«Οι δρόμοι, μάνα. Μας έφαγαν οι δρόμοι. Διωγμένοι, θαρρείς, φεύγουμε από παντού. Μα δεν είναι πάντα έτσι. Φταίμε κι εμείς. Δεν βρίσκουμε ανάπαυση παρά μονάχα στην εξάντληση. Λες και είναι η κούραση ο μόνος δρόμος προς την καλοσύνη. Κουράστηκα να έχω στο στόμα μου τη γεύση της σκόνης. Κουράστηκα να βρομάω όλη μέρα. Να σέρνω ρούχα τρύπια στις ερήμους. Να μαζεύει ο χιτώνας μου χαμόκλαδα και αγκάθια. Φρύγανα και πεθαμένα άνθη των κάκτων. Κουράστηκα να τρέφομαι με ξερόχορτα και πετρωμένο ψωμί που το κρατάω στις φούχτες να το μαλακώσει ο ιδρώτας. Να πίνω νερό από ένα ασκί που έχει τη γεύση του στόματος άλλων είκοσι ανθρώπων. Να κοιμάμαι με τα γαϊδούρια και τα πρόβατα τόσο συχνά που να μην καταλαβαίνω αν ένας άνθρωπος μυρίζει σα ζώο ή το ανάποδο. Κουράστηκα να μην έχω ένα ντουλάπι να φυλάω κάτι καθαρό κι από κάτω κάτι πολύτιμο. Κάτι που να μην είναι από λάσπη ή μαλλί. Έναν μικρό, ταπεινό θησαυρό από τον οποίο να υψώνεται ο οίκος μου.
Μας δέρνει ο αγέρας της ερήμου, μάνα. Αυτός μας πάει. Και παίρνει τα λόγια μας και τα σκορπάει όπως τα σώματά μας. Θα μας ξεχάσουν, θαρρώ, οι άνθρωποι. Θα σβήσει η ηχώ των όσων διδάξαμε. Αν με ρωτούσες τι ήρθα να κάνω στον κόσμο, θα σου έλεγα να τον περπατήσω. Μήπως και τον μάθω»
[ Από τα ΓΡΑΜΜΑΤΑ ΣΤΗΝ ΠΑΝΑΓΙΑ του Κυριάκου Χαρίτου, Πατάκης]
Περπατώντας, μέσα στην αμφιβολία, μέσα στην κούραση, με μια απολύτως ανθρώπινη επιθυμία για απαλλαγή από τη σκόνη και την ταλαιπωρία, ο γιος της Παναγίας έτσι όπως εμφανίζεται στο κείμενο του Κυριάκου Χαρίτου, φέρνει στο νου έναν παζολινικό Ιησού, ένα πρόσωπο και μια ζωή που μπορείς να τα τοποθετήσεις μόνο στο Νότο, στο Λεβάντε, στην Παλαιστίνη. Βαδίζει στην έρημο, με την πίστη του να βεβαιώνεται όταν επιτέλους ‘τρώει ένα κεράσι’ και λέγοντας ότι το θαύμα είναι η χαρά του ανθρώπου. Απευθύνεται στη μάνα του απορώντας για την αποστολή του, για τη κτηνωδία απέναντι στην οποία εξεγείρεται κι εξιστορώντας τα παθήματα των δρόμων του πριν επιστρέψει, για λίγο όμως, στη σύνθετη μεταφυσική που του έταξε η κατοπινή του φήμη ως θεανθρώπου.
Στο μόλις 118 σελίδων βιβλίο του, ο συγγραφέας χτίζει σε κάθε σελίδα μια πυκνή προσευχή, ένα επεισόδιο πνευματικής και σωματικής έντασης, σε ένα οδοιπορικό που ανατρέχει στις περιοδείες του Χριστού και των μαθητών του όπως σε όλες τις πορεύσεις και τα κινήματα που αναζητούσαν, με άλλο τρόπο, μια ‘νέα μέρα στη ζωή’, ‘ένα άλλο ξημέρωμα’.
Θα μπορούσε αυτή η ανεύρετη καλοσύνη να είναι μια πληρέστερη αλλά πάντα λειψή δικαιοσύνη; Η είναι κάτι πιο ταπεινό, σαν τα σανδάλια για τα οποία ο γιος ευχαριστεί τη μάνα ζητώντας της να μεταφέρει την ευγνωμοσύνη του στον μάστορά τους;
Σε αυτή τη χαμηλών τόνων συνομιλητική πεζ0ποίηση η τελευταία ‘στροφή’ της κάθε επιστολής ανεβάζει τη κλίμακα της συγκίνησης. Έχω την εντύπωση πως ο Χαρίτος στα Γράμματα στην Παναγία ανοίγει λίγο περισσότερο το διάνυσμα της γραφής του προσέχοντας όμως να μην πει περισσότερα από όσα θεωρεί απολύτως αναγκαία. Αυτό το στοιχείο που έχει, όπως ξέρουμε, κάποια διάδοση στη ελληνική λογοτεχνία, προσφέρει τη βεβαιότητα ότι ελέγχεις το υλικό σου κι πως δεν υπάρχει ο κίνδυνος να σου ξεφύγει και να σε βάλει σε δύσκολες συνθετικές ατραπούς. Πολλές φορές αυτό φαίνεται να λειτουργεί. Στον Χαρίτο, ας πούμε το ‘λίγο’ χωνεύεται στη φράση και επιτρέπει την αναπνοή, δεν κόβει διαρκώς για να γίνει κάτι στεγνό. Αυτός ωστόσο ο πυκνότροπος λόγος σε άλλες περιπτώσεις έχει τα όριά του, ιδίως όταν δοκιμάζει κανείς να κατευθυνθεί σε ευρύτερες συνθέσεις και φόρμες. Εκεί, το απέριττο και το κοφτό μπορεί να είναι και φτώχεια όχι σοφός πλούτος. Παρά τη γνωστή μυθολογία περί απέριττων ξωκλησιών και φλύαρων καθεδρικών, η πεζογραφία μάλλον ευτυχεί όταν συνδυάζεται μια κάποια αφηγηματική ευεξία με μια ικανή δόση υπαινιγμών, αφαιρέσεων και παύσεων.
Επιστρέφοντας στα Γράμματα στη Παναγία, λέω πως εδώ βρίσκει κανείς τις αρετές ενός ύφους που ο συγγραφέας το επεξεργάζεται όλο και πιο ώριμα, σκάβοντας ένα είδος ανθρωπισμού της σάρκας. Και τι είναι τελικά ο ανθρωπισμός της σάρκας αν όχι η συνύπαρξη της απόγνωσης και της ελπίδας στην ίδια γραμμή του ορίζοντα, στην ίδια πλευρά της ερώτησής μας για τον κόσμο και, ιδίως, για τον άλλο άνθρωπο;