ΣΑΝ ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΣΕ ΑΙΤΙΑΣΕΙΣ

Κάποιες παρεμβάσεις μου στη Lifo, στο Βήμα και φυσικά σε αναρτήσεις στο fb έχουν δώσει την ευκαιρία σε ανθρώπους που διαφωνούν να θέσουν ερωτήματα και να ασκήσουν από την πλευρά τους κριτική. Κοινός τόπος πολλών αιτιάσεων για τις σκέψεις που διατυπώνω εδώ και κάποιο καιρό, είναι, πως επιστρέφω πίσω σε μια αντίληψη ‘Τρίτης Διεθνούς’ για το φασισμό. Ότι για παράδειγμα απέναντι στον Τραμπ και σε ό,τι κάνει υιοθετώ μια ‘ψύχραιμη’ (κοσμοθεωρητικά φευγάτη και πολιτικά μυωπική) ματιά που εντοπίζει απλώς ένα αποτέλεσμα του σύγχρονου καπιταλισμού υποτιμώντας πολλές πτυχές, ας πούμε, τις ‘φιλορωσικές’, αντικειμενικά, πλευρές της στάσης του Τραμπ ή και το κατά πόσο αυτός και άλλες φυσιογνωμίες του είδους του απέχουν από τα στάνταρ της θεσμικής κανονικότητας. Σαν να ενστερνίζομαι, δηλαδή, μια ντετερμινιστική θέση ότι ένα σύστημα  παράγει, σχεδόν μοιραία, τον Τραμπ, τον Βανς, τον Μασκ και όλο το συνάφι των ‘τοξικών πολιτικών’. Σαν να θεωρώ, λένε, τον Τραμπ/ τραμπισμό  αιτιατό μιας αιτίας που είναι το ΄σύστημα’ (και, όπως ξέρουμε, για ορισμένους δημόσιους κριτικούς ο όρος αντισυστημισμός έχει γίνει και της μόδας ως εργαλείο ταξινόμησης συμπεριφορών και σκέψεων)

Η άλλη βεβαίως ένσταση είναι ότι ενώ στο θέμα της ρωσικής εισβολής και του πολέμου στην Ουκρανία είχα τα πρώτα δυο χρόνια μια στάση αλληλεγγύης και συμπαράταξης, αυτή ήταν κυρίως ηθική σύμπνοια και δεν προχωρούσε στα αναγκαία, ρεαλιστικά συμπεράσματα για την ενίσχυση των Ουκρανών με οπλικά συστήματα και ευρύτερα του επανεξοπλισμού της Ευρώπης απέναντι σε εξωτερικές απειλές. Πρέπει, σε ό,τι με αφορά, να πω ότι δεν είχα ποτέ την άποψη ότι οι Ουκρανοί δεν έπρεπε να πολεμήσουν, να αμυνθούν και επομένως να δεχτούν πολύπλευρη βοήθεια και στρατιωτική από όσους-ες θα ήθελαν να τους βοηθήσουν. Αυτό ήταν ένα – από τα διάφορα- ζητήματα που με θύμωναν με ανθρώπους από αριστερές και ριζοσπαστικές παρατάξεις και χώρους (αν και εκεί υπήρξαν και υπάρχουν σημαντικές διαφοροποιήσεις προς το καλύτερο σε σχέση με την αποδοκιμασία κάθε ιμπεριαλιστικής λογικής και όχι μόνο των προερχόμενων από τη Δύση). Όταν όμως το αποτέλεσμα που έχει διαφανεί από καιρό δείχνει ότι όσα όπλα κι αν δοθούν η ουκρανική στρατιωτική νίκη είναι ανέφικτη, όταν διαπιστώνει κανείς ότι ένα πλάνο δεν βγαίνει, οφείλει να σκεφτεί εναλλακτικές. Η μεγάλη καταστροφή υποδομών και περιβάλλοντος, οι πολλές ανθρώπινες ζωές είναι πράγματα που απαιτούν κάποια λύση, κάποια διέξοδο (παρά την αδικία και τον πόνο που φέρνει μαζί η αποτυχία να αρθούν οι συνέπειες της ρωσικής επέμβασης).

Θεωρήθηκε έγκλημα καθοσιώσεως που είμαι εναντίον μιας περαιτέρω και δομικής στρατιωτικοποίησης, κατά δηλαδή της διαμόρφωσης εθνικών ή ευρωπαϊκών οικονομιών πολέμου. Με κάποιο τρόπο, αυτή η στάση μου πήγε να συνδεθεί με έναν αφελή ειρηνισμό ή με κάποια, ‘ουτοπική’ βεβαίως, προσκόλληση στην ιδέα της soft power που κάποιοι όπως εγώ τη διαχωρίζουν από σκληρά μέτρα αποτροπής και τις αναπόφευκτες δαπάνες τους. Ξέρουμε όμως πως η στρατιωτικοποίηση και όσα τη συνοδεύουν – σε δαπάνες αλλά και ενίσχυση ειδικών συμφερόντων, λόμπυ..- επηρεάζει το σύνολο μιας δημόσιας ατμόσφαιρας, την ιεράρχηση των δημόσιων στόχων, την ποιότητα της δημοκρατίας. Όλα αυτά δεν είναι δευτερεύοντα ή αδιάφορα αφού, για παράδειγμα, η μάχη για το κλίμα είναι και αυτή υπαρξιακή και απαιτεί τεράστιες δυνάμεις κινητοποίησης που περιορίζονται, αναγκαστικά, στα πλαίσια του ‘στρατιωτικου’ ρεαλισμού ή της διατήρησης του ενεργειακού μοντέλου των ορυκτών καυσίμων..

Επιστρέφω, όμως, στο πρώτο και κύριο θέμα, στο πρόβλημα Τραμπ και τραμπισμός. Έχει φυσικά ανοιχτεί από χρόνια ένα τεράστιο ερευνητικό και αναλυτικό πεδίο για τις μεταμορφώσεις της αμερικανικής δεξιάς, τους ολιγάρχες, τον ‘δεξιό λαϊκισμό’, τις πηγές του αμερικανικού φασισμού, τη διαφθορά κλπ.

Ας συνοψίσω εδώ την πολιτική εκτίμηση: ο Τραμπ και όσα έφερε μαζί του ήταν μια δυνατότητα, μάλλον, μια σημαντική πιθανότητα του συστήματος εξουσίας και της δημόσιας κουλτούρας των ΗΠΑ της ύστερης νεωτερικής φάσης. Δεν είναι εξωγήινος κομήτης ούτε κάποια εξαιρετικότητα σε σχέση με δομές και τάσεις, δίκτυα και ιδεολογικές μεταπλάσεις της υπερατλαντικής χώρας. Κάτι περισσότερο: εκτιμώ ότι η ταχύτατη ενδυνάμωση του καπιταλισμού της πλατφόρμας έχει σημαντικό μερίδιο ευθύνης για την ενθάρρυνση, τη νομιμοποίηση και την πολιτισμική εκτόξευση τραμπικών συμπεριφορών και ιδεών.  Αυτό δεν σημαίνει ότι, αναπόφευκτα, θα γινόταν ο συγκεκριμένος άνθρωπος Πρόεδρος των ΗΠΑ. Θα μπορούσε να μείνει ένας επηρμένος, αγενής ή νάρκισσος μεγαλοεπιχειρηματίας. Και αυτό όμως –το  να μην έφτανε να γίνει αρχηγός των Ρεπουμπλικάνων και τελικά Πρόεδρος αλλά να έχτιζε κι αυτός όπως και οι σύμμαχοί του και πολλοί άλλο τις ιδιωτικές τους ‘αυτοκρατορίες’- έθετε ήδη το μείζον ζήτημα. Το ίδιο το γεγονός ότι γιγαντώθηκε σε τέτοιο βαθμό μια κάστα δισεκατομμυριούχων και είχε και έχει στη διάθεσή της τεράστια νομικά, πολιτικά και πολιτισμικά πλεονεκτήματα, αποδεικνύει ότι Τραμπ και τραμπισμός είναι εκδήλωση ενός συστήματος το οποίο είχε στραφεί προς μια ολιγαρχική, μετα-δημοκρατική συνθήκη. Προφανώς μέσα σε αυτή τη συνθήκη υπήρχαν και εξακολουθούν να υπάρχουν χάσματα σε πολιτική κουλτούρα, προσωπική καλλιέργεια, θεσμικές συμπεριφορές ανάμεσα σε ‘ευπρεπείς πολιτικούς’ – και συντηρητικούς ή κεντρώους- και σε διεφθαρμένους ή ακροδεξιούς δημαγωγούς. Και οι ευπρεπείς όμως και οι πολιτισμένοι δεν ύψωσαν κανένα ουσιαστικό ανάχωμα στην έλευση των τεράτων. Όσο, για παράδειγμα, τα μεγαλοστελέχη της Σίλικον Βαλει εμφανιζόταν ως θιασώτες των ανοιχτόμυαλων πολιτικών της διαφορετικότητας ή ως κοντά στο establishment του Δημοκρατικού Κόμματος, δεν ενοχλούσε η τεράστια ενδυνάμωση και η λαμπερή επίδρασή τους. Η άνευ προηγουμένου ενίσχυση της μεσσιανικής πλουτοκρατικής κάστας– που φυσικά πάντα είχε ηγετικό ρόλο στις ΗΠΑ – δεν είναι καθόλου άσχετη με την κατασκευή πολλών από τα συστατικά του τραμπισμού. Και δεν είναι μόνο ο Ελον Μασκ ή δυο τρία άλλα ‘μαύρα πρόβατα’, που θα μπορούσαν να αντικατασταθούν με άλλους κολλητούς.

Αν λοιπόν ο Τραμπ εκφράζει ένα είδος εθνικιστικού αντιδραστικού αναθεωρητισμού (με στοιχεία σχεδόν φασιστικά), η επέκταση του πεδίου της εξουσίας του κατέστη δυνατή από φαινόμενα μηδενισμού, κυνισμού και πλουτοκρατικής άλωσης της ίδιας της «μεγαλύτερης φιλελεύθερης δημοκρατίας του πλανήτη». Τι λέω λοιπόν μαζί με πολλούς άλλους, κι  όχι μόνο αριστερούς ριζοσπάστες :  αυτά τα φαινόμενα δεν θα μπορούσαν  να περιοριστούν και να ελεγχθούν χωρίς πολύ μεγάλες αλλαγές στο νομικό σύστημα, στο θεσμικό και ιδεολογικό επίπεδο, στο υφαντό της δημόσιας ζωής της Αμερικής. Αυτό είναι το ‘ουτοπικό’ στοιχείο ή το ‘ρομαντικό’  (κάποιος το έγραψε αυτό ως ψόγο για τα κείμενά μου) που μου προσάπτουν σε σχέση με τα τεκταινόμενα στην Αμερική και στην Ευρώπη.

Ναι, υπό μια έννοια είναι αλήθεια. Όταν βλέπει κανείς ότι η ‘κανονικότητα’ του κόσμου μας ανατρέπεται με αυτό τον τρόπο και γίνεται απειλή για τον πλανήτη – για παράδειγμα, το υψηλότατο τίμημα της ανάκλησης ή ματαίωσης των έσχατων παρεμβάσεων και συμφωνιών για το κλίμα ή για τον έλεγχο της πλαστικής ρύπανσης κλπ-, δεν μπορούμε να αθωώνουμε το πλαίσιο και τις ευκαιρίες που δόθηκαν στο κακό, επιζητώντας απλώς να φύγει από τη μέση το κακό. Προφανώς υπάρχουν ποικίλης προέλευσης πολιτικά και κοινωνικά δεινά. Ο Τραμπ και ο τραμπισμός (έστω και δίχως αυτόν ) και φυσικά οι ιδέες και οι βλέψεις της ρωσικής κυβερνώσας ελίτ όπως και άλλων αντιδραστικών καθεστώτων σε Βορρά, Ανατολή και Νότο.

Όλα αυτά τα συστήματα εξουσίας είναι σύγχρονα. Είναι ‘μοντέρνα’ ή και υπερμοντέρνα. Και ο Τραμπ, με όλο το φορτίο της μπρουτάλ περσόνας είναι μία κοινωνική-επιχειρηματική φιγούρα που εκλαϊκεύει ιδέες επιβολής του ισχυρού, τη συναλλακτική ωμότητα, την αποθέωση του ανταγωνισμού και μια στάση περιφρόνησης για τους πιο αδύναμους ή τους λιγότερο τυχερούς της ζωής. Ποιος εμπόδισε με συγκεκριμένα μέτρα τα συμφέροντα αυτά και τις ελευθερίες τους που στρέφονται όλο και πιο έντονα κατά της κοινής ελευθερίας και αξιοπρέπειας όλων; Ο Τραμπ είναι έτσι η σκοτεινή όψη του νεοφιλελεύθερου δαρβινισμού που ντύνεται τα ρούχα της εθνικιστικής ρητορικής και επιπλέον αδιαφορεί παντελώς για το συμβατικό πολιτικό και αξιακό πλαίσιο. Είναι μια εκδήλωση μηδενισμού ο οποίος, ωστόσο, και αυτό δεν το αξιολογούν ως σημαντικό οι ‘κεντρώοι φιλελεύθεροι’, έχει οργανικούς δεσμούς με τον επιθετικό, ολιστικών απαιτήσεων καπιταλισμό της εποχής μας. Αν δούμε, εξάλλου, την επίδραση αυτου του νεοδαρβινιστικού βλέμματος θα πρέπει να μιλήσουμε ανοιχτά και για τις νέες κατευθύνσεις της μεταναστευτικής πολιτικής και σε χώρες όπου δεν κυβερνά ο ‘ανορθολογισμός’ αλλά συμβατικές δυνάμεις της κεντροδεξιάς ή του λεγόμενου φιλελεύθερου κέντρου.

Το βάθος της κρίσης των φιλελεύθερων δημοκρατιών, από την Σκανδιναβία με την έκρηξη του οργανωμένου εγκλήματος, τη Γερμανία με την ακροδεξιά και την οικονομική πτώση, τη Γαλλία με τη διαρκή πολιτική κρίση και την απομόνωση του ‘μακρονισμού’ από την κοινωνική πλειοψηφία κλπ., δεν μοιάζει με συγκυριακή ή μικρής σημασίας μεταβλητή. Φαινόμενα αποσύνθεσης της πολιτειακής ζωής και ιδίως η απροθυμία των συμβατικών φιλελεύθερων και ‘αστικών’ δυνάμεων να στραφούν ενεργητικά κατά των μηχανισμών της αποσύνθεσης είναι εμφανή.

Η φιλελεύθερη δημοκρατία είναι μια νοητική κατασκευή και μια κοινωνικοπολιτική ρουτίνα που προϋποθέτει έλλογους παίκτες και αντιτιθέμενα συμφέροντα ικανά να συμφωνήσουν και να αναγνωριστούν στις αμοιβαία έγκυρες ανταγωνιστικές τους αξιώσεις. Βρισκόμαστε όμως σε μια συγκυρία όπου έχουν αναδυθεί τέτοια μεγέθη κυριαρχικής ισχύος ώστε κάθε τέτοια ‘αμοιβαιότητα’ έχει τιναχτεί στον αέρα. Φαίνεται αδύνατο, υπό τους όρους που έχουν διαμορφωθεί, να υπάρξει νέα ισορροπία μεταξύ θεσμικής τάξης, υπερδυνάμεων του πλούτου, κοινωνικών συναισθημάτων δυσφορίας κλπ.
Μια κίνηση για μερική αναστροφή των πραγμάτων θα σήμαινε δημόσιες πολιτικές έκτακτης ανάγκης, κατάργηση (όχι μόνο ‘ρύθμιση΄ φορολογικών παραδείσων), υπερφορολόγηση πλατφορμών και μπλοκάρισμα/κατέβασμα εκείνων που δεν συμμορφώνονται σε αξιώσεις διαφάνειας και λογοδοσίας, ενδυνάμωση των ελεγκτικών θεσμών και ανοιχτή ενθάρρυνση των κινημάτων ανυπακοής των πολιτών και των εργαζομένων σε λογής αντικοινωνικές και απάνθρωπες εντολές (λχ, σε απολύσεις λόγω αντικατάστασης με AI, στο αυταρχικό μάνατζμεντ που διαλύει την οικογενειακή και προσωπική ζωή των ανθρώπων στο όνομα της ανταγωνιστικότητας και ούτω καθεξής). Θα σήμαινε συντονισμό υγιών επιστημονικών και κοινωνικών δυνάμεων κατά των αποθρασυμένων ελίτ και της επιδίωξής τους να παρεμβαίνουν εκβιαστικά για κρίσιμες υποδομές, στις επιλογές των πολιτικών συστημάτων ή ευαίσθητων οργανισμών όπως τα πανεπιστήμια και τα σχολεία. Θα χρειαζόταν, τέλος, πολιτικές, νομοθετικές ωθήσεις για ταχεία ανάπτυξη υποδομών δημόσιου λογισμικού, αποδέσμευση από συμβόλαια με εταιρίες-συμμάχους αυταρχικών και γενοκτονικών καθεστώτων, ισορροπημένη και με κανόνες ενίσχυση της ευρωπαϊκής άμυνας – με αυστηρό έλεγχο ενδιάμεσων, παρασιτικών συμφερόντων- και προσπάθεια να υπάρξει ένας πολυκεντρισμός με κάποιους κανόνες – όπου μια μη ιμπεριαλιστική Ρωσία πρέπει να έχει τη θέση της.

 Δεν μπορεί δηλαδή να απομονώνει κανείς το ζήτημα του Τραμπ και της ακροδεξιάς γιατί είναι ένα συνολικό πρόβλημα πολιτισμού και πολιτικής που απαιτεί μεγάλες στροφές και σκληρές αναθεωρήσεις.

Οι δυνάμεις και οι ιδέες που κινούνται στον συμβατικό φιλελεύθερο/ κεντρώο ευρωπαϊσμό δεν είναι διατεθειμένες να αναγνωρίσουν τον κίνδυνο από τις συμμαχίες μεταξύ εθνικισμού, εξτρεμιστικού καπιταλισμού, ολιγαρχικών δικτύων και μαφιόζικων υποσυστημάτων τα οποία έχουν γίνει μέρος του ‘κανονικού’ επιχειρηματικού περιβάλλοντος σε πλείστες χώρες και όχι μόνο σε rogue states. Κατά βάθος πιστεύουν ότι όλο αυτό που ζούμε είναι ένας ανορθολογικός εφιάλτης που θα περάσει και θα επιστρέψουμε στα αγαθά βασίλεια της δημοκρατίας της μεσαίας τάξης, απλώς με λίγο περισσότερο στρατιωτικό esprit και λιγότερη προσωπική χαλαρότητα.

 Νομίζω ότι αυτή η ιδέα είναι μια τεράστια αυταπάτη. Προσωπικά δεν πενθώ κανένα ΄89, καμιά Σοβιετία (για την οποία τσακωνόμουν από τα 16 στο σπίτι). Αυτό φαντάζονται πάντα στη δεξιά, ότι κάθε εναντίωση ή ευαισθητοποίηση για τα δεινά της υπαρκτής δημοκρατίας είναι νοσταλγία παλαιών ολοκληρωτισμών. Νιώθω απλώς ότι κινούμαστε σε έναν κόσμο που απαιτεί επανεπινόηση της πολιτικής και κοινωνικής συνθήκης μας, τομές και μεταστροφές σε όλα τα επίπεδα. Όχι φυσικά τις οικείες αναδιαρθρώσεις που επαναλαμβάνει ένας απολιθωμένος στα ‘90ς εκσυγχρονιστικός λόγος και οι μερίδες των εξασφαλισμένων που αποτελούν την κύρια βάση της στήριξης του. Για τις όποιες σημερινές μεταβολές προϋπόθεση είναι και η ειρήνη. Όχι με οποιοδήποτε τίμημα, σύμφωνοι. Και βεβαίως δίχως αυταπάτες για κανέναν ηγεμονιστικό μεγαλοϊδεατισμό που εκφράζει με τη σειρά του τα δικά του συμφεροντικά πλέγματα και προσδοκίες οικονομικοπολιτικής διείσδυσης ιδίως στον παγκόσμιο Νότο.

Είναι εντέλει καλό να παραδεχτούμε ότι η ριζική διαφωνία είναι μέρος της δημοκρατικής ζωής και όχι απειλή για την ‘σταθερότητα’. Κυρίως όταν αυτή η σταθερότητα προστατεύει κυρίως την οχύρωση σε προνόμια που πρέπει να επανεξεταστούν στο φως των πολλών κρίσεων και κλονισμών που ζούμε, κρίσεις που οδηγούν στη ριζική επαναξιολόγηση σχεδίων, προγραμμάτων, προσωπικών εκτιμήσεων και δημόσιων τοποθετήσεων.