Ένας από τους πιο ιδιοσυγκρασιακούς στοχαστές του Δέκατου Ένατου αιώνα (του έχω αφιερώσει ένα κεφάλαιο στο τελευταίο μου δοκίμιο, Πολιτική Χειραφέτηση και Κοινωνική Κριτική, εκδόσεις Πόλις) ήταν ο Γάλλος Πιερ Λερού. Έζησε, έγραψε και έδρασε πολιτικά στην απολύτως κρίσιμη περίοδο από το 1830 έως και το 1848, ανάμεσα σε δυο τομές της γαλλικής πολιτικής και διανοητικής ιστορίας που φανερώθηκαν με (τι άλλο;) με Επαναστάσεις. Ο Λερού θα σημειώσει, λοιπόν, για την ιδέα της ‘συνεχούς προόδου’:
«Το να τελειοποιήσουμε την παράδοση, το να αποβλέπουμε σε μια οικουμενική παράδοση [tradition universelle], δεν συνίσταται στο να παραδοθούμε σε έναν παράλογο εκλεκτισμό, ούτε να παθιαζόμαστε, παιδιάστικά, για μάταιες απομιμήσεις του παρελθόντος, ούτε στο να βυθιζόμαστε, απερίσκεπτοι, δίχως αρχές και κατεύθυνση, στις κατακόμβες της ιστορίας. Το να προσδοκάς στην οικουμενική παράδοση, είναι πριν από όλα να ζεις, να ζεις έναν βίο ελπίδας και επιθυμίας. Το να διαθέτεις ήδη μια πίστη, μια πεποίθηση, ένα σκοπό, ένα ιδεώδες. […]
Η ανθρωπότητα είναι σαν ένας άνθρωπος που βαδίζει: έχει μπροστά το πρόσωπο, ένα πόδι καθηλωμένο στο παρόν, ένα πόδι σηκωμένο προς το μέλλον: φυσικά, τα χνάρια των προηγούμενων βηματισμών του παραμένουν ακόμα χαραγμένα στην σκόνη του παρελθόντος. Δεν είναι όμως πλέον παρά αποτυπώματα, ίχνη στην άμμο που πιστοποιούν την παρουσία του.
Πορευόμαστε, υπό το βλέμμα του Θεού, προς ένα μακρινό μέλλον. Το έσχατο τέρμα του ανθρώπινου πεπρωμένου μάς είναι άδηλο όπως και το καταληκτήριο σημείο. Βρισκόμαστε μεταξύ δυο μυστηρίων.» [ Από το άρθρο De la doctrine du progres continu, Οκτώβριος/ Δεκέμβριος 1833, στον τόμο με κείμενα του Leroux, Anthologie de Pierre Leroux, Inventeur du socialisme, εκδόσεις Bord de L’ eau,2007]
Προφανώς αυτή η γλώσσα μας ξενίζει, θυμίζει απόσπασμα θεοσοφιστικού γραπτού και βέβαια ο Λερού ήταν διανοητής επιρρεπής σε αυτές τις μεγαλοπρεπείς κατασκευές. Τον έχουν κατατάξει σε έναν θρησκευτικό ή «ρομαντικό σοσιαλισμό», ορολογία που στην πραγματικότητα καλύπτει ένα ολόκληρο ρεύμα ευαισθησιών και κοινωνικών οραματισμών στην αρχή της βιομηχανικής εποχής. Επειδή μάλιστα, κατά σύμπτωση, αυτές τις μέρες τυχαίνει να έχω βυθιστεί (για πρώτη φόρα με πρόθεση ολοκλήρωσης) στους Αθλίους στην νέα έκδοση και στην ωραία μετάφραση του Ωρίωνα Αρκομάνη (εκδόσεις Gutenberg), ανακαλύπτω πολλές αναλογίες μεταξύ των δυο, πολύ διαφορετικών, πνευμάτων, του Λερού και του Ουγκώ. Για παράδειγμα, ο λόγος και η σκέψη του «Σεβασμιότατου επισκόπου Μυριήλ«, ή αλλιώς δεσπότη Ευπρόσδεκτου (Bienvenu) στα πρώτα κεφάλαια του έπους, θυμίζει έντονα τον λόγο της πρώιμης κοινωνιστικής γραμματείας. Ο Μυριήλ, για να το πω με μια λέξη, είναι το πρόσωπο που στο μυθιστόρημα θα υποδεχτεί, ανιδιοτελώς, τον περίφημο Γιάννη Αγιάννη, τον πρώην κατάδικο του οποίου η μοίρα και οι μεταμορφώσεις είναι ο άξονας του κοινωνιο-ευαγγελικού λόγου που αναπτύσσεται στο ογκώδες βιβλίο.
Οι πολλές αναφορές στη σχέση μεταξύ Θεού, Ανθρωπότητας και κυρίως αυτό που επισυνάπτει στην ιδέα της προόδου ο Λερού, τη δύσκολη συμφιλίωση της ελευθερίας με την συνεργατική ένωση των ανθρώπων, με την αλληλεγγύη, ανατρέχουν έτσι σε ένα πνευματικό και κοινωνικό κίνημα που έρχεται να αντικρούσει το σύνθημα του συντηρητικού Φρανσουά Γκιζό ‘πλουτίστε’. Μιλάμε για τη Γαλλία του πρώτου μισού του δέκατου αιώνα ή, για την ακρίβεια, μετά το 1830 όπου η ‘προοδευτική’ σκέψη (ας την αποκαλέσουμε έτσι) παιδεύτηκε πολύ με τη διαλεκτική των αντιθέτων που άρχιζαν να αναστατώνουν την αναδυόμενη αστική κοινωνία. Δεν ήταν μόνο τα ανταγωνιστικά συμφέροντα κοινωνικών τάξεων που είχαν εισβάλει στο γήπεδο της Ιστορίας. Ήταν και ένας αριθμός αντιθετικών δίπολων μέσα στη φιλοσοφία και στην κοινωνική κριτική, όπως αυτό του ‘ατομικισμού’ και του ‘σοσιαλισμού’, της αρχής της ελευθερίας και της αρχής της συνεργατικής ένωσης (association), της κρατικής αυθεντίας και της κοινωνικής αυτονομίας. Η πάλη των τάξεων, η διαπάλη των ερμηνειών, οι ανταγωνισμοί για την κουλτούρα και την μόρφωση, όλα αυτά λειτουργούν από κοινού ως πεδία που το ένα υπάρχει μες στο άλλο. Το έχουμε πει πολλές φορές, οι δημόσιες και ‘φιλοσοφικές’ ιδέες είχαν τη δική τους παραγωγική ισχύ δίπλα, εκ παραλλήλου, κάτω και συχνά προαναγγέλλοντας τις περίφημες υλικές και κοινωνικές διεργασίες.
Ξεκίνησα όμως να ανατρέχω σε λόγια του 1833 για έναν λόγο αναπάντεχα διαφορετικό και συναφή με το σήμερα. Ξαναπιάνοντας, τρόπον τινα, την ιδέα της προόδου και αυτή ιδίως αυτή την μεταφορά της πορείας, της marche en avant (όπως θα έλεγε ο Λερού). Πορεία, βάδισμα, ‘περπατησιά’. Και βέβαια αυτό το περίφημο σχήμα λόγου, »με το ένα πόδι στο παρόν και με το άλλο, στο άγνωστο μέλλον». Αναλογίζομαι πόσες μελέτες βγήκαν ας πούμε τα τελευταία είκοσι χρόνια για την ιδέα, την έννοια ή την αρχή της προόδου, βιβλία άνισα σε αξία και βάθος, πολλά από το εργαστήριο των νέων αντιδραστικών και οπαδών της επιστροφής σε παλαιά πολιτικά και ιδεολογικά πρότυπα, άλλα από το χώρο της ριζοσπαστικής πολιτικής οικολογίας ή από συγγραφείς που σχολιάζουν ποικίλες επιστημονικές και ηθικές απορίες. Δεν μιλώ για την ιδιαίτερη φιλολογία περί του τι είναι σήμερα η ‘προοδευτική παράταξη’ (πιο στενή περιοχή της κάποτε πιο ρωμαλέας φιλολογίας για την Αριστερά και το σοσιαλισμό) όσο για τις πιο πλατιές ηθικές και φιλοσοφικές περιδιαβάσεις στις νεωτερικές ιδέες και ονειροφαντασίες. Θα μπορούσαν, ας πούμε, να θεωρηθούν βιβλία για την ιδέα και τις έννοιες της προόδου ακόμα και τα μεγάλα εμπορικά κείμενα μελλοντολογίας του Χαράρι, οι φωτεινές εκδοχές του Στήβεν Πίνκερ, οι ποικίλες ‘απαισιόδοξες’ ή ‘αισιόδοξες’ προφητικές οράσεις μιας επικείμενης μεταμόρφωσης.
Από την άλλη, εδώ και τρία χρόνια, από τη στιγμή του λανσαρίσματος του chatgbt και της συγκρότησης μιας αγοράς ανταγωνιστικών apps γύρω από τα μεγάλα γλωσσικά μοντέλα και την παραγωγική Τεχνητή Νοημοσύνη, ακούμε συνεχώς πως βρισκόμαστε στην αρχή, στην τελική κυοφορία ενός κατακλυσμικού γεγονότος. Ένα μεγάλο συμβάν (big event) προαναγγέλλεται και ποζάρει στις οθόνες με προειδοποιητικές και απειλητικές εκφορές: είτε μυείται κανείς στην αλήθεια της AI είτε πεθαίνει, περνά στα μετόπισθεν, τελειώνει, με την κοινωνιολογικά νεκρόφιλη σημασία που έχει η έκφραση: you are finished, ‘είσαι τελειωμένος’. Ένα είδος σκληρού μηνύματος αναγγέλλει μονότονα την αποκόλληση πολλών μορφών ζωής, δραστηριότητας και γνώσης από τα γνώριμα έως προσφάτως πλαίσια. Όλα αλλάζουν, όλα τελειώνουν όπως τα ξέραμε, όλα επαναπρογραμματίζονται και μεταστρέφονται: εργασία, εκπαίδευση, οικιακές εργασίες (το ρομπότ επιτέλους θα σιδερώνει τα ρούχα ή θα βγάζει τη μούχλα από τις γωνιές του μπάνιου!). Την ίδια στιγμή, ένα άλλο υποσύστημα ιδεών και παθών σαλπίζει επιστροφή σε θεμελιώδη: σαφής ιεραρχία, χριστιανική Δύση, εργασία εξήντα ωρών, αρρενωπότητα κλπ. Όλο και πιο συχνά, μάλιστα, το μίγμα μεταξύ των δυο, της αντίδρασης και της καταναλωτικής φρενίτιδας γύρω από τις έξυπνες οντότητες AI κατοικούν στα ίδια άτομα και μέσα στις παρέες. Δεν είναι παράξενο. Ο καπιταλισμός μπορούσε να συναιρεί και να συμπλέκει τις φοβίες και τις τυχοδιωκτικές απερισκεψίες σε ένα ενιαίο πλέγμα, ενίοτε παίζοντας στη διαίρεση ‘συντηρητικών’ και ‘καινοτομικών’ παθών. Αυτό δεν ήταν εξαρχής ο τρόπος ιδεολογικής κίνησης των κοινωνιών της αγοράς; Με το ένα χέρι επινοούσαν νέους τρόπους και τόπους κατανάλωσης ενώ με το άλλο χέρι οργάνωναν κηρύγματα κατά των υπερβολών και των καταχρήσεων που ‘διαφθείρουν’.
Ανάμεσα στην εκδοχή μιας γιγαντιαίας διαφημιστικής καμπάνιας (που μπορεί να είναι και οικονομική φούσκα) και στο ενδεχόμενο ενός πραγματικού εκ βάθρων μετασχηματισμού των »όσων ξέραμε έως τώρα», η συγκυρία στην οποία στεκόμαστε μοιάζει να συνενώνει την απόλυτη αμηχανία με ένα στυλ απόδρασης από όλα όσα ήμασταν και πράτταμε ως Old fashion ανθρωπότητα. Η πλειοψηφία πέφτει με τα μούτρα στην κατανάλωση των νέων παροχών ή παραπατάει αμήχανα μεταξύ της μιας ή άλλης εξαγγελίας, προφητείας κλπ. Κάποιες μειονότητες είναι ήδη ξεσηκωμένες και διαθέσιμες. Δυο ανθρωπότητες, δυο υποκειμενικότητες συμβιώνουν: η μια μουρμουρίζει ή δείχνει να γραπώνεται από τη σάρκα, τις μυρουδιές, τα τοπία, την γραφή, την παλιού τύπου ανάγνωση, κάποιες από τις ιστορικές και πολιτικές αναπαραστάσεις που μας συνδέουν με το παρελθόν. Η άλλη μερίδα λέει και δείχνει διαθέσιμη να κλείσει θέση σε ένα φτηνότερο (γιατί προσώρας κοστίζουν υπερβολικά για τη ‘μεσαία τάξη’) σκάφος για τουρισμό στο διάστημα. Η μια προσπαθώντας να μείνει στο οικείο κάδρο της θέσης ‘ο άνθρωπος και τα εργαλεία του’, η άλλη ανυπομονώντας για ολοκληρωμένη διεπαφή με μηχανές, για εμπειρίες σωματικής και νοητικής επαύξησης δυνατοτήτων και τροποποιήσεις σε όλο το πλέγμα ηδονών, εμπειρίας, διασκέδασης. Η μια ανθρωπότητα το πολύ να φοράει τα ακουστικά του κινητού για να τρέξει τα τρία χιλιόμετρα (γυμναστική της μέρας), η άλλη δηλώνει ότι ήδη βρίσκεται σε προχωρημένο στάδιο ρομαντικής/ συναισθηματικής σχέσης με κάποιο αγαπησιάρικο Bot.
Δεν είναι πάντα το ηλικιακό χάσμα γιατί ανάμεσα σε όσους λένε ‘ναι!’ σε οποιοδήποτε φουτουριστικο γκάτζετ βλέπει κανείς πολλούς, ενθουσιώδεις seniors, ενώ στον παλιάς κοπής ανθρωπισμό και κοινοτισμό συναντάς και νεότερους που έχουν αρχίσει να νιώθουν πια κούραση και δυσφορία από το hype των τεχνο-δυνατοτήτων και από τη μαζική κολακεία στον καινούριο θαυμαστό κόσμο.
Όλα ωστόσο παίζονται μέσα στο σύμπαν της καθημερινής χρήσης και της πρόσκτησης νέων, μαζικών συνηθειών. Όσο για την παραγωγική τεχνητή νοημοσύνη, αυτή μοιάζει ακόμα να είναι μια γέφυρα μεταξύ της ‘παλιάς’ μοντέρνας ανθρωπότητας και των υποσχέσεων αναγέννησης και ‘οντολογικής’ μετατροπής.
Φαινομενικά, βρισκόμαστε πάντα στο πεδίο που περιγράφει ο Πιερ Λερού. Η ανθρωπότητα είναι ακόμα ένας άνθρωπος που βαδίζει, ένας οδοιπόρος. Όχι τόσο ‘υπό τον Θεό’ όσο δοκιμάζοντας να επιταχύνει διαδικασίες μετατροπής και αναδημιουργίας του κόσμου και της ζωής που ζητούν να μιμηθούν θεϊκές δράσεις. Μια ιδέα στο περίπου παντοδυναμίας φαίνεται ακόμα και στη συζήτηση περί ‘αθανασίας’, συζήτηση που έως πρόσφατα θα ηχούσε σαν απλή τρέλα και τώρα επιχειρείται να της παραχωρηθεί κι αυτηνής μια θέση στο πρόγραμμα των προσεχών καιρών (την ώρα που χιλιάδες παιδιά δολοφονούνται από βόμβες και σφαίρες, λίγες εκατοντάδες Αμερικάνοι υπερπλούσιοι γέροι προετοιμάζονται επιμελώς για.. την αθανασία τους). Θα έλεγε κανείς ότι δοκιμάζεται ο τελείως αντίθετος δρόμος από αυτόν που περιέγραφε ο Χανς Γιόνας στο περίφημο δοκίμιό του Η έννοια του Θεού μετά το Άουσβιτς. Αντί να έχουμε ακυρώσει την ιδέα-μύθο της παντοδυναμίας χάριν της κοινωνικής δικαιοσύνης ή της καλοσύνης, το επικείμενο, αναμενόμενο άλμα περιγράφεται εξιταρισμένα με όρους αποτελεσματικότητας και απείρως επαυξημένης ισχύος που παίζει με την ‘παντοδυναμία’. Όσο για τη δικαιοσύνη ή την καλοσύνη, αυτές μάλλον παραπέμπονται στις ολοκληρωτικές ουτοπίες του χτες είτε παραχωρούνται σε έναν ‘ηθικό ακτιβισμό’ (που ο ρεαλιστής τον βλέπει πατερναλιστικά ως παιδική ασθένεια ή, έστω, ως συμπλήρωμα ονείρου για ένα υπερβολικά στεγνό μέλλον)
Το σημαντικό όμως κριτήριο της προόδου στο οποίο θα αφιερώσει το έργο του κι αυτός ο παράξενος πειραματιστής των ιδεών με τον οποίο άνοιξα το κείμενο, παραμένει εκκρεμές. Θα έλεγε κανείς πως βρίσκεται στα αζήτητα του ανταγωνιστικού επιταχυντισμού που είναι το αξίωμα κίνησης αυτής της εποχής. Στην παλαιά γλώσσα, τη γλώσσα των Λερού, το στοίχημα ήταν η συναρμογή της αρχής της ελευθερίας με την αρχή της συνεργασίας. Ή αλλιώς η διαλεκτική μεταξύ μιας ελεύθερης υποκειμενικότητας με έναν τρόπο συλλογικής οργάνωσης που μπορεί να παράσχει μορφή στην ‘ελπίδα και στην επιθυμία’.
Ας ενοχληθούν εδώ όσοι ξεγράφουν ή καγχάζουν πια την σοσιαλιστική και κομμουνιστική ‘θεολογία’: αυτή τουλάχιστον είχε να μας πει κάτι σημαντικό για τι μπορούμε να ελπίζουμε όχι απλώς για το σαρκίο μας αλλά και ως συλλογικότητες και δυνητικά ως συνολική ανθρωπότητα. Αυτό που παράγει αντιθέτως η αθεράπευτη τωρινή παρακμή του ‘φιλελευθερισμού’ είναι μια επιτάχυνση δίχως σκοπό, δίχως στόχο, χωρίς να εξηγείται στοιχειωδώς η αναγκαιότητα, η ηθική και οικολογική διάσταση των μοριακών μετασχηματισμών. Ένα συνεχές, κενό κάλεσμα να αφεθούμε στην παράκρουση των πραγμάτων που παράγονται και προσφέρονται και όπου η τωρινή ανθρωπότητα πρέπει να υπογράψει λευκή επιταγή στους δισεκατομμυριούχους ποιμένες της.
Δεν υπάρχει όμως πιο δογματική θεολογία από αυτήν αυτή την προσταγή της επιτάχυνσης για την επιτάχυνση. Για αυτό και ένας ‘αρχαίος’ (ένας Πιερ Λερού) είναι πιο μοντέρνος από τον Σαμ Αλτμαν. Μοντέρνος υπό το πρίσμα της ένσκοπης και αναστοχασμένης χειραφέτησης όχι σαν τυχάρπαστη ‘απελευθέρωση δυνατοτήτων’ για το οτιδήποτε. Απελευθέρωση δυνατοτήτων μπορεί να είναι άλλωστε ο πολλαπλασιασμός κατασκοπευτικών και δολοφονικών drones – με πρόσχημα την αποτελεσματική μας ασφάλεια. Να περιλαμβάνει, ας πούμε, και την επιλογή αυτοβασανισμών ή αυτοεξευτελισμών ενώπιον πρόθυμου κοινού θεατών (πρόσφατα, ο θάνατος ενός 46χρονου Γάλλου streamer έπειτα από διαδικασίες ‘σκηνοθετημένων’ κακοποιήσεων στην πλατφόρμα Kick, σήκωσε κάποιες λίγες συζητήσεις. Πάλι βέβαια περιορισμένες ευσχήμως σε προβληματισμούς περί ‘ελεύθερης επιλογής’ ή σε νομικίστικα σχήματα ρυθμίσεων που δεν ρυθμίζουν τίποτα).
Αν ο ιστορικός ανθρωπισμός/ σοσιαλισμός πρέπει να αναθεωρηθεί σε ένα σημείο, είναι ακριβώς στο σημείο της εμπιστοσύνης του στην περίφημη ολόπλευρη ανάπτυξη των ανθρώπινων ικανοτήτων. Αυτό το ‘πλέρια’ δεν ήταν απλώς γλωσσικά κιτς αλλά και ηθικοπολιτικά άκυρο. Παρά το ότι, υποτίθεται, ότι θα αφορούσε έναν άλλον άνθρωπο, μια άλλη μορφή υποκειμενικότητας και κοινωνικών σχέσεων. Ήταν ένα μάλλον απροβλημάτιστο όραμα, που είχε, εννοείται, πολλούς λόγους να συγκροτηθεί απέναντι σε συντηρητικές κάστες και ευνουχιστικές τυραννίες.
Για τον επιβεβλημένο μονόδρομο που μας εγκαλεί σήμερα χρειαζόμαστε έναν πολύ διαφορετικό ανθρωπισμό- απαλλαγμένο από την ναΐφ μεταφυσική του ‘πάντα καλύτερα, περισσότερα, γρηγορότερα’. Έχουμε καταλάβει δηλαδή ότι η πορεία (marche) μπορεί να είναι λοξή, το βάδην να παρεκκλίνει και ο άνθρωπος να ασκεί το δικαίωμα να πει όχι στις χαράξεις των λεωφόρων του μέλλοντος. Ότι η ελευθερία περνάει από τη δυνατότητα να πεις και όχι σε δυνατότητες και επιλογές που σου παρέχονται, να διαφοροποιήσεις τον αλγόριθμο, να αλλάξεις δηλαδή την ίδια την αλλαγή και τον κώδικα. Σε κάθε περίπτωση, ακόμα και τώρα δεν μπορούμε να προσπεράσουμε εκείνο το συστατικό ερώτημα που έφτιαξε τις δημοκρατίες και τους σοσιαλισμούς της νεωτερικής εποχής: το ερώτημα για τη σύζευξη, τη διπλή δέσμευση, την συναλληλία και την θερμή ένταση των δυο όρων: ελευθερία και συνεργασία/ συνένωση/ συντονισμός. Με άλλα λόγια, πως οργανώνουμε μια σχέση με τον εαυτό μας και τον κόσμο όπου δεν θα ισχύει αυτό που φαίνεται σήμερα: ότι η ελευθερία κάποιων σημαίνει την καταστροφή του κοινού μας οίκου ή την εκμετάλλευση, χειραγώγηση και υποτίμηση πολλών άλλων. Ακόμα και αν τα ρομπότ γίνουν κανονικοί νέοι συγκάτοικοι στον κόσμο μας, το κληρονομημένο ερώτημα θα διατηρεί όλη τη σημασία του: ποιο οικονομικό, κοινωνικό και συναισθηματικό σύστημα θα διέπει και θα δεσπόζει και στις ‘νέες μορφές ύπαρξης’; Ποια πολιτική οικονομία, αυτή της συνεργατικής δράσης ή αυτή του αδυσώπητου ανταγωνισμού; Το πολιτικό και κοινωνικό ζήτημα δεν εξαϋλώνονται όσο θα υπάρχουν κοινωνικές σχέσεις μεταξύ έλλογων και συναισθανόμενων όντων που θέτουν ερωτήματα για το παρόν και το μέλλον τους. Μόνο εάν παραχωρήσουμε τις ηθικές-πολιτικές αποκρίσεις μας στους επιμελητές των αλγορίθμων , μόνο σε αυτή την περίπτωση θα έχουμε κατακυρώσει την αυτοεξουδετέρωσή μας. Και ένας Λερου σήμερα θα ρωτούσε: αυτό ελπίζουμε, αυτό επιθυμούμε; Μια αυτοεξουδετέρωση μέσω της παράκρουσης;