ΣΧΟΛΙΟ ΓΙΑ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΗΣ ΝΑΣΙΑΣ ΔΙΟΝΥΣΙΟΥ. ΄ΜΗ ΓΡΑΦΕΤΕ ΑΡΘΟΥΡΟΣ’, Πόλις.
Ξέρουμε ότι το ποιητικό στοιχείο σε ένα πεζογράφημα είναι δίκοπο μαχαίρι. Ιδίως όσοι-ες προερχόμαστε από αυτό το είδος ιδιαίτερου βλέμματος (των ποιημάτων), νιώθουμε συχνά την αμφίσημη φύση αυτής της κληρονομιάς: άλλοτε εστία αμηχανίας και άλλοτε, σπανιότερα πλέον, πηγή εσωτερικής δυναμικής, άλλοτε παγίδα που στήνεται από την ίδια τη γλωσσική ευφορία στη γραφή ή πραγματική προπαίδεια για ανώτερες εκφραστικές δυνατότητες. Τα τελευταία χρόνια έχουμε δείγματα και από τις δυο εκδοχές, πεζά που δεν καταφέρνουν να αξιοποιήσουν την πρόθεση για υψηλές θερμοκρασίες (σαν να καίγονται στην ίδια τη ρητορική τους ευρηματικότητα) και κείμενα που κατάφεραν να υπερβούν την απειλή του φορμαλιστικού ευφυολογήματος επειδή είχαν κάτι να πουν, κάτι πέρα από την ηδυπάθεια των σημαινόντων. Κείμενα απορροφημένα για τα καλά στον εαυτό τους κι άλλα, που ενώ κοιτάζουν προς τα μέσα, την ίδια στιγμή, έχουν οξεία αίσθηση της Ιστορίας και των εξωκειμενικών τόπων της οδύνης και της ομορφιάς. Πεζογραφήματα που, δίχως να έχουν πια δεσμεύσεις στον συμβατικό ρεαλισμό, ξέρουν να μιλήσουν για τις αδήριτες πραγματικότητες (στρατόπεδα, προσφυγική συνθήκη, πολλαπλές εμπειρίες καταπίεσης) και άλλα που έμειναν σε αβαθή δράματα δωματίου, παρέα συνήθως με διακειμενικά παιχνιδίσματα που προστίθενται σαν όγκος ουσιαστικά αμετάτρεπτος σε ζωντανή λογοτεχνική ύλη.
Πλησιάζοντας το Μη Γράφετε Αρθούρος της Νάσιας Διονυσίου είχα, ομολογουμένως, μια μικρή ανησυχία για το θέμα που άκουγα (η παρουσία του Ρεμπώ στην Κύπρο των πρώτων χρόνων της Αγγλοκρατίας) επειδή, εκτός των άλλων, οι μυθοπλασίες με γνωστές προσωπικότητες, πόσο μάλλον με την κατεξοχήν περσόνα-είδωλο του μοντέρνου esprit, δεν είναι καθόλου εύκολη υπόθεση. Ο Ρεμπώ, έχοντας μεταχρονολογημένα βαφτιστεί ένα είδος Τζιμ Μόρισσον του γαλλικού fin-de-siècle, θα μπορούσε να υποστεί και αυτός την τιμωρία της λατρείας των καταραμένων πνευμάτων.
Ήξερα, όμως, τα προηγούμενα βιβλία της Διονυσίου, τα διηγήματα της Περιττής Ομορφιάς (Ροδακιό) και ιδίως το Τι είναι ένα κάμπος (Πόλις). Κι εκείνα έκαναν ήδη φανερή την στροφή σε μια ποιητική της Ιστορίας με όχημα μια διπλή ευαισθησία: απέναντι στο αποσιωπημένο ιστορικό συμβάν και απέναντι στο, φαινομενικά, ασήμαντο πράγμα. Η κεκτημένη γνώση για έναν συγγραφέα ενθαρρύνει τη στοιχειώδη, έστω, εμπιστοσύνη για τα επόμενα βήματα του, στη λογοτεχνία όμως κανένας δεν μπορεί να εγγυηθεί ότι κάτι δεν θα στραβώσει ή ότι, με κάποια κριτήρια, μπορεί κανείς να πάει και πίσω ή, έστω, να μείνει στάσιμος, σε ένα στιλ απλής συγγραφικής αυτοσυντήρησης.
Μπαίνοντας στον «Αρθούρο» κατάλαβα ότι το έδαφος έχει δουλευτεί με ιδιαίτερο τρόπο. Είναι ένα πεζογράφημα ρυθμικής πρόζας. Αυτό φαίνεται να ανταποκρίνεται στις ιδιότητες που γνωρίζουμε για τον πρωταγωνιστή και την ταυτότητά του. Ο Αρθούρος είναι ο μυστηριώδης, φευγαλέος και τελικά ύποπτος Γάλλος που κάπου στις τελευταίες δεκαετίες του 19ου αιώνα θα βρεθεί στο όρος Τρόοδος και θα συνδεθεί με ένα έγκλημα. Είναι ένας άνθρωπος που εμείς γνωρίζουμε την διασημότητα του αλλά εδώ είναι ένας φυγάς-του-παρελθόντος του. Γύρω από αυτή τη συγκεκριμένη φιγούρα θα διασταυρωθούν τρεις διακριτοί και αλληλοσχετιζόμενοι κόσμοι: ο υλικός-φυσικός διάκοσμος του νησιού – φυτά, πετρώματα, τοπία-, ο λαϊκός κόσμος των ντόπιων (ανδρών και γυναικών) και, εξαρχής, ο αριστοκρατικός κόσμος των ξένων, του Μεγάλου Αρμοστή, των διαφόρων κυριών και κυρίων που ανεγείρουν κατοικίες, στήνουν τη διοικητική μηχανή, καταφτάνουν και εγκαθίστανται στο Νησί με μια υπόσχεση κοινωνικού εκσυγχρονισμού:
«Πολλοί είναι αυτοί που έρχονται και ξανάρχονται περιμένοντας να πιάσουν την καλή, αμέτρητες, λένε, οι ευκαιρίες. Ακούγεται πως θα επενδυθούν κεφάλαια, θα κατασκευαστούν δρόμοι, σιδηρόδροοι, θα χτιστούν οχυρά στρατώνες σχολεία νοσηλευτήρια, θα μεταφερθεί νερό στις δημόσιες βρύσες και φυσικό αέριο στα σπίτια, θα ξαναλειτουργήσουν τα αδρανή ορυχεία, θα παραχωρηθούν γαίες, θα αναδασωθούν οι χέρσες εκτάσεις, θα δημιουργηθούν έργα άρδευσης, θα αναβαθμιστεί η παραγωγή του αλατιού, θα εισαχθούν σύγχρονα γεωργικά μηχανήματα λιπάσματα σπόροι βαμβακιού από την Αμερική, θα βελτιωθεί η ποιότητα του κρασιού και του λαδιού μας, το εμπόριο θα γίνεται με απευθείας αποστολές στα αγγλικά λιμάνια, θα επεκταθούν οι εισαγωγές οι εξαγωγές οι υπηρεσίες, θα ιδρυθούν τραπεζικοί οίκοι, θα αναπτυχθεί ο τουρισμός, μέχρι κι η ανταπόκριση της σιδηροδρομικής γραμμής της Κοιλάδας του Ευφράτη, που θα ενώνει τις Ινδίες με την Ευρώπη, θα φτάνει εδώ από την Αλεξανδρέττα. Πολλά θα γίνουν, όλοι περιμένουν πως πολλά θα γίνουν. Κι οι ξένοι που έρχονται και ξανάρχονται, κι οι ντόπιοι που δεν έχουν και κάπου αλλού να πάνε.
Η γλώσσα του βιβλίου τρέπεται ακατάπαυστα από το πιο χωμάτινο στο αέρινο, από έναν πλούτο λεπτομερειών που δίνονται σχεδόν ‘νατουραλιστικά’ σε στοχαστικές παύσεις και συνειρμικά διαστήματα. Αν ο πρώτος κίνδυνος που τον ανταπεξέρχεται επιδέξια η συγγραφέας είναι η ποιητική προδιάθεση, το δεύτερο ρίσκο που πήρε – και για μένα το σοβαρότερο- είναι το λόγιο, ιστοριογραφικό υπόστρωμα. Εννοώ αυτό που θα λέγαμε ‘τεκμηρίωση’, σταχυολόγηση όλων εκείνων των βιογραφικών, κοινωνιολογικών, δημογραφικών κλπ. δεδομένων που ενσωματώνονται στην αφήγηση.
Νομικός με ειδίκευση στα ανθρώπινα δικαιώματα, γεννημένη το ΄79, η Διονυσίου ανήκει σε μια γενιά πολύ πιο εξωστρεφή από προηγούμενες, γενιά που κινείται με άνεση στη διεθνή βιβλιογραφία, πράγμα που φαίνεται και στο τέλος όπου παραθέτει τις πηγές της. Αυτή η ενσωμάτωση είναι πιο δύσκολη σε αφηγηματικές συνθέσεις μικρού μεγέθους, γιατί στα λεγόμενα μυθιστορήματα-ποταμούς και γενικά στα «τούβλα» μπορεί κανείς να απλώσει σε πλήθος κεφαλαίων ένα φάσμα υποστηρικτικών γνώσεων, πολιτισμικές αναφορές, τεκμήρια μόδας, γούστων, τεχνικότητας ή τρόπων ζωής. Στην περίπτωση του Μη γράφετε Αρθούρος, έχουμε δυο είδη πηγών. Από τη μια τα γύρω από τον Ρεμπώ και την κυπριακή λαϊκή παράδοση, κι από την άλλη τα σχετικά με την ιστορία της ‘Αγγλοκρατίας’. Έτσι, το ποιητικό υπέδαφος, το εθνικό και πολιτικό τραύμα και οι κοινωνικές εμπειρίες εποχής συναθροίζονται μέσα στο γλωσσικό κήπο της Διονυσίου.
Τι είναι τελικά τούτη η αφηγηματική σύνθεση; Εγώ δεν τη διάβασα κυρίως ως ένα εκ του πλαγίου βλέμμα σε μια στιγμή της ζωής του Ρεμπώ, ούτε ως μικρή σπουδή σε μια φάση της κυπριακής ιστορίας που «παίζει» με το εύρημα Αρθούρος. Στο κείμενο κυριαρχεί, επιβλητική και χαμηλότονη, σε έξαρση και με σιγανότερους τόνους, ρεαλιστικά και σχεδόν μυστικιστικά, η ποιητική του Τρόοδος. Παραδέχομαι εδώ ότι το ίδιο το όνομα ‘Τρόοδος’ λειτούργησε μέσα μου σαν παραλλαγή της λέξης τραγούδι (προφανώς αυθαιρεσία, άσχετη από την ετυμολογία). Τρόοδος, τραγούδι και τραγωδία. Τραγωδία της αποικιοκρατικής απαρχής, τραγούδι ενός τόπου και βέβαια τα ποιήματα-τραγούδια και γράμματα που μας άφησε ο νεωτερικός νέος/ παιδί Αρθούρος Ρεμπώ προτού εγκαταλείψει τον αλήτικο βίο του ποιητή για να ζήσει ως τυχοδιώκτης, ‘επιχειρηματίας’, συναλλακτικός πλάνητας του Νότου.
Προς το τέλος του κειμένου, όταν ο χρόνος έχει πια περάσει, η ιστορία γίνεται πυκνή ιστόρηση πιο επικεντρωμένη στον Ρεμπώ των τελευταίων χρόνων. Μαθαίνουμε τα νέα του, την πορεία του μετά το πέρασμα από την Κύπρο, το τέλος του. Και πάλι όμως η Διονυσίου δεν ενδιαφέρεται τόσο να βιογραφήσει σκιτσάροντας τον Αρθούρο όσο να επινοήσει κάποια από τα πρόσωπα που κράτησαν στη μνήμη τους την παρουσία/ απουσία του αγνώστου που αποκαλύφτηκε πως ήταν ο Ρεμπώ.
Τα σκόρπια κομμάτια, το βουνό, μια αιφνιδιαστική ερωτική συνάντηση, η μεταμόρφωση του νησιού, ενώνονται για να συνθέσουν έναν πικρό αποχαιρετισμό σαν αργό σβήσιμο πλάνου. Οι πυκνώσεις και οι επιταχύνσεις (λυρικές) δίνουν τη θέση τους σε ένα κανονικό, μετρημένο βάδισμα: δεν είναι το βάδισμα-τρέξιμο του πεζοπόρου που κατηφορίζει τις πλαγιές του βουνού για να χαθούν τα ίχνη του αλλά η δική μας – των αναγνωστών- έξοδος από το ‘κυπριακό’ σύμπαν του Αρθούρου, του Μεγάλου Αρμοστή, του ταχυδρομικού διανομέα και των άλλων προσώπων που γνωρίσαμε.
Τι κάνει αυτή η λογοτεχνία μέσα σας; Πώς επιδρά και τι δημιουργεί στην αντήχησή της; Σε αυτό το σημείο αξίζει να δοθεί χώρος στο ίδιο το κείμενο. Είναι ένα μεγάλο απόσπασμα/ δείγμα, για κάτι τέτοια όμως φτιάχτηκε και αυτό το blog που κυλάει ανάμεσα στις ιδέες, στα γράμματα και σε όσα νομίζω πως αξίζουν να επισημανθούν (με όλη την αυθαιρεσία που έχει ένα προσωπικό γούστο). Το απόσπασμα αναφέρεται σε έναν νεαρό που θα έχει σημαντικό ρόλο στην οικονομία του κειμένου. Συγχρόνως όμως, το συγκεκριμένο απόσπασμα, όπως και όλο το βιβλίο, αναδεικνύει δεσμευτική την παρουσία της κυπριακής γης. Έναν έρωτα για τον τόπο. Η Διονυσίου είναι συγγραφέας της μη εθνικιστικής, της ανοιχτής και ανθρωπιστικής επαγγελίας. Η Κύπρος της είναι συγκεκριμένη περιέχοντας όμως πολλά ξένα πεπρωμένα και αντίστοιχες ανθρώπινες μοίρες. Είναι Μεγαλόνησος ως ευρυχωρία όχι ως αλαζονική και αυτάρκης μονάδα. Η λογοτεχνία της Διονυσίου έχει ένα χόρδισμα μοναδικά κυπριακό τόσο με την έννοια μιας γης όσο, κυρίως, με τη σημασία ενός ιστορικού, γενεαλογικού και υπαρξιακού κόμβου.
Και να το απόσπασμα:
«Ο νεαρός κάθισε τότε χάμω στη γη που δεν ήταν χώμα αλλά πέτρα και ρίζες και προαιώνιοι χυμοί ορυκτών από το βάθος του ωκεανού και κοίταξε μπροστά και κοίταξε πίσω και πλάι του, από εδώ πάνω μπορούσε να δει ολόκληρη τη θάλασσα ακίνητη να αστράφτει σαν λάδι και σαν λεπίδι, κι ήταν τόσο δυνατό το φως του ήλιου και τόσο διάφανος ο αέρας που μπορούσε να δει να ξετυλίγονται σαν κέντημα τα ακρογιάλια της Μόρφου στον βορρά της Πάφου στη δύση της Λεμεσού στον νότο και ν’ αγκαλιάζουν τη θάλασσα και μαζί να αγκαλιάζουν όλα εκείνα που κείτονται ειρηνικά ή αγριεμένα μέσα στη θάλασσα, ίδια με αυτά που βρίσκονταν τώρα τριγύρω του, ολόιδια με αυτά που μπορούσε να χωρέσει μες στις παλάμες και να ψηλαφίσει με τ’ ακροδάχτυλά του και άρα εκείνη η θάλασσα δεν γινόταν να είναι αλλιώτικη από τούτο εδώ το βουνό κι ούτε το κύλισμα των κυμάτων γινόταν να είναι άλλο από το βούισμα μιας μέλισσας που πετά, να εδώ δίπλα του κι άλλης μιας παραδίπλα κι ακόμα μιας παρακάτω, κι έτσι ο νεαρός, που άλλως πώς δεν γνώριζε τη θάλασσα, ήταν σίγουρος αυτή τη στιγμή πως όσο πιο ψηλά ανεβαίνει στο βουνό τόσο πιο βαθιά κατεβαίνει στον βυθό.
Όσο πιο ψηλά ανεβαίνεις, τόσο πιο βαθιά κατεβαίνεις.
Ανεβαίνεις κατεβαίνεις.
Ανεβαίνεις.
Εδώ όλα ενώνονται, σκέφτηκε τότε ο νεαρός, όπως συμβαίνει κάθε φορά που πέφτει η ομίχλη, πηχτή σκληρή αδιαπέραστη, κι ο ουρανός μοιάζει να χαμηλώνει και να ξεψυχά και τότε δεν μπορείς πια να προσδιορίσεις πού βρίσκεται ο ορίζοντας, ούτε σε ποια από τις δυο πλευρές του στέκονται τα αστέρια ή πού στέκονται τα πεύκα ή πού στέκονται τα βραχονήσια ή ακόμα και πού στέκεσαι εσύ, αν πραγματικά στέκεσαι αν αιωρείσαι ή αν έχεις βυθιστεί μες στην ομίχλη ή μες στο φως που αχνίζει περικυκλώνοντάς σε, έτσι που διόλου δεν μπορείς πια να ξεχωρίσεις αν υπάρχει στ’ αλήθεια η ομίχλη το φως ο ορίζοντας, αν ο ορίζοντας χωρίζει στ’ αλήθεια τον ουρανό από τη γη κι απ’ τη θάλασσα, αν υπάρχει ο ουρανός η γη η θάλασσα, το πάνω το κάτω το πιο μέσα, κι αν τελικά χωρίζεται το φως απ’ το σκοτάδι και δεν είναι το αυτό και το ένα. Τούτο αναρωτήθηκε για μια στιγμή ο νεαρός, μα αμέσως σκέφτηκε πως ίσως υπάρχουν πράγματα που έτσι κι αλλιώς δεν τα βλέπουμε, μυστήρια και θαύματα έξω από τον κόσμο, για το μόνο ωστόσο που ήταν σίγουρος ήταν πως εδώ-όλα-ενώνονται κι έτσι δεν είχε καμιά επιθυμία να φτάσει ποτέ του αλλού.»