Ο κόσμος μας παράγει όλο και περισσότερο απορρίμματα. Με μια έννοια, έγινε μοντέρνος πολλαπλασιάζοντας όσα πετούσε, όσα έκρυβε κάτω από τις στιλπνές επιφάνειες και όσα, εντέλει,  έμπαιναν στο εμπόριο. Χημικά απόβλητα, σκραπ, αποσυρμένα δηλητήρια.

Το βιβλίο ερευνητικής δημοσιογραφικής τόλμης του Αλεξάντερ Κλαπ «Ο πόλεμος των σκουπιδιών, ανταποκρίσεις από τις παγκόσμιες χωματερές» (Εκδόσεις Δώμα, σε ρέουσα μετάφραση της Δέσποινας Κανελλοπούλου), δεν είναι μόνο ένα σύνολο περιγραφών μιας παγκόσμιας και τοπικής συνθήκης, της συνθήκης που αφορά την παραγωγή, διακίνηση, ‘αξιοποίηση’ των απορριμμάτων. Είναι πολλά κείμενα σε ένα: μια ιστορία της επέκτασης του πεδίου του πλαστικού, μια ανατομία των σχέσεων Βορρά/ Νότου, μια μελέτη ποικίλων σχέσεων εξουσίας και διαφθοράς που ενώνει ηπείρους, περιφέρειες, απομακρυσμένες θέσεις.

Τρία στοιχεία συνθέτουν για μένα την αιχμή της ανάλυσης αυτής.

Οι αφηγήσεις ξεχωριστών επεισοδίων από τον ‘βίο των σκουπιδιών’

Η ένταξη αυτών των επεισοδίων όπου συναντούμε και πρόσωπα, τυχοδιώκτες, επιχειρηματίες, μαφίες κλπ. σε μια πολιτική οικονομία του μεταπολεμικού κόσμου και των συστημάτων του

Η παρουσίαση ενός κατά κανόνα ερεβώδους υποστρώματος που συχνά στηρίζει επίσημες οικονομικές δραστηριότητες αλλά και τρόπους ζωής και ένα μοντέλο οικονομικής και κοινωνικής μεγέθυνσης

Ο Κλαπ πηγαίνει από χώρα σε χώρα, από ήπειρο σε ήπειρο. Περιγράφοντας τις διαδρομές αποβλήτων ή απορριμμάτων, μας εισάγει στην ιεραρχική διάταξη μεταξύ παγκόσμιου Βορρά και Νότου, διάταξη γεμάτη σύνθετους κόμβους διαπλοκής και κυριάρχησης.

Η περιγραφή φτιάχνει εντέλει ένα πραγματικό κοινωνικό, ιστορικό και γεωγραφικό νουάρ αφήγημα.

Επιλέγω εδώ ένα μεγάλο απόσπασμα από το 10ο κεφάλαιο, με τον τίτλο Το εμπόριο αποβλήτων αντεπιτίθεται

« Η απόπειρα κατασκευής του λιμανιού Λας Εσκόμπας στη Γουατεμάλα [ σ.δικη μου: η Γουατεμάλα είναι μια χώρα με διακριτό ρόλο στην αφήγηση του βιβλίου] για τη παραλαβή λυματολάσπης δεν είναι παρα ένα μόνο παράδειγμα για το πως, ακόμα κι αφότου τέθηκε σε ισχύ η Σύμβαση της Βασιλείας στις αρχές της δεκαετίας του 1990, το εμπόριο τοξικών αποβλήτων ουσιαστικά δεν σταμάτησε ποτέ. Απλώς οι μεσίτες αποβλήτων γινόταν όλο και πιο πονηροί˙ προπάντων, έπαψαν να αποκαλούν τη δουλειά τους ‘εμπόριο αποβλήτων’. Τώρα πια διακινούσαν ‘οικοδομικά υλικά’, ‘σκραπ’, ‘καύσιμες ύλες’, ‘ανακτηθέντα παραπροϊόντα’.  Κι ακόμα κι όταν η κυκλοφορία των τοξικών αποβλήτων περιορίστηκε στο εσωτερικό των πλούσιων χωρών ή μεταξύ τους, η ψαλίδα Βορρά-Νότου δεν έπαψε ν’ ανοίγει. Εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στην Ιταλία, μια λοφοσειρά ανατολικά της Νάπολης έγινε γνωστή ως ‘το τρίγωνο του θανάτου’, όταν μετατράπηκε σε νεκροταφείο χημικών όπου κατέφταναν υγρά μπαταρίας και νοσοκομειακά απόβλητα κι από τη Γερμανία. ‘Για εμάς τα σκουπίδια είναι χρυσός’, καυχιόταν ένας μαφιόζος κατάδικος το 2008.

Στην καρδιά των ΗΠΑ διαμορφώθηκε ένας νέος ‘τρίτος κόσμος’: επρόκειτο για τις αυτοδιοικούμενες ζώνες των Αυτοχθόνων Αμερικανών, τους οποίους στις αρχές της δεκαετίας του ΄90 η κυβέρνηση είχε προσπαθήσει να πείσει  να δεχτούν μεγάλες ποσότητες πυρηνικών αποβλήτων επ’ αμοιβή. Όπως υποστήριξαν οι απεσταλμένοι της ομοσπονδιακής κυβέρνησης στις συνομιλίες τους με τους φυλάρχους, οι Αυτόχθονες Αμερικανοί ήταν ο ιδανικός παραλήπτης γι’ αυτή την ιδιαιτέρως επικίνδυνη  μορφή αποβλήτων, η οποία χρειάζεται απροσμέτρητο χρόνο για να αποσυντεθεί. Οι κοινωνίες των αυτοχθόνων είχαν πολύ στενότερη επαφή με τους φυσικούς ρυθμούς της Γης απ’ ό,τι οι λευκοί Αμερικανοί. Διέθεταν πιο βαθιά αίσθηση του καθήκοντος. Και, σε τελική ανάλυση, αυτός ο τόπος ήταν δικός τους.

Εξυπακούεται, επίσης, ότι τα φορτία τοξικών αποβλήτων που συνέχισαν να διασχίζουν τα διεθνή σύνορα παρέμεναν το ίδιο φονικά. Ας πάρουμε για παράδειγμα  την Ακτή Ελεφαντοστού στη δυτική Αφρική. Το 2006 το πλοίο με σημαία Παναμά – το οποίο ανήκε σε ελληνική πλοιοκτήτρια εταιρία με έδρα τη Ρωσία και ήταν μισθωμένο σε μια Ολλανδική εταιρεία- άδειασε σχεδόν 500 τόνους θειούχα απόβλητα από το Τέξας στο λιμάνι της πρωτεύουσας Αμπιτζάν. Η καταστροφή ήρθε ακαριαία. Αν και οι αρχές της Ακτής Ελεφαντοστού ισχυρίστηκαν ότι 17 άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους εξαιτίας του συμβάντος, σήμερα γνωρίζουμε ότι τουλάχιστον 100000 άτομα χρειάστηκαν ιατρική βοήθεια. Η Abidjan la Belle όπως αποκαλούσαν την πόλη οι κάτοικοί της έγινε Abidjan La Poubelle. (Aμπιτζάν, ο Σκουπιδοντενεκές)

[….]

Στα μέσα της δεκαετίας του ’90, ο Παγκόσμιος Βορράς δεν έδειχνε πια να ενδιαφέρεται και τόσο να εξαγάγει τα επικίνδυνα χημικά του απόβλητα στις αναπτυσσόμενες χώρες, για τον απλούστατο λόγο ότι παρήγε πλέον πολύ μικρότερες ποσότητες αποβλήτων, αφού οι ίδιες οι βιομηχανίες είχαν μεταφερθεί στο Νότο. Εργοστάσια που κάποτε λειτουργούσαν στο Μίσιγκαν ή στη βόρεια Ιταλία έκλειναν και μεταφέρονταν σε χώρες όπως η Ονδούρα ή η Ταϊλάνδη, όπου η περιβαλλοντική και εργατική νομοθεσία ήταν σχεδόν ανύπαρκτες. Αυτό σήμαινε, βέβαια, ότι κάποιες αναπτυσσόμενες χώρες αποκτούσαν επιτέλους τη βιομηχανία που τόσο λαχταρούσαν τη δεκαετία του ΄70. Το τίμημα όμως ήταν ότι φορτωνόταν ολόκληρο το φάσμα της ρύπανσης απ’ την οποία απαλλασσόταν πλέον ο παγκόσμιος Βορράς, και μάλιστα με μειωμένο νομικό και οικονομικό κόστος.

Κι αυτό δεν ήταν καν το μεγαλύτερο παράδοξο του εμπορίου αποβλήτων τη δεκαετία του ΄90. Η Σύμβαση της Βασιλείας, εστιάζοντας για ευνόητους λόγους στη διακίνηση ουσιών γνωστής επικινδυνότητας όπως ο αμίαντος ή τα απόβλητα διαλυτών, άφηνε ασαφές ή και τελείως αρρύθμιστο το καθεστώς αμέτρητων άλλων ουσιών.  Το αποτέλεσμα; Απαγορεύοντας ρητά την εμπορία ενός συγκεκριμένου είδους αποβλήτων – των τοξικών χημικών προς φτωχές χώρες- έκανε τη διακίνηση άλλων αποβλήτων να φαντάζει νόμιμη και θεμιτή.

[…[

Η ψευδαίσθηση ότι υπήρχε πλέον ένα στοιχειώδες ρυθμιστικό πλαίσιο για το εμπόριο των αποβλήτων οδήγησε στο μεγαλύτερο οξύμωρο απ’ όλα: τη δεκαετία του ΄90 το εμπόριο αποβλήτων σημείωσε εκρηκτική άνοδο. Μόνο που τώρα στις μακρινότερες γωνιές του πλανήτη δεν ταξίδευαν τα επικίνδυνα βιομηχανικά υπολείμματα ενός εργοστασίου στο Πίττσμπουργκ ή στο Ντύσελντορφ, αλλά τα πράγματα που πετούσαμε εμείς οι ίδιοι στο σπίτι μας. Ο εξαιρετικά κερδοφόρος κόσμος του μεταβιομηχανικού εμπορίου αποβλήτων έδωσε σιγά-σιγά τη θέση του στον αδιανόητα κερδοφόρο κόσμο του μετακαταναλωτικού εμπορίου αποβλήτων. Τα πλαστικά πιρούνια μιας χρήσης που πετούσαμε στα σκουπίδια κατέληγαν σε χωριά του Βιετνάμ. Η χαλασμένη τηλεόραση που αφήναμε στο πεζοδρόμιο κατέληγε σε παραγκουπόλεις της Νιγηρίας. Τα φθαρμένα λάστιχα του αυτοκινήτου μας κατέληγαν κάπου στα βάθη της Ινδίας. Τα παλιά μας ρούχα σε ερήμους της Χιλής. Οι άδειες μας μπαταρίες στο Μεξικό.»

Ο «πόλεμος των σκουπιδιών» περιέχει πολλά επεισόδια από την πυκνή ύφανση της προϊούσας παγκοσμιοποίησης- επιλέγοντας τα υπόγεια νερά όχι τους μεσαίους ή τους ανώτερους ορόφους αυτής της υπερκατασκευής.

Όπως και άλλα κείμενα που βαδίζουν στις πιο επικίνδυνες ζώνες, έχει πολλές λεπτομέρειες και ενδεχομένως οδηγούν τον αναγνώστη στον ίλιγγο της πληροφορίας. Την ίδια στιγμή όμως, αυτό το στοιχείο ρεπορταζιακής και συγγραφικής ‘τρέλας’ εξισορροπείται από μια σκέψη κατά βάθος ηθική ή ηθικοπολιτική. Τι μπορούμε να κάνουμε καλύτερο για τον πλανήτη, τις φτωχότερες κοινωνίες, τα δικά μας υπερφορτωμένα συστήματα που παράγουν και εξάγουν αγαθά και δηλητήρια, γκατζετάκια και νέες μορφές μιζέριας; Πως μπορεί να τιθασευτεί ο πολιτισμός του πλαστικού και ό,τι φέρνει μαζί του πια;

Το βιβλίο δεν είναι πολιτικό δοκίμιο ούτε στοχασμός μελλοντολόγου, σαν αυτός που διακινείται σήμερα ως εκλαϊκευμένη κοινωνική ανάλυση. Τι κάνει; Εκθέτει πεπραγμένα και αδιαμφισβήτητα στοιχεία καταστροφής, εγκληματικών πρακτικών, βαθύτατα ανεύθυνων πολιτικών αποφάσεων. Ενίοτε αποδομεί και τις καλές προθέσεις ή τις επιδιώξεις ενός μέρους του οικολογικού χώρου, ζήτημα που εγείρει συζητήσεις και πάντως δείχνει το τι σημαίνει ‘ακούσιες συνέπειες’ της δράσης σε συνθήκες όπου δεν ελέγχουμε ποιος ή τι θα αξιοποιήσει μια θέση, μια τάση, μια νομοθεσία.

Πάνω απ’ όλα όμως είναι μια μαρτυρία για το πως άνθρωποι, κοινωνίες ολόκληρες ή περιοχές μετατρέπονται σε απορρίμματα και χωματερές. Από την Ινδονησία στη νότια Τουρκία, από τα βάθη της Αφρικής ως τον Κόλπο του Μεξικού- και τόσες άλλες επικράτειες όπου ο συγγραφέας αναζητεί τα πειστήρια του εγκλήματος.

Σε μια βιβλιοθήκη για αυτό που έχει ονομαστεί νεοφιλελεύθερη/ καπιταλιστική παγκοσμιοποίηση αλλά και τις άλλες μορφές αλόγιστης και ανορθολογικής χρήσης των πόρων (από διεφθαρμένες εξουσίες κάθε τύπου), ο «Πόλεμος των Σκουπιδιών» θα είχε ασφαλώς μια θέση ανώτερη από πολλές εργασίες σπαρμένες με εξωραϊστικές αφαιρέσεις, γενικόλογα σχήματα και ρητορικές αναπτυξιακού εκδημοκρατισμού. Είναι κάποια κεφάλαια εφαρμοσμένου υλισμού όπου η χρήσιμη και επώδυνη απομυθοποίηση συνοδεύεται από μια γνήσια αγωνία για το μέλλον, για το τι κληρονομούμε στους κατοπινούς.