Λεφόρ/ Καστοριάδης
Πολλά έχουν γραφτεί τα τελευταία χρόνια για την αμφιλεγόμενη κληρονομιά του αντι-ολοκληρωτισμού στην Δύση των μεταπολεμικών δεκαετιών. Στο βιβλίο Φαντάσματα του καιρού μας. Αριστερά, κριτική, φιλελεύθερη δημοκρατία (εκδόσεις Πόλις) έχω αφιερώσει ένα κεφάλαιο στο θέμα, ανιχνεύοντας αυτό που μου φαίνονταν δόκιμο και όσα έβρισκα κι εγώ προβληματικά και καταχρηστικά στην χρήση του όρου ως χαρακτηρισμού είτε για μορφές πολιτικών καθεστώτων είτε για συστήματα σκέψης και πρακτικής.
Τώρα όμως και διαβάζοντας ένα άλλο κεφάλαιο από το ωραίο βιβλίο του Φρανσουά Ντος (Τις φιλοσοφικές φιλίες, βλ. και προηγούμενο σημείωμα), σκέφτηκα να επανέλθω στην ίδια περιοχή της πολιτικής σκέψης. Κι ενώ είχα πει πως θα μιλήσω για το ζεύγος Σαρτρ και Μερλώ-Ποντύ, τελικά θα σταθώ σε κάποια σημεία από μια άλλη σχέση ζωής- αυτή μεταξύ του ‘Καστό’ και του ‘Λεφό’, δηλαδή του Κορνήλιου Καστοριάδη με τον Κλωντ Λεφόρ.
Έχοντας διαβάσει κατά καιρούς διάφορες ιστορίες και χρονικά για την ομάδα Σοσιαλισμός ή Βαρβαρότητα και τις διαδρομές των προσώπων της (όχι μόνο των πιο γνωστών αλλά και των πιο ‘αφανών’) νομίζω ότι στάθηκε εξαρχής μια περίπτωση μοναδική ή, τέλος πάντων, ασυνήθιστη μέσα στον γαλαξία της μεταπολεμικής άκρας αριστεράς. Μοιάζει εξαρχής με χωνευτήρι διαφορετικών τάσεων της ‘αντισταλινικής’ Αριστεράς, έχοντας όμως εξαρχής μια διακριτή θεωρητικο-ερμηνευτική αγωνία. Σε αντίθεση με τις πιο συμβατικές δυνάμεις της τότε αιρετικής αριστεράς – κυρίως τις μικρές τροτσκιστικές οργανώσεις-, η ομάδα Σοσιαλισμός ή Βαρβαρότητα είχε για κινητήρια ιδέα την αναζήτηση μιας νέας επαναστατικής λογικής θεμελιωμένης στην κριτική της γραφειοκρατίας και σε αυτό που θα ονομάζαμε, εκ των υστέρων, μια ριζοσπαστική δημοκρατική εμπειρία για κοινωνίες του προηγμένου καπιταλισμού. Παρά τις κατηγορίες που θα υπάρξουν (κυρίως από τον Λεφόρ για τον Καστοριάδη) για ένα στιλ συγκεντρωτικό και ‘αντιδιαλογικό’, αυτός ο μικρός χώρος έγινε ένα εργαστήριο ανάλυσης πολλων σύγχρονων κοινωνικών και ιδεολογικών μετασχηματισμών. Για το εργοστάσιο, την πόλη, τη ‘μεσαία τάξη’, τις εμπειρίες των ανατολικοευρωπαϊκών λαών κλπ Με τον έναν ή άλλον τρόπο, Καστοριάδης και Λεφόρ αντιλαμβάνονται ήδη από τα τέλη της δεκαετίας του ΄50 ότι ο δυτικός καπιταλισμός μεταμορφώνεται, ότι η ταξική δομή γίνεται πιο σύνθετη και ότι οι ‘τρόποι ζωής’ θα έχουν αυξημένη σημασία στο μέλλον των δημοκρατικών και επαναστατικών κινημάτων.
Η σχέση, φυσικά, θα περάσει από πολλά κύματα και θα ‘σπάσει’ με διάφορες αφορμές. Ο Ντος αφηγείται τα χαρακτηριστικά επεισόδια και τις παρεξηγήσεις που έκαναν τον Λεφόρ να μιλά με σκληρά λόγια για τον Καστοριάδη και τον Καστοριάδη να θυμώνει πολύ με τον άλλοτε σύντροφο και συνοδοιπόρο. Ο ανταγωνισμός για μια θέση διευθυντή Σπουδών στην περίφημη EHESS, οι διαφωνίες προσανατολισμού σε περιοδικά και επιθεωρήσεις της κριτικής Αριστεράς αλλά και οι διαφορές ιδιοσυγκρασίας ανάμεσα στο νερό (Λεφόρ) και στη φωτιά (Καστοριάδης), θα βαρύνουν στην προϊούσα αποκόλληση των δυο πνευμάτων.
Υπάρχει όμως ένας πυρήνας απόκλισης των δυο στοχαστών που έχει πολύ μεγάλη σημασία και για όλους εμάς- τους τρίτους, τις αναγνωστικές και πολιτικές κοινότητες που διαμορφώθηκαν στο πέρασμα του χρόνου. Πέρα δηλαδή από τα επεισόδια συγκρούσεων για θέσεις, για ρόλους ή επιμέρους στιγμές μιας διαδρομής (εντός και εκτός πανεπιστημίου, εντός και εκτός περιοδικών και οργανωμένων χώρων), έχει σημασία η πολιτική/ φιλοσοφική απομάκρυνση του ενός από τον άλλον. Και εδώ επανέρχομαι στο ζήτημα του ολοκληρωτισμού και της δημοκρατίας, δυο από τις περιοχές όπου κινήθηκαν πολλά από τα κείμενα των δύο.
Η κοινή ή έστω συγγενική αφετηρία ήταν, ως γνωστό, η ριζική κριτική των σχηματισμών εξουσίας που προέκυψαν από τη ρωσική Επανάσταση και την μετέπειτα παγίωση ενός ανατολικού στρατοπέδου. Φιλοσοφικά ήταν μεγάλη η οφειλή στον Μερλώ-Ποντύ αλλά και στον Βέμπερ μαζί φυσικά με τον Μαρξ και αργότερα με τον Αριστοτέλη (για τον Καστοριάδη). Αφετηριακά, τόσο ο Καστοριάδης όσο και ο Λεφόρ θα σκεφτούν τις δυνατότητες μιας άλλης θεώρησης για τον καπιταλισμό, για τα πρότυπα κοινωνικής και πολιτικής διεύθυνσης των κοινωνιών της νεωτερικής Δύσης. Με έναν δικό τους τρόπο, στηρίζουν μια λογική της διπλής άρνησης, τόσο του ιδιωτικού όσο και του κρατικού καπιταλισμού και φυσικά στέκονται αποφασιστικά και στο θέμα της αποικιοκρατικής βίας και του ιμπεριαλισμού όπως και στο άνοιγμα ρηγμάτων ελπίδας σαν αυτό που υπήρξε το συμβάν Μάης του ΄68. Το κοινό τους κείμενο για τον Παρισινό Μάη (το ρήγμα, La breche) και με την προσθήκη του ειρηνοποιού Εντγκάρ Μορέν, είναι ακριβώς μια απόπειρα να συναρμοστούν τα βλέμματά τους σε μια ανάγνωση επαναστατική-δημοκρατική-δημιουργική: διαβλέποντας δηλαδή ένα πεδίο δυνατοτήτων χειραφέτησης σε αυτή την εξέγερση που είχε συγχρόνως μέσα της (και από γύρω της) τη ‘σκουριά του παλαιού’ (για τους Καστοριάδη, Λεφόρ και Μορέν, η σκουριά του παλαιού το ΄68 ήταν ουσιαστικά όλες οι γλώσσες και οι αναλύσεις που διεκδικούσαν γνήσιους μαρξισμούς λενινισμούς της μιας ή άλλης κοπής, με άλλα λόγια οι αριστερισμοί των οργανώσεων).
Αυτή, ωστόσο, η σύγκλιση τη στιγμή του ‘Μάη’ μοιάζει με τελευταία αναλαμπή της ιδεολογικής κοίτης που ονομάστηκε Σοσιαλισμός ή Βαρβαρότητα. Σαν να έκλεισε ένας κύκλος που θα ανοίξει το 1948, θα περάσει από το 1956 (της Ουγγρικής Επανάστασης) και το Αλγερινό πριν αρχίσει να γνωρίζει σοβαρούς κλυδωνισμούς ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του ΄60. Και έπειτα θα είναι η δύσκολη και γεμάτη αναθεωρήσεις δεκαετία του ΄7ο όπου η ερμηνεία του ολοκληρωτισμού και της δημοκρατίας κυοφορεί αντιθέσεις που δεν μπορούν να συγκαλυφτούν πίσω από κάποια κοινά μέτωπα. Ο ‘αντιολοκληρωτισμός’ ως διανοητική και πολιτική ατμόσφαιρα στη γαλλική ζωή της εποχής μετά το 1974 – όπου δημοσιεύεται η γαλλική μετάφραση του Αρχιπελάγους Γκουλάγκ του Σολτσενίτσιν- θα δώσει λαβή στη συνολική ρήξη κάποιων διανοουμένων με τις σοσιαλιστικές και ριζοσπαστικές επαγγελίες. Κυρίαρχο ιδίωμά του αντιολοκληρωτισμού θα γίνει δηλαδή η αποδοχή της φιλελεύθερης δημοκρατίας ως ατελούς και ελλειπτικής μορφής όπου όμως προστατεύονται οι ελευθερίες και τα δικαιώματα των ατόμων και των ομάδων. Οι ΄νέοι φιλόσοφοι’ – σαν μηντιακό φαινόμενο και νέα πολιτιστική αγορά ιδεών- θα κινηθούν από έναν μεγαλόστομο ηθικό αντικρατισμό σε έναν φιλελεύθερο δημοκρατικό ατομικισμό με κύριο, αν όχι μοναδικό τους αντίπαλο το Γαλλικό Κομμουνιστικό Κόμμα όπως και τους Σοσιαλιστές (στο βαθμό που είχαν προσχωρήσει σε κοινό πρόγραμμα με τους κομμουνιστές ή διατηρούσαν ένα ‘κρατικιστικό’ σχέδιο).
Ο Καστοριάδης θεωρούσε μεν φιλοσοφικά ανυπόληπτους και αθεράπευτα ρηχούς τους ‘νεοφιλόσοφους’ και σε αυτό μάλιστα ήταν πολύ κοντά στον Ντελέζ σε αντίθεση με τον Φουκώ ο οποίος θα υπερασπιστεί τα βιβλία του Αντρέ Γκλικξμάν και του Μπερνάρ Ανρί Λεβύ. Θα είναι όμως, με τον τρόπο του, και αυτός αυτός ένας εταίρος της πιο σοβαρής πτέρυγας της αντιολοκληρωτικής οικογένειας. Άλλωστε είχε κατοχυρώσει δικαιώματα δεκαετίες πριν τους άλλους. Εκεί όμως που η δική του πολιτική σκέψη διαχωρίζεται ως ιδιαίτερος τόπος είναι στην επιμονή ως προς την ανάγκη μιας εναλλακτικής κοινωνικής, οικονομικής και πολιτισμικής τάξης. Μπορεί η ‘Δύση’ να ήταν προτιμότερη σε σχέση με άλλα καθεστώτα και μορφές κοινωνίας (αυτό ήταν πάγια εκτίμηση του Καστοριάδη) δεν ήταν όμως, σε καμία περίπτωση, ένα βιώσιμο μοντέλο για την πλειονότητα και τον πλανήτη. Η Δύση είχε καταστροφικές και τρελές πλευρές που δεν μπορούσαν να γίνουν αποδεκτές στο όνομα κάποιου ψυχρού ρεαλισμού ή σύγκρισης με το χειρότερο. Αν αφαιρέσει κανείς αυτό το στοιχείο από τον Καστοριάδη και τον διαβάσει απλώς ως έναν ‘αντιρώσο’ δυτικιστή (σχεδόν φιλελεύθερο), έχει διαστρέψει πλήρως την πολιτική και πνευματική του ταυτότητα, την ίδια την υπογραφή του στον κόσμο της σκέψης.
Για τον Λεφόρ, παθιασμένο αναγνώστη του Μακιαβέλι και του Λα Μποεσί, η πολιτική δεν είναι ένα αντικείμενο της επιστήμης όσο μια σκηνή όπου συνειδητοποιούμε τη σύγκρουση μεταξύ της επιθυμίας για ελευθερία και της επιθυμίας για υποτέλεια που κατοικεί στον καθένα. Η εμπειρία της δημοκρατίας είναι κυρίως μια εμπειρία διαίρεσης και σύγκρουσης (conflit) όπου η εξουσία δεν βρίσκει ‘ενσάρκωση’ σε ένα τόπο, έναν συλλογικό φορέα, ένα κοινωνικό υποκείμενο. Ο ολοκληρωτισμός γεννιέται μάλιστα από αυτό το κενό που ψάχνει να βρει ενσάρκωση είτε σε μία τάξη, είτε σε έναν ηγέτη, ένα κόμμα οδηγό ή στην ίδια την λογική της Ιστορίας και της επιστημονικής εξέλιξης.
Στον Καστοριάδη η διαίρεση, η σύγκρουση, οι διαλογικές και αγωνιστικές δημιουργίες μας προσκρούουν πάντα και σε ένα ‘δομικό’ πρόβλημα: στη λογική ενός συστήματος και ενός φαντασιακού, του καπιταλιστικού φαντασιακού (που θα το προσεγγίσει ως ορμή για απεριόριστη ανάπτυξη δίχως το ερώτημα του σκοπού παρά μόνο με τους κοντόφθαλμους στόχους που επιβάλλει η συμβατική οικονομική-τεχνοκρατική ιδεολογία). Με άλλα λόγια, ο Καστοριάδης δεν θα επιλέξει να γίνει ένας φιλόσοφος της δημοκρατίας πέρα ή εναντίον στην ιδέα της Επανάστασης. Θα επιμείνει μέχρι το τέλος της ζωής του σε μια σκέψη που επιδιώκει τον ριζικό μετασχηματισμό των υλικών και πολιτισμικών όρων της ζωής των συγχρόνων. Ενώ ο Λεφόρ θα αρκεστεί σε μια κάπως πιο ριζοσπαστική μετάφραση της πλουραλιστικής δημοκρατίας, σε μια πολιτική των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, ο Καστοριάδης θα μεταφέρει μαζί του ένα σοβαρό απόθεμα ριζοσπαστικής φαντασίας. Παρά την επιθετικότητά του έναντι των διαφόρων πολιτικών ρευμάτων της Αριστεράς δεν υιοθετεί ως αξεπέραστο ορίζοντα τον ορίζοντα της ‘φιλελεύθερης δημοκρατίας’. Αυτό ήταν άλλωστε που θα ξένιζε και τον Μαρσέλ Γκωσέ ο οποίος δεν μπορούσε να χωνέψει πως μπορούσε κανείς να είναι αντιολοκληρωτικός και συγχρόνως να μην αποκηρύσσει την Επανάσταση. Ο Λεφόρ από την πλευρά του μουρμούριζε πικρόχολα για τις διευθυντικές θέσεις του Καστοριάδη στον Οργανισμό Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης, τον γνωστό μας ΟΟΣΑ. Ή σχολίαζαν τις προσωπικές επιλογές του Καστοριάδη σε σχέση με μια ζωή ‘μεγαλοαστική’ και πάντως προσαρμοσμένη σε ένα στιλ πολύ μακριά από κάθε πληβειακή εμπειρία. ‘Να απολαμβάνεις τόσα αγαθά του συστήματος και μετά να το κατηγορείς και να δοκιμάζεις να το ανατρέψεις’, αυτό ήταν (και είναι ακόμα) η επωδός και απέναντι στις ‘εμμονές’ ενός Καστοριάδη.
Το στοιχείο που ενοχλούσε και γοήτευε (την ίδια στιγμή) στον Καστοριάδη ήταν αυτή η μείξη μοντερνιστικών και κλασικών στοιχείων, η συνύπαρξη μιας οριζόντιας, αντι-ιεραρχικής σύλληψης για τη δημοκρατία με ένα ήθος παιδευτικού ελιτισμού που προερχόταν από την αγάπη του Καστοριάδη για τη φιλοσοφία, τις κοινωνικές επιστήμες, τα μαθηματικά, τη μουσική και όλες τις άλλες δημιουργικές του εμπλοκές. Η απόστασή του από τις υπόλοιπες αντιολοκληρωτικές φωνές είχε ένα άλλο φιλοσοφικό και ηθικό βάθος. Δεν ήταν πιστεύω μόνο το προφανές της δικής του πεποίθησης για την άμεση δημοκρατία, την κατηγορηματική του στάση έναντι του συμβατικού αντιπροσωπευτικού μοντέλου. Ήταν κι αυτά όπως και άλλες διαφωνίες, λόγου χάρη η μεγάλη διαφωνία του Λεφόρ για τη θέση του Καστοριάδη περί αναδυόμενης ‘στρατοκρατίας’ στην ΕΣΣΔ της δεκαετίας του ΄80, με το περιβόητο (προβληματικό στην ανάλυσή του) κείμενο του Καστοριάδη Μπροστά στον Πόλεμο. Μπορεί φυσικά να σκεφτεί κανείς εδώ πως ο Καστοριάδης έβλεπε μπροστά στο χρόνο, πως διέκρινε από το 1980 τάσεις οι οποίες θα εκδηλωνόταν μετά το 2000 στη μετα-σοβιετική Ρωσία του Πούτιν όπου μερίδες των μυστικών υπηρεσιών και του στρατού θα έχουν πολύ σημαντικό ρόλο στη συγκρότηση μιας κυβερνώσας ολιγαρχίας. Όμως δεν ήταν ούτε αυτή η διαφωνία το καθοριστικό γεγονός της ‘τελικής’ ασυμφωνίας των δυο παλαιών συντρόφων. Πιστεύω πως η καρδιά της απόκλισης βρίσκεται σε αυτό που ο Καστοριάδης θα δοκίμαζε ως μια ανθρωπολογική κριτική του σύγχρονου καπιταλισμού. Αυτή η διάσταση εξακολουθεί να έχει ακόμα δεσμούς και με μια κριτική της πολιτικής οικονομίας, πράγμα που απουσιάζει στους άλλους της αντιολοκληρωτικής «παρέας». Ένας αντιολοκληρωτισμός που έμενε απλώς στην αποκατάσταση των τυπικών δικαιωμάτων/ ελευθεριών ή στην υπεράσπιση του πλουραλισμού γινόταν όλο και πιο αδιάφορος για στις παθολογίες της καπιταλιστικής μεγέθυνσης και πλανητικής επέκτασης. Δεν άφηνε πίσω του απλώς τις αυταρχικές εκδοχές σοσιαλισμού αλλά το ίδιο το κοινωνικό ζήτημα, το ζήτημα της εργασίας, της κοινωνικής εξάρτησης και φυσικά το θέμα της ανάπτυξης, των κυρίαρχων αξιών και προτύπων. Μια ολόκληρη σειρά ερωτημάτων έβγαιναν εκτός σκέψης, επειδή ‘ενσαρκώθηκαν’ με λάθος τρόπο σε κάποιες επαναστατικές εμπειρίες. Στον Καστοριάδη εντέλει ο αντιολοκληρωτισμός είναι κυρίως μια παιδεία επαγρύπνησης και όχι μια αυτόνομη πολιτική σκέψη. Η δική του ματιά γυρεύει την κατάφαση σε ένα άλλο τρόπο οργάνωσης της κοινωνίας και των θεσμών. Ο Λεφόρ προσέγγισε τον φιλελευθερισμό γιατί αποποιήθηκε κάθε οπτική της κατάφασης σε μια ‘ολιστική’ εναλλακτική. Ο φιλελεύθερος αντιολοκληρωτισμός ταύτισε κάθε ολιστική κοινωνική κριτική με το πολιτικό Κακό. Ο Καστοριάδης θα διασχίσει αυτή την εποχή των μεταμελημένων και αρνητικών σκέψεων, χωρίς να κλείσει ποτέ ερμητικά την πόρτα της σκέψης στο ενδεχόμενο μιας μεγάλης κοινωνικής, οικονομικής και πολιτισμικής αλλαγής του κόσμου μας. Από μια άποψη, ήταν ο μόνος που απορρίπτοντας τις περισσότερες εκδοχές σοσιαλισμού του αιώνα του, δεν εγκατέλειψε ως παρωχημένο και άχρηστο το δίλημμα του αρχικού τίτλου της ομάδας τους, το καταγωγικό σοσιαλισμός ή βαρβαρότητα. Ακόμα και αν στη θέση του σοσιαλισμού μπήκε ‘η αυτονομία΄, το δίλλημα έμεινε ανοιχτό και είναι κάτι διαφορετικό από το δίλημμα που επέλεξαν οι υπόλοιποι, το ερώτημα δηλαδή ΄φιλελεύθερη δημοκρατία ή ολοκληρωτισμός’. Ο Καστοριάδης κατάλαβε εγκαίρως ότι αυτό το τελευταίο οδηγεί στην απολίθωση και στην αποσάθρωση της πολιτικής σκέψης και σε συμβιβασμούς με μορφές αδικοπραγίας και εκμετάλλευσης που μπορούσαν να αναπτυχτούν εντός της φιλελεύθερης δημοκρατίας- ακόμα και αν αυτή δεν γινόταν ένας ολοκληρωτισμός. Να, σαν αυτό το είδος ηγεμονικής κακο-αρχίας που δεσπόζει στις μέρες μας και παράγει περισσότερα αδιέξοδα απ’ όσα είμαστε (κάποιοι-ες) να καταναλώσουμε και να είμαστε και ευχαριστημένοι από πάνω.