σε διανοούμενο-οργανωτή ενός συντηρητικού-φιλελεύθερου concensus γύρω όμως από ένα σχέδιο (το γκωλικό) που έχει πολλές ‘μη φιλελεύθερες’ και αυταρχικές όψεις. Η Γαλλία του Αρόν πάντως δεν έπρεπε μόνο να είναι μια ισχυρή χώρα της Δύσης αλλά και να καλλιεργήσει, δίχως αμφιθυμίες, μια στρατηγική σχέση με τις ΗΠΑ (ο Αρόν αποκλίνει έτσι από τον πυρήνα του ιστορικού γκωλισμού με τις ‘εθνικοανεξαρτησιακές΄ έως αντιαμερικανικές κλίσεις ). Ο Σαρτρ, από την άλλη, αφού πρώτα θα πειραματιστεί με μια ιδανική τρίτη σύνθεση (τον Σοσιαλισμό με Ελευθερία), θα παρασυρθεί από την δεσπόζουσα αντι-ιμπεριαλιστική και αντι-καπιταλιστική στράτευση της εποχής, κοντά δηλαδή στο Κομμουνιστικό Κόμμα και έπειτα ως ηλεκτρόνιο της αριστερής όχθης- με την Κούβα, τον Μάο, τους ‘αριστεριστές’ του ΄70.
Τι καταλαβαίνουμε από αυτή την σχέση δεκαετιών; Έχουμε να κάνουμε με δυο ριζικά διαφορετικούς παρεμβατικούς τρόπους. Ο Αρόν έγινε ένας αναλυτής των κοινωνικών-πολιτικών φαινομένων δοκιμάζοντας έναν λόγο μεταξύ κοινωνιολογικής τεκμηρίωσης και ιδεολογικής απολογητικής. Ο Σαρτρ επιλέγει μια σειρά παθιασμένων εναντιώσεων με κοινό άξονα τον ριζοσπαστικό του υπαρξισμό αλλά και το πάθος για τη λογοτεχνία, κάτι που στον Αρόν απουσιάζει. Πέρα όμως από αυτή την διαίρεση μεταξύ ενός ‘ρεαλιστή’ και ενός ‘ριζοσπάστη’ ή, πιο σχηματικά, μεταξή του αντικομμουνιστή και του φιλοκομμουνιστή (παρά το ότι η σαρτρική εμπειρία έχει πολλά επεισόδια αίρεσης και ανυποταξίας), αυτες οι δυο προσωπικότητες έγιναν, με τις ίδιες τους τις επιλογές, σύμβολα δυο ανταγωνιστικών βλεμμάτων στη νεωτερικότητα. Βλέποντας κανείς την τροπή της Ιστορίας μετά το 1946, δεν υπήρχε περίπτωση να διατηρηθεί η φιλία ως συμπληρωτική συνομιλία, ούτε φυσικά ως αγαπητικός δεσμός. Αισθάνεται όμως κανείς ότι υπήρξε κάτι που διασώθηκε και ότι ένας ορισμένος δεσμός πνευματικότητας, αναφορών, διαβασμάτων και αγωνιών μπόρεσε να διατηρηθεί, παρά τις κομμένες γέφυρες και την αντίθεση των περισσότερων επιλογών.
Στην τελευταία παράγραφο του κεφαλαίου για αυτή τη ΄φιλία’ συμπυκνώνεται μια αλήθεια που εμένα τουλάχιστον με συγκίνησε. Γράφει ο Ντος:
«Ως νεαροί σπουδαστές της Ecole Normale, τα ‘συντροφάκια’ είχαν κάνει μια συμφωνία, σαν αστείο, ότι όποιος από τους δυο ζήσει περισσότερο θα αναλάμβανε να γράψει τη νεκρολογία του άλλου στην Επετηρίδα των αποφοίτων της οδού Ουλμ. Καθώς ο Σαρτρ πέθανε πρώτος, το 1980, ο Αρόν έγραψε ένα κείμενο γεμάτο νοσταλγία και αγάπη, διευκρινίζοντας, ωστόσο, ότι ‘η δέσμευση δεν ισχύει πια’. Και ο Jean-Francois Sirinelli σχολίασε: ‘ Δεν επρόκειτο για απρέπεια, ούτε για κανένα τραύμα. Ήταν απλώς η διαπίστωση του χάσματος που είχε ανοίξει η Ιστορία ανάμεσα στους δυο άνδρες».
Αυτά τα χάσματα που ανοίγει η Ιστορία εξακολουθούν να υπάρχουν και τα αισθανόμαστε και στα δικά μας γεγονότα και στα αίματα του εικοστού πρώτου αιώνα. Είναι η μεγαλύτερη απόδειξη πως η Ιστορία δεν ‘τελείωσε’ αφού μπορούμε ακόμα να παθιαζόμαστε για τα μεγάλα, τον πόλεμο, την ειρήνη, την μοίρα του πλανήτη, της εργασίας και της ελευθερίας. Παρά τις μετα-ιδεολογικές φαντασιώσεις που κυκλοφορούν ευρέως τις τελευταίες δεκαετίες, η ζωή ως υφαντό συναινέσεων και ρήξεων, συγκλίσεων και αποκολλήσεων, ευτυχών ενώσεων και τραυματικών ρηγμάτων, συνεχίζει να μας παρασύρει-κι ακόμα και στις πιο μικρές κλίμακες της ελληνικής εμπειρίας και των συναισθημάτων της.
Σε επόμενο σημείωμα, πάλι με αναφορά στο ωραίο βιβλίο του Ντος, θα αναφερθώ στον άλλο σαρτρικό δεσμό, στη σχέση με τον σημαντικό και πρόωρα χαμένο Μωρίς Μερλώ-Ποντύ.