Ενώ είναι ο καιρός να ‘φεύγουμε σιγά-σιγά από την πόλη’, βρίσκομαι στο διαμέρισμα στη θερμική Θεσσαλονίκη και διαβάζω Γκέοργκ Ζίμελ, συγκεκριμένα τα δυο κείμενα που βγήκαν το 2ο17 στην Άγρα υπό τον γενικό τίτλο ‘Μητροπολιτική Αίσθηση’. Το ένα κείμενο αναφέρεται στις μεγαλουπόλεις και στη διαμόρφωση της συνείδησης, το άλλο έχει τον παράξενο τίτλο ‘κοινωνιολογία των αισθήσεων’ ( σε μετάφραση της παλιάς φίλης, Ιωάννας Μεϊτάνη). Ο Ζίμελ, στις αρχές του εικοστού αιώνα, μπορούσε να συνδέει τους ψυχικούς τόνους με τις νέες φόρμες της ζωής, την μετατροπή στη δομή της μεγάλης πόλης και τις αισθήσεις μας που οξύνονται ή θαμπώνουν, άλλοτε πηγαίνοντας προς την υπερδιέγερση κι άλλοτε πλησιάζοντας στην απάθεια.
Πριν από κάποιο καιρό, πιάνοντας το συγκεκριμένο μικρό βιβλίο, είχα σκαλώσει κυρίως στο πρώτο κείμενο, και ιδίως στο τρόπο που ο Ζίμελ βλέπει στον κάτοικο της μεγαλούπολης ένα όν που αντιδρά με τη νόηση για να προφυλάξει την εσωτερική, υποκειμενική του ζωή από τα πολλά, νευρικά ερεθίσματα που τον πολιορκούν. Η νόηση, λέει, προκρίνεται όχι μόνο για λόγους αυτοπροστασίας από τους ‘χειμάρρους της ζωής’ αλλά και γιατί συνδέεται με την ίδια την χρηματική οικονομία. Το χρήμα, όπως η αφηρημένη νόηση, ενισχύει μια ορισμένη απάθεια και ψυχρότητα, καθώς ενοποιεί την άπειρη ποικιλία των πραγμάτων και των εμπειριών σε μια αποχρωματισμένη εμπειρία. Αποχρωματισμός, νοησιαρχία, έλεγχος του θυμικού και αδιαφορία πάνε λοιπόν μαζί συναντώντας την ‘άσπλαχνη αντικειμενικότητα’ της μεγαλούπολης.
Τώρα όμως δεν μπορώ παρά να εντυπωσιαστώ από το δεύτερο κείμενο, από αυτό με τον απρόβλεπτο (ιδίως για όσους αγνοούν τον συγκεκριμένο Γερμανό) τίτλο, κοινωνιολογία των αισθήσεων. Και μόνο που ακούει κανείς την έκφραση κοινωνιολογία της όρασης, της ακοής, της όσφρησης κλπ. θα νιώσει ενόχληση και θυμό. Έλεος, θα σκεφτεί, πάλι κάποιος υπερφίαλος βρήκε την ευκαιρία να χωθεί εκεί που δεν τον σπέρνουν. Πώς είναι δυνατό μια κοινωνική επιστήμη να μιλήσει για το πιο ιδιαίτερο, το πιο ιδιωτικό, το πλέον εύθραυστο δικό μας πράγμα, για την μια ή άλλη ‘αίσθησή μου’; Το ξέρω καλά αυτο το αίσθημα γιατί, όντως αιώνια διχασμένος μεταξύ λογοτεχνικής και θεωρητικής σκηνής (και οι μεν και οι δε κοιτούν πάντα με δυσπιστία τα αμφίβια), κυριεύομαι, κατά καιρούς, από ιερό μένος κατά των ‘θεωρητικών’: που πάτε, λέω, με τους περίτεχνους τίτλους σας της πολιτισμικής θεωρίας να καταπατήσετε το άβατο του βιώματός μας, τον λεπτό πάγο που από κάτω του χύνεται η λίμνη του κάθε εαυτού με τν ακατάπαυστη κίνηση στην επιφάνεια και στον πυθμένα;
Φυσικά, με μια άλλη κίνηση, κάνω κι εγώ τα ίδια, καταπατώντας άβατα ή αυτά που η παλιά ποιητική συνείδηση τα θεωρούσε ανέγγιχτα εδάφη. Τέλος πάντων. Ο Ζίμελ από αυτό ξεκινάει αναγνωρίζοντας καταρχήν πως η κοινωνική επιστήμη ασχολείται κυρίως με ‘δομές’ ή, όπως τις χαρακτηρίζει, με ‘δομές ανώτερης τάξης’ (κράτη, συνδικάτα, ιερατεία, μορφές οικογένειας κ.λπ.). Κάτω όμως από αυτές τις δομές, υπάρχει ΄σφύζουσα η ζωή’
» οι άνθρωποι κοιτάζονται, ζηλεύουν ο ένας τον άλλον, ανταλλάσσουν γράμματα ή τρώνε μαζί το μεσημέρι’ έρχονται σε επαφή με συμπάθεια ή αντιπάθεια, πέρα από κάθε συγκεκριμένο συμφέρον’ ο ένας ρωτάει τον άλλον για τον δρόμο, ντύνονται και στολίζονται ο ένας για τον άλλον- οι χιλιάδες σχέσεις που ξετυλίγονται από άνθρωπο σε άνθρωπο, στιγμιαίες ή διαρκείς, συνειδητες ή ασυνείδητες, περαστικές ή σημαντικές (….)μας συνδέουν διαρκώς μεταξύ μας. Κάθε μέρα, κάθε ώρα υφαίνονται τέτοιοι ιστοί, εγκαταλείπονται, μαζεύονται ξανά, αντικαθίστανται με άλλους, συνυφαίνονται με άλλους»
Από αυτή τη συνύφανση και τους χίλιους-δυο δεσμούς που την ενσαρκώνουν, ο Ζίμελ θέλει να πλάσει την κοινωνιολογία του κάθε αισθητηριακού οργάνου. Και όπως θα περίμενε κανείς, αρχίζει κι αυτός από το μάτι, από την αμοιβαία ορατότητα για να πάει στη συνέχεια στο αυτί, στη μύτη, σε αυτό που θα χαρακτηρίσει ‘κατώτερες αισθήσεις’. Σε λίγες σελίδες γίνεται προσπάθεια να περιγραφεί ο ‘κοινωνιολογικός ιστός’ της κάθε αίσθησης. Το μάτι που χαμηλώνει ντροπιασμένο, η μύτη του αστού που οσφραίνεται τις ξινές οσμές των φτωχών, το βλέμμα με τον οποίο, όπως λέει ο συγγραφέας, λαμβάνουμε τον άλλον και φανερωνόμαστε στους άλλους. Λίγες σελίδες είναι και καταλαβαίνουμε ότι ο Ζίμελ διαισθάνεται πλήρως τη σημασία των μικρών σκιάσεων και των αχνών φωτισμών, το εύρος που έχει η χορογραφία των αισθήσεών μας για τη γνώση του κόσμου ως πεδίου αμοιβαιότητας, σύγκρουσης, μοιρασιάς- για την ενσώματη δηλαδή ύπαρξή μας. Αυτή η σκέψη φαίνεται να κινείται σε ένα τόπο κοντά στον μυθιστοριογράφο, κοντά στον Τσβάιχ, στον Φοντάνε ή ακόμα και στον Προυστ που, περισσότερο από άλλους, έφτιαξε ένα έπος των αισθήσεων, έχοντας, ωστόσο, αυτός ο αριστοκράτης, μια συνείδηση του μεγαλείου κι αυτής ακόμα της ‘όσφρησης που ο κοινωνιολόγος μας την τοποθετεί χαμηλά.
Διαβάζω στον Ζίμελ:
»Το μάτι, εκτός από την ατομικότητα κάθε ανθρώπου, η οποία αποτυπώνεται στην εξωτερική του εμφάνιση, δείχνει σε μεγαλύτερο βαθμό απ’ ό,τι το αυτί, και τα κοινά σε όλους χαρακτηριστικά. Γιατί το αυτί μεταφέρει την πληθώρα διαφορετικών διαθέσεων του ατόμου, τη ροή και τη στιγμιαία όξυνση των σκέψεων και των παρορμήσεων, την όλη πολικότητα τόσο της υποκειμενικής όσο και της αντικειμενικής ζωής. Για ανθρώπους που μόνο τους βλέπουμε σχηματίζουμε πολύ ευκολότερα μια γενική εντύπωση, παρά αν μπορούσαμε να τους μιλήσουμε. Η συνηθισμένη ατέλεια της όρασης ευνοεί αυτή τη διαφορά. Ελάχιστοι άνθρωποι ξέρουν να πουν με σιγουριά ακόμα και τι χρώμα μάτια έχουν οι φίλοι τους ή μπορούν να ανασυνθέσουν πειστικά στη φαντασία τους το σχήμα του στόματος των κοντινών τους ανθρώπων. Ουσιαστικά, δεν τους έχουν δει καν, γιατί προφανώς στον άλλον ανθρωπο πολύ περισσότερο βλέπουμε τα κοινά που έχει με τους άλλους, παρά τα ακούμε. Γι’ αυτό και άμεση κατασκευή πολύ αφηρημένων και ακαθόριστων κοινωνικών οικοδομημάτων ευνοείται περισσότερο απο την οπτική εγγύτητα, όταν λείπει η ακουστική εγγύτητα. Τούτος ο σχηματισμός (….) έχει υποβοηθήσει πολύ τη δημιουργία του σύγχρονου ορισμού του ‘εργάτη’. Αυτός ο εξαιρετικά επιδραστικός όρος, ο οποίος περιλαμβάνει γενικά όλους τους μισθωτούς εργάτες, είτε κατασκευάζουν κανόνια είτε παιχνίδια, δεν ήταν προσιτός κατά τους περασμένους αιώνες, όταν οι ενώσεις των τεχνιτών ήταν μεν πιο στενές και προσωπικές, γιατι βασιζόταν αισθητά στην προσωπική και προφορική επαφή, τους έλειπε όμως η αίθουσα του εργοστασίου και η γενική συνέλευση. Εδώ όμως, όπου βλέπεις αμέτρητους εργάτες χωρίς να τους ακους, συντελέστηκε η υψηλή εκείνη αφαίρεση αυτού που έχουν όλοι κοινό και συχνα εμποδίζεται στην εξέλιξή του από το ατομικό, το απτό, το μεταβλητό, έτσι όπως μάς το μεταφέρει το αυτί»
Αυτές οι γραμμές του 1907 (χρονιά που βγήκε η κοινωνιολογία των αισθήσεων) υπενθυμίζουν αναπότρεπτα την μεγάλη τους απόσταση από τη δική μας συνθήκη των αισθήσεων. Το βλέμμα του Ζίμελ έχει να κάνει με μια κοινωνία όπου η συγκέντρωση του βλέμματος σε σχετικά ομοιογενείς κατηγορίες γεννούσε τη μαζική πολιτική. Αυτό σήμαινε πως μία γενική φόρμα μπορούσε να ανταποκριθεί σε θεμελιώδεις εμπειρίες του αντικειμένου. Η αφηρημένη έννοια σχηματιζόταν ήδη με αφαιρέσεις προσιτές στον καθένα, αφού μπορούσε να δει τους ‘εργάτες’ να είναι εκεί, να είναι στα μέρη τους. Σωματειακό και σωματικό επικοινωνούσαν. Παρά το ότι οι προσωπικές ευαισθησίες άρχιζαν ήδη να έχουν μεγαλύτερη ένταση και να παίζουν το ρόλο τους, δεν σκέπαζαν πλήρως την ‘αντικειμενική πραγματικότητα’. Για τι άλλο συζητάμε εδώ και χρόνια εκτός από το ότι οι φόρμες, τα γενικά σχήματα και τα κελύφη των εννοιών έχουν ατονήσει; Και φυσικά, για να πάμε στο παράδειγμα του Ζίμελ, η ορατότητα του εργάτη ιδίως ως ορατότητα τόπων συνάθροισης και συλλογικής έκφρασης έχει μειωθεί (και για μερικούς βιαστικούς ή ανακουφισμένους: έχει εξαφανιστεί)
Επειδή όμως ζούμε και στον καιρό των deep fake λήψεων, κάποιες αισθήσεις μπορεί να μας παραπλανούν και ασφαλώς δεν μπορούμε να μείνουμε μόνο σε μια κλασική διήγηση για τις αισθήσεις. Δεν είναι μόνο που αναρωτιόμαστε αν η φωτογραφία ή το ηχητικό είναι αληθινά. Ξερουμε, ήδη, ότι η γεύση μπανάνας στο επιδόρπιο δεν έχει καμιά σχέση με τη μπανάνα και ότι το κόκκινο χρώμα στο ποτό δεν έχει ουδεμία σχέση με την φράουλα ή το κεράσι. Δεν είναι μόνο η τάξη του ορατού σε αμφισβήτηση αλλά σχεδόν όλες οι αισθήσεις (πλην μιας). Είτε μας αρέσει είτε όχι, λέω, πρέπει έτσι να κάνουμε το ταξίδι πάλι προς τις μεγάλες δομές, να ξαναμιλήσουμε δηλαδή για σχήματα, διαδικασίες και συστήματα που καθορίζουν, σε μεγάλο βαθμό, αυτό που επίσης συνεχίζει να υφίσταται: την Ιστορία. Και που εξηγούν, ως ένα βαθμό, γιατί τόσα βελτιωτικά γεύσης πάνω στον αφανισμό της γεύσης, γιατί τόσες παραποιημένες εικόνες, γιατί τόσα μοντάζ αμφίβολων ηχητικών, γιατί τόσες επιχρωματισμένες βιντεοστιγμές για νοσταλγικό scrolling.
Μαζί, εξάλλου, αισθήσεις, Ιστορία, δομές ξετυλίγουν το νήμα μιας αφήγησης που η κατάληξή της δεν είναι, ευτυχώς, προδιαγεγραμμένη. Ο ίδιος ο άνθρωπος είναι σύνθεση αυτών των στοιχείων. Όπως γράφει ο Ζίμελ με τον τρόπο ενός ανθρώπου της Belle Epoque:
»Ο άνθρωπος από μόνος του είναι για τις αισθήσεις μας κάτι το διαρκές και το ρέον ταυτόχρονα..».
Το ρέον έγινε θεότητα όταν κάποια στιγμή η διάρκεια και η ανθεκτικότητα των κλασικών μορφών και θεσμών κούρασε ή απογοήτευσε. Στραφήκαμε λοιπόν πάλι προς τις αισθήσεις ή μάλλον σε εκείνη τη αισθητική φαντασμαγορία που λατρεύει την αμεσότητα και το στιγμιαίο. Διαβάζοντας (και) τον Ζίμελ απολαμβάνει φυσικά κανείς ιστορίες του ματιού, της ακοής και (λιγότερο) της όσφρησης. Λείπει όμως η γεύση και ιδίως η αφή. Έχω την εντύπωση πως αυτή η τελευταία είναι η πιο αδικημένη πολιτισμικά από τις αισθήσεις, καθότι πιο ύποπτη και κοινωνικά ή υγειονομικά αμφιλεγόμενη. Η αφή που εντέλει αφορά την επιφάνεια της σάρκας και, προεκτείνοντας, το διάστημα της τρυφερότητας και της αγάπης.