γιατί (ξανα) διαβάζω Fredric Jameson

                             

                   

                  

Από πλευράς μου, προσπάθησα ν’ αναφερθώ στους μηχανισμούς εκείνους που εμποδίζουν τη δυνατότητα μιας ολιστικής θεώρησης: ν’ αποστασιοποιηθώ από την κατάσταση, για να κατανοήσω με ποιο τρόπο οι απόψεις μας κατακερματίζονται, και ν’ αναλάβω έτσι μια ανάλυση των όρων αυτής της α-δυνατότητας. [ Από μια συζήτηση του Jameson με τον Στάθη Κουβελάκη, δημοσιευμένη με τον τίτλο ‘Καπιταλισμός, Νεωτερικότητα και Μεταμοντέρνο’, περιοδικό Ουτοπία, τ. 21]

                          1

Πριν από λίγους μήνες, συλλέγοντας υλικό για ένα θέμα που πιστεύω ότι κανείς δεν μπορεί πια να το παρακάμψει (Τεχνητή Νοημοσύνη, αλγοριθμικά καθεστώτα πολιτισμού κλπ.), είπα να ξανακοιτάξω το κείμενο της διδακτορικής διατριβής που την είχα υποστηρίξει το μακρινό 1993. Παραδόξως, το θέμα εκείνης της εργασίας με τον τίτλο Η κριτική της Νεωτερικότητας και το πρόβλημα της Τεχνικής στη σκέψη του Μάρτιν Χαϊντεγκερ, έχει ακόμα αντηχήσεις σε έναν ανάλογο (και συγχρόνως πολύ διαφορετικό) προβληματισμό μου τα τελευταία χρόνια. Παρά τις αποστάσεις που είχα εξαρχής από το σύμπαν της χαϊντεγκεριανής ‘αργκό’, διαπιστώνω ότι πολλά γραπτά που δημοσίευσα στη διάρκεια της δεκαετίας του 2000 και αργότερα, επέστρεφαν στο ζήτημα της ριζοσπαστικοποίησης της νεωτερικότητας, στη δυναμική του μηδενισμού και σε παρεμφερή ερωτήματα[1].

 Έχω, ωστόσο, συνειδητοποιήσει και κάτι ακόμα: όταν γύρω στις αρχές της δεκαετίας του ΄90 διάβαζα κυρίως στοχαστές της ευρύτερης υπαρξιακής και φαινομενολογικής παράδοσης, απωθούσα την άλλη εστία των ηθικών-πολιτικών μου δεσμεύσεων: τον μαρξισμό και την ευρύτερη παράδοση της κοινωνικής κριτικής. Αναλογίζομαι, για παράδειγμα, ότι αν και στα χρόνια που ακολούθησαν τη διατριβή θα έχω αρκετές συναντήσεις με τον Άγγελο Ελεφάντη στα γραφεία του Πολίτη (το περιοδικό ήδη είχε φιλοξενήσει ένα κείμενο του Φρέντρικ Τζέιμσον) δεν ήμουν ορεξάτος για το πεδίο του ευρύτερου πολιτισμικού μαρξισμού ή για κοινωνικές θεωρίες που εμπνεόταν ακόμα από αυτόν. Ο Γκράμσι, ο Λούκατς και οι νεομαρξιστές είχαν σταθεί προσφιλείς αναφορές των φοιτητικών χρόνων στις αρχές και μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του ΄80. Στην επόμενη δεκαετία και μετά το μεταπτυχιακό στη Λυών το 1989 το κέντρο βάρους των πνευματικών μου αναζητήσεων είχε μετατοπιστεί αλλού. Προφανώς το έτος 1989 και οι μεγάλες ανατροπές του έριχνα τη σκιά του. Την εποχή που θα κυκλοφορούσε και στα ελληνικά το βιβλίο του Τζέιμσον για τον μεταμοντερνισμό, ήξερα το επιχείρημά του, δυσκολευόμουν όμως να ξεκαθαρίσω τι το ιδιαίτερο κομίζει αυτή η θεωρία στις συζητήσεις για τις κρίσεις νοήματος και την αποσταθεροποίηση των λεγόμενων μεγάλων αφηγήσεων. Στην ίδια αυτή δεκαετία του ΄90, η ανάγνωση της νέας (τότε) κοινωνιολογικής γραμματείας για την ύστερη νεωτερικότητα, την αναστοχαστική/ ανακλαστική (reflexive) ή υψηλή (high) νεωτερικότητα[2], οδηγούσε τον αναγνώστη της πολύ μακριά από τον Tζέιμσον, τον Ντέιβιντ Χάρβευ και όσους ακόμα διεκδικούσαν μια ζεστή σχέση με τον ‘ιστορικό υλισμό’. Οι επιδράσεις αυτές, αφενός υπαρξιακές φιλοσοφίες και από την άλλη κοινωνιολογίες της νεωτερικότητας (με μεταρρυθμιστικό και φιλελεύθερο χαρακτήρα) αποδυνάμωναν το πλαίσιο μέσα στο οποίο εντασσόταν ο Τζέιμσον και οι άλλοι μαρξιστές. Ήταν μεν διαφορετικοί και εικονοκλάστες αλλά φαίνονταν όμηροι μιας παλιάς διαλεκτικής. Αυτό δεν ομολογούνταν ανοιχτά αλλά χρωμάτιζε και τις αποφάσεις πολλών από μας (των τότε ‘νεότερων’) να ψάξουμε αλλού για πειστικές περιγραφές και ερμηνείες των όσων συνέβαιναν γύρω μας και στον πολιτισμό μας.

                                                         2

 Μπορεί να σκεφτεί κανείς ότι η αμφιθυμία ως προς την ορολογία την οποία επιλέγουμε, έχει πολιτικές συνέπειες και, εν μέρει τουλάχιστον, πολιτικές αιτίες. Η συζήτηση για τους βασικούς προσδιορισμούς μιας περιόδου, για τα θεμελιώδη χαρακτηριστικά τα οποία πρέπει να αποδώσουμε σε αυτή ή την άλλη εποχή, δεν είναι κάτι που σχετίζεται απλώς με την καριέρα των πανεπιστημιακών ή τις κατά καιρούς εμμονές των δημόσιων γραφιάδων[3]. Το ερώτημα ειδικά για το πω πρέπει να χαρακτηριστούν κοινωνίες και κουλτούρες του τέλους του εικοστού αιώνα, για το αν ανταποκρίνονται σε μια ύστερη νεωτερικότητα, στον ύστερο καπιταλισμό ή στη μετανεωτερικότητα, μετέφερε μαζί του σημαντικά πολιτικά διλήμματα. Από ένα σημείο και έπειτα, όσοι-ες, δεν επιθυμούσαν να αναφέρουν πια τη λέξη από Κ (καπιταλισμός), αναζητούσαν εναλλακτικά λεξιλόγια. Η προσφυγή σε ορολογίες νεωτερικότητας στάθηκε αναμφίβολα και επιλογή απομάκρυνσης από την αναπαράσταση του κόσμου ως πεδίου δυνάμεων όπου έχει ακόμα νόημα η έννοια ‘σύστημα’ και ‘κυριαρχία’. Όταν έσπευδε κανείς να βυθιστεί σε διεργασίες κατακερματισμών, να υπερτονίσει, ας πούμε, τον υβριδισμό των ταυτοτήτων ή την απαραμείωτη πολυπλοκότητα των φιλελεύθερων κοινωνικών μας σχηματισμών, άφηνε συνήθως πίσω του ως ντεμοντέ την υπόθεση μιας ολότητας όπου επιμέρους φαινόμενα μπορούσαν να βρουν εξήγηση. Φανερά ή εμμέσως, άρχιζε να σνομπάρει το σκοπό, τις δυνατότητες και τους κώδικες κάθε πράξης και κάθε πρόθεσης μεγάλου πολιτικού, κοινωνικού και οικονομικού μετασχηματισμού. Επειδή μάλιστα, μετά το 2000, και η ίδια η λέξη ‘σύστημα’ έγινε κοινότοπη για να εξαπλωθεί σε πολιτιστικά και πολιτικά περιβάλλοντα γραφικού ζηλωτισμού και συνωμοσιολογικής φαντασίας, επειδή δηλαδή συχνά μπερδεύτηκε με έναν ποπ αντισυστημισμό, δικαιούνταν κανείς να θέλει αποστάσεις από το πλαίσιο ύστερος καπιταλισμός για να προσθαλασσωθεί σε λιγότερο δεσμευτικά, προσωνύμια: υψηλή ή ύστερη νεωτερικότητα, hypermodernity (η εκδοχή του Γάλλου Ζιλ Λιποβετσκί) ή, έστω, στη ρευστή (liquid) νεωτερικότητα όπως θα την περιγράψει στα τελευταία του δοκίμια ο Πολωνός κοινωνιολόγος Ζίγκμουντ Μπάουμαν. Είχαν εξάλλου διατεθεί στην αγορά και άλλες ονομασίες πιο επίσημες και μέινστριμ, όπως η κοινωνία της πληροφορίας, της γνώσης, η σύνθετη κοινωνία ή πιο ιδιαίτεροι και εντυπωσιακοί τίτλοι, του τύπου η κοινωνία των ομοιωμάτων κλπ. Αυτό το γενικότερο διανοητικό κλίμα πιστοποιούσε εν πολλοίς την απροθυμία να ονοματίσει κανείς ένα σύστημα σχέσεων και την έλξη που ασκούσε η ιδέα ενός σύμπαντος δίχως άξονες, δίχως καθοριστικά οργανωτικά θεμέλια και δεσπόζουσες λογικές που να επηρεάζουν και το καθεστώς του πολιτισμού. Ήταν τόσο φυσικό να συμβαίνει αυτό ( η λεγόμενη ΄κυριαρχία της οικονομίας’) που έπρεπε πια να περάσουμε σε άλλα θέματα, αποδεχόμενοι ένα δεδομένο πλαίσιο λειτουργικών κοινωνικών-οικονομικών κανόνων και συμπεριφορών. Αυτό ήταν ο ενδημικός ΄καπιταλιστικός (μας) ρεαλισμός’, έτσι όπως τον προσδιόριζε και ο Μαρκ Φίσερ αναπτύσσοντας συλλογισμούς του Τζέιμσον: η ώθηση να περάσεις σε άλλα θέματα που δεν θα φέρουν πια το πρόβλημα του καπιταλισμού και των τρόπων αντιμετώπισής του αφού αυτό το πρόβλημα είτε δεν έχει λύση ή οι όποιες ‘λύσεις’ προτάθηκαν και εφαρμόστηκαν, το επιδείνωσαν.

                                         3

Έχω προβληματιστεί πολύ για την επίδραση που ασκήθηκε σε πολλούς της γενιάς μου από όλο αυτό το πλέγμα έλξεων και απωθήσεων. Σε μένα απλώς, η ιδιόμορφη σαγήνη που είχε ασκήσει, λόγω ποιητικών και λογοτεχνικών καταβολών, μια χαϊντεγκεριανών αποχρώσεων κριτική στη μεταφυσική της Τεχνικής μπορούσε, ως ένα βαθμό, να συνυπάρξει με την αριστερή καχυποψία για την λειτουργία του οικονομικού Λόγου. Μια τέτοια μικτή επίδραση εμφανίζεται ιδιαίτερα σε κάποια από τα κείμενα της περιόδου[4].

 Συνέβη, ωστόσο, το εξής: στο βασικό κείμενο για θέματα ιδεολογίας και αξιών της ελληνικής ύστερης Μεταπολίτευσης, θα αντλήσω κατά βάση από τη θεωρία του Τζέιμσον για τον μεταμοντερνισμό αξιοποιώντας παράλληλα, τη θεωρία της Mπάρμπαρα Ερενράιχ και κάποιων άλλων Αμερικανών κοινωνικών επιστημόνων για την ‘επαγγελματική, διευθυντική τάξη[5]’ με σκοπό να περιγράψω την ανάδυση μιας τεχνοκρατικής, μεταπολιτικής θεώρησης από μερίδες που κινούνταν σε τομείς αιχμής του ευρύτερου κρατικού συστήματος, ιδίως όμως στη νέα ελληνική πολιτιστική αγορά και στα μήντια[6]. Έχοντας κατά νου τη διοργάνωση των Ολυμπιακών Αγώνων του 2004 και πολλές συζητήσεις γύρω από το rebranding (δεν το έλεγαν έτσι νομίζω τότε) του έθνους και της ‘μεσαίας τάξης’ του, είχα νιώσει την ανάγκη να ψάξω περισσότερο τον Tζέιμσον και ως κοινωνικό στοχαστή όχι μόνο ως πολιτισμικό θεωρητικό. Έκρινα δηλαδή ότι είχε να πολλά να πει για τη διαμόρφωση εκείνων των δημόσιων λόγων που επιμένουν στο σύγχρονο ύφος ζωής ή στην ιδεολογική κατασκευή του να είσαι μοντέρνος στην Ελλάδα του τέλους του εικοστού αιώνα υπερπηδώντας ή απωθώντας την αρνητικότητα και τα βάρη της Ιστορίας.

 Η προσέγγιση του Τζέιμσον στα πολιτισμικά κείμενα ως κοινωνικά συμβολικές πράξεις και στην ιδεολογία ως μορφή αφήγησης που δρα συμβολικά στον κόσμο, μπορούσε να βοηθήσει στην ανάλυση και της πρόσφατης ελληνικής ιδεολογίας. Περιγραφές της ζωής τις οποίες έβρισκε κανείς αυτή την περίοδο στα editorial μαζικών εντύπων ή σε άλλα δημοφιλή τεκμήρια για τη «μεταμόρφωση της χώρας», μπορούσαν να προσεγγιστούν και από έναν λόγο που μιλούσε για την παρωδία, την απουσία βάθους και την αποϊστορικοποίηση. Έτσι, άλλωστε, η κριτική της κουλτούρας θα είχε λόγους να ενισχυθεί από μια κριτική της πολιτικής οικονομίας, κάτι που έβλεπα να υπολειτουργεί ή να παραγνωρίζεται στο συντηρητικό/φιλελεύθερο σχόλιο  για τις περιβόητες πολιτισμικές μας παθογένειες, τις ‘καθηλωμένες νοοτροπίες του Έλληνα’ κλπ.

                                               4

Γράφοντας τώρα αυτές  τις γραμμές, αρχές Αυγούστου του 2025, έχω την εντύπωση ότι οι περισσότερες θέσεις του Τζέιμσον δεν έχουν χάσει τη διαυγαστική τους ικανότητα. Και αισθάνομαι αυτό να επιβεβαιώνεται πιο έντονα με τις κατακλυσμιαίες εξελίξεις στον παγκόσμιο ψηφιακό καπιταλισμό και σε σειρά παράγωγων φαινομένων όπου ‘ένα σύστημα που παράγει, συστατικά, διαφορές παραμένει σύστημα[7]’. Κάτι παραπάνω: τα χαοτικά και αποδιοργανωτικά φαινόμενα, οι γεωπολιτικές και πολιτισμικές ρήξεις, η θραύση της αρχιτεκτονικής του διεθνούς συστήματος δεν φαίνεται να ακυρώνουν την ιδέα μιας ηγεμονικής δομής. Απεναντίας, την εκτινάσσουν στην ωμότητά της. Η χυδαία συναλλακτική αντίληψη που εμφανίζεται πλέον ως σύμφυτο της τραμπικής Αμερικής επιβραβεύει τον πυρήνα μιας καπιταλιστικής θέασης του κόσμου ως πεδίου ευκαιριών για άτομα, επιχειρήσεις και κράτη που επίσης δρουν πλέον ως επιχειρηματικές οντότητες. Θα πω μάλιστα ότι όποιος θέλει να κοιτάξει κατάματα το παρόν μας χρειάζεται να ανατρέξει στην ιδέα μιας σφαιρικότητας την οποία ο Τζέιμσον τη συσχετίζει με την παρεξηγημένη έννοια του τρόπου παραγωγής. Είναι μάλιστα ακριβώς αυτή του η επιμονή να ψάχνει σφαιρικούς καθορισμούς που για μένα φαντάζει απαραίτητη αν επιδιώκουμε ένα κριτικό βλέμμα στην πρόσφατη κατάσταση όπου η πανδημία, οι πόλεμοι, η τεχνολογική αναδιάρθρωση βάθους και το παγκόσμιο κλιματικό καθεστώς[8], συνθέτουν ήδη μια ολότητα υπαρξιακών και οντολογικών, πλέον, απειλών.

Στις υστερόγραφες διευκρινίσεις του, απαντώντας ακριβώς σε διάφορες ενστάσεις που έβλεπαν στη σκέψη του έναν πειρασμό για υπερβολική γενίκευση ή αναγωγισμό (ιδίως στο σχήμα του περί ύστερου καπιταλισμού και μεταμοντερνισμού), ο Τζέιμσον θα διευκρινίσει:

Αλλά ένας τρόπος παραγωγής δεν είναι ‘ολικό σύστημα’ με τη γνωστή απωθητική έννοια του όρου˙ περιλαμβάνει σειρά αντιτιθέμενων δυνάμεων και νέων τάσεων, δυνάμεων ‘καταλοίπων’ ή ‘αναφαινόμενων’, τις οποίες πρέπει να δοκιμάσει, να ελέγξει ή να διαχειριστεί (η αντίληψη του Γκράμσι περί ηγεμονίας). Εάν αυτές οι ετερογενείς δυνάμεις δεν ήταν προικισμένες με μια δική τους δραστικότητα, το ηγεμονικό εγχείρημα δεν θα είχε νόημα. Έτσι, λοιπόν, το μοντέλο προϋποθέτει τη διαφορά, πράγμα το οποίο πρέπει να διακρίνουμε σαφώς από ένα άλλο χαρακτηριστικό που το περιπλέκει, δηλαδή το γεγονός ότι ο καπιταλισμός παράγει διαφορές ή η διαφοροποίηση αποβαίνει συνάρτηση της ίδιας της εσωτερικής του λογικής[9].

Το μοντέλο λοιπόν – κανένα θεωρητικό μοντέλο – δεν ταυτίζεται με την κοινωνική μας εμπειρία, με το συγκεκριμένο βίωμα. Αυτό σημαίνει ότι η ‘έννοια’ απέχει πάντα από το ίδιο το ΄πράγμα’ ή, έτσι όπως το καταλαβαίνω εγώ, το να προσδιορίζει, για παράδειγμα, κανείς μια ολότητα ως καπιταλιστική δεν σημαίνει πως ό,τι διαμείβεται και εκτυλίσσεται εντός της σε ζωντανές εμπειρίες, τρόπους, ηθικές μεταβολές και αισθητικά ιδιώματα, είναι ομοίως «καπιταλιστικό». Άλλως ειπωμένο, καμιά αφαίρεση δεν συμπίπτει με όλες τις μορφές ζωής και εμπειρίας που εξελίσσονται με ποικίλους συνδυασμούς στη συγκεκριμένη, βιωμένη πραγματικότητα.

 Στο ίδιο πλαίσιο, ο Τζέιμσον κάνει σαφές ότι μιλώντας για ‘τρόπο παραγωγής’ δεν αναφέρεται μόνο σε ένα μοντέλο βασισμένο στην παραγωγή. Μας καλεί να φανταστούμε μια «σειρά επιπέδων ή τάξεων αφαίρεσης» που πρέπει να γίνουν σεβαστά αν θέλει κανείς να αποφύγει τη ρητορική ανοησία και την ιδεολογική υπεραπλούστευση.

Παρά λοιπόν το γεγονός ότι η σκέψη του Τζέιμσον σμιλεύει τις αναλυτικές της κατηγορίες στην αμέσως προηγούμενη φάση από αυτήν της κυρίως ψηφιακής επανάστασης με την παγκόσμια διάχυση των social media και τώρα των προηγμένων εφαρμογών της Τεχνητής Νοημοσύνης, μιλά εν πολλοίς και για τη δική μας συνθήκη. Από κοινού, εννοείται, με άλλα πρίσματα κριτικής και εποπτείες των πιο σύγχρονων μορφών πολιτισμικής και κοινωνικής παραγωγής. Διότι είναι σκέψη που συνδέει τις δυναμικές διαφοροποίησης και τις λογικές ενοποίησης με αιχμή το τεράστιο άνοιγμα του καπιταλισμού στο αισθητικό παράδειγμα, στις επιθυμίες και στις φαντασιώσεις. 

Πρόσφατα, σε μια συλλογική εργασία με αντικείμενο το τεχνολογικό-κοινωνικό σύστημα που διαμορφώνεται με την επιτάχυνση όλων των μοντέλων Τεχνητής Νοημοσύνης, συναντούμε την παρακάτω περιγραφή. Οι συγγραφείς προτείνουν την έννοια ‘αλγοριθμικό Κεφάλαιο’ για να κατανοήσουμε τον εν εξελίξει μετασχηματισμό στην πολυμορφία του. Παραθέτω:

Το αλγοριθμικό Κεφάλαιο καθιστά δυνατή τη σύνδεση φαινομένων τόσο διαφορετικών όσο η άνοδος της GAFAM, η εξόρυξη σπάνιων μετάλλων, ο κατακερματισμός των υπερ-συνδεδεμένων χρονοδιαγραμμάτων μας, οι περιουσίες του Μπέζος, του Mασκ και του Ζούκερμπεργκ και οι αμερικανο-κινεζικές εντάσεις για τη Huawei και το TikTok, ο πολλαπλασιασμός των οθονών, η τηλεργασία, η Alexa, τα κρυπτονομίσματα, οι στρατιωτικές συγκρούσεις στο Κονγκό, οι στοχευμένες πολιτικές δολοφονίες με τη χρήση μη επανδρωμένων αεροσκαφών, η κλιματική κρίση, η έλλειψη ημιαγωγών, η βιομηχανία των influencers, η ιδεολογία των «υπαρξιακών κινδύνων», η 24ωρη παράδοση κατ’ οίκον κ.λπ. Η σφυρηλάτηση μιας κριτικής θεωρίας των αλγορίθμων και της τεχνητής νοημοσύνης καθίσταται επείγουσα και αναγκαία αν θέλουμε να κατανοήσουμε τις πολλές προεκτάσεις της αλγοριθμικής λογικής, τις συσκευές της και την ιδεολογική της διάσταση, αλλά και να ξεπλύνουμε τις σχέσεις εξουσίας που συνδέονται με τις νέες τεχνολογίες και να κατανοήσουμε την πολιτική οικονομία που τις παράγει[10].

Πρόκειται για μια από τις ολιστικές χαρτογραφήσεις όπου διατηρείται η αξίωση η οποία εμπνέει και τον Τζέιμσον πριν από τρεις δεκαετίες: να εκτεθούν οι σύγχρονοι αρμοί της κουλτούρας ως σύνθετα παράγωγα ενός συστήματος και μιας ηγεμονικής λογικής η οποία εξελίσσεται κυρίως μέσα από ρήγματα και διαφορές. Έτσι μπορεί  να διαφανεί το λανθάνον πολιτικό ασυνείδητο της ύστερης καπιταλιστικής συνθήκης. Μια τέτοια αξίωση κατανόησης μπορεί να επιλέγει ως πεδίο ανάλυσης μια σειρά του Netflix, τους πολιτικούς λόγους του Τραμπ, μια νέα έκδοση του chatgbt (ας πούμε, το τωρινό chatgbt agent που πέρασε και το γνωστό τεστ ‘I am not a Robot’) ή τις όλο και πιο ασύγκριτα τελειοποιημένες χρήσεις της νοσταλγίας στα reel του ΤικΤοκ και στο Ινσταγκραμ.

Αυτό ήταν ήδη μια τάση διεύρυνσης της πολιτισμικής ανάλυσης που αξιοποίησε μετά τον Τζέιμσον ο Μαρκ Φίσερ, προσθέτοντας, εκείνος, δικές του διακριτές επιρροές από τους στοχαστές του αυτόνομου μαρξισμού, από το βρετανικό Post-Punk και την πρώιμη ηλεκτρονική σκηνή. Αυτό που θέλω να πω είναι ότι όποιο αντικείμενο κι αν επιλέγει κανείς, έχουμε ανάγκη από μια τέχνη των συνδέσεων. Η δημόσια σκέψη μας χρειάζεται να διακρίνει ό,τι ο Τζέιμσον αποκαλεί διαφορετικά επίπεδα αφαίρεσης μα την ίδια στιγμή να ψάχνει συνδετικούς ιστούς και μεγάλες συνάψεις.

                                             5

 Έτσι αντιλαμβάνομαι, εκ των υστέρων, το δημιουργικό στίγμα της κριτικής στρατηγικής του Αμερικανού θεωρητικού. Πήρε πολύ στα σοβαρά το μεταμοντέρνο, ως κοινωνική-ιστορική δυναμική των προωθημένων καπιταλιστικών σχηματισμών και ως ιδιαίτερο ανάπτυγμα της ιδεολογίας. Με αυτή και μόνο την έννοια θα είναι ‘μεταμοντέρνος’, επειδή θα αφιερώσει σημαντικό κομμάτι του έργου του ελέγχοντας τον μοδάτο ισχυρισμό ότι το παιχνίδι των διαφορών καθιστά παρωχημένη κάθε αναπαράσταση συστήματος/ ολότητας. Έλαβε, τρόπον τινα, θέση μέσα στον μεταμοντερνισμό με τον ίδιο τρόπο που ο  Μαρξ είχε τοποθετηθεί ως θεωρητικός μέσα στην αφύπνιση του κλασικού βιομηχανικού καπιταλισμού. Για να περιγράψεις και να ερμηνεύσεις αποτελεσματικά ένα κοινωνικό και πολιτισμικό φαινόμενο δεν μπορεί να έχεις εξωτερική και επιδερμική σχέση με αυτό. Αυτό το βλέπουμε και σε απόπειρες χαμηλής θεωρίας που πάνε να καταπιαστούν με πολιτισμικές μόδες, μουσικά ρεύματα, με στιγμές της ποπ κουλτούρας: αν ο κριτικός δεν έχει πραγματική οικειότητα με τη γλώσσα και τους κώδικες του υπό κριτικό έλεγχο αντικειμένου, αυτά που θα ειπωθούν θα είναι μάλλον αδύναμα, απλές ηθικές επικρίσεις ή εργαλειακά πολιτικά σχόλια. Το να παίρνουμε στα σοβαρά αυτό για το οποίο αναζητούμε την κριτική του εποπτεία (συνδέοντάς το με υψηλότερα επίπεδα αφαίρεσης) είναι προϋπόθεση κάθε ριζοσπαστικής κοινωνικής-πολιτισμικής κριτικής. Αυτό είναι ένα από τα διδάγματα και της αφοσίωσης του Τζέιμσον στην ανάλυση της μετανεωτερικότητας.

Το παραπάνω έχει άμεση σχέση με ό,τι μπορούμε να αποκαλέσουμε ηθική της ανάγνωσης των φαινομένων. Αυτή η ηθική της ανάγνωσης  δεν ενδίδει υποτακτικά στο αντικείμενό της και στις αυθόρμητες ιδεολογίες που το πολιορκούν εξαρχής. Με αφετηρία μεμονωμένα καλλιτεχνικά και πολιτισμικά συμβάντα προχωρά ως το σύστημα που ενσωματώνει τη διαφορά, την αταξία και την αποδιοργάνωση των παλαιότερων συμβολικών και αναπαραστατικών συμβάσεων.    

Αν δούμε πως λειτουργούν σήμερα οι κρίσεις στον πλανήτη, διαπιστώνουμε ότι το σύστημα της ανταγωνιστικής κερδοσκοπίας παραμένει ο έσχατος παράγοντας συγκόλλησης ποικίλων θεσμικών και υποκειμενικών εμπειριών. Η όξυνση των γεωπολιτικών συγκρούσεων και εκ παραλλήλου η πολιτική έλξη που ασκεί η άκρα δεξιά και ορισμένες αντιδραστικές ιδέες στον παγκόσμιο Βορρά και στον Νότο δεν σημαίνουν ότι ο καταναλωτικός καπιταλισμός και η κουλτούρα του έχασαν τη σημασία που απέκτησαν σε μια προηγούμενη, περισσότερο ηδονιστική, φάση. Ο ‘μεταμοντερνισμός’ και η παγκοσμιοποίηση των πολιτισμικών λογικών μιας παλαιότερης ηδονιστικής φάσης έχουν ενσωματωθεί στις σημερινές κουλτούρες της εμπειρίας. Τα εθνικά και διεθνικά χαρακτηριστικά μετασχηματίζονται μέσα στην ολιστική ψηφιακή, εικονιστική πλαισίωση της ζωής των ανθρώπων. Αυτή, εντούτοις, η ψηφιακή-εικονιστική ζωή, παρά τις χαοτικές της διαφοροποιήσεις, διασχίζεται κατά κύριο λόγο από τις λογικές ενός συστήματος το οποίο παραμένει πιστό στην έννοια-γένους καπιταλισμός. Όχι απλώς λογοδοτεί στην έννοια-γένους καπιταλισμός αλλά εμπλέκεται και σε μια πορεία απρόσκοπτης ριζοσπαστικοποίησης. Δεν γίνεται απλώς πιο ακραία μια μορφή νεωτερικότητας ή μετανεωτερικότητας. Γίνεται όλο και πιο δεσποτική και ακραία η λογική του κέρδους και των επιτελέσεων που ωθούν προς τα εμπρός την αξιοποίηση κάθε εξωτερικού, υλικού χώρου και κάθε ψυχοσυναισθηματικού εδάφους. Σε αυτό το σύστημα υπάγεται ο ινφλουένσερ των δικτύων, έφηβοι που ανακαλύπτουν τον τζόγο με τα κρυπτονομίσματα, η συναλλακτική σεξουαλικοποίηση των σωμάτων στο Οnly fans ή στις άλλες πλατφόρμες όπου μια ‘ιδέα’ οφείλει να ‘πουληθεί’ σε ένα κοινό αγοραστών για να επενδυθεί ξανά με παραλλαγές. Οι διάσημοι τράπερ, οι εταιρείες αμοιβαίων κεφαλαίων, τα δίκτυα εμπορίου τοξικών αποβλήτων κλπ. μπορεί να θεωρηθούν ‘διαφορές’ οι οποίες παράγονται και κατανέμονται σε ένα σύστημα το οποίο μπορεί να ονομαστεί έτσι (σύστημα) γιατί διασχίζεται από μια θεμελιακή λογική (μεγιστοποίηση του κέρδους και ατομική ιδιοποίηση του πλούτου) που οργανώνει -συνδέοντάς τες ή κατατεμαχίζοντάς τες- την ποικιλία των περισσότερων διαθέσιμων επιλογών που μετατρέπονται έτσι σε εμπορεύσιμα αγαθά.

                                            6

Το παστίς, η αποιστορικοποίηση, η εξασθένιση του συναισθήματος που συνδυάζεται με το αντίθετό της, την υπερφόρτωσή του σε ένα στιλ συναισθηματικής πορνογραφίας, η ρηχότητα ως η άλλη όψη νέων μορφών ενδημικής βίας (και προπαντός η αδιαφορία ως πίσω όψη των εφήμερων ενθουσιασμών), όλα αυτά στα οποία στάθηκε και για τα οποία επέμεινε ο Τζέιμσον, περιγράφουν αυτό που ζούμε ακόμα. Ενώ βεβαίως άλλες οπτικές του ‘μεταμοντερνισμού’ δείχνουν την ηλικία τους ως προϊόντα μιας άλλης συγκυρίας, οι περιγραφές και κυρίως το ερμηνευτικό υπόβαθρο του Τζέιμσον αντέχουν καλά στις μεταβολές των καιρών. Υποθέτω μάλιστα ότι αυτό συμβαίνει γιατί η βασική θεωρία αντιστάθηκε στην ίδια την σαγήνη του αντικειμένου το οποίο φώτισε. Επειδή δεν πείστηκε τελικά από την ιδέα ότι έχουμε μπει σε ένα σύμπαν άπειρων υποκειμενικών προοπτικών δίχως ‘θάλαμο πλοήγησης’. Δεν υιοθέτησε ως αναπόδραστο πεπρωμένο μια κατάσταση όπου δεν απομένει πια χώρος για να ελέγξουμε την αιτιότητα των κοινωνικών και αισθητικών φαινομένων. Ο Τζέιμσον αναγνώρισε τα υλικά ερείσματα της ‘απροσδιοριστίας’ μέσα σε συγκεκριμένες κοινωνικές και οικονομικές σχέσεις και φυσικά σε πολιτικές επιλογές και ωθήσεις από τη δεκαετία του ΄60 και κυρίως στη συγκυρία των μεγάλων νεοφιλελεύθερων αναδιαρθρώσεων. Το βέβαιο είναι ότι στη δική του σκέψη η από-υλοποίηση, τα ομοιώματα και οι νέες επικοινωνιακές τεχνολογίες δεν μας οδηγούν στη γιορτή της αποκεντρωμένης υποκειμενικότητας και των οριζόντιων διαλογικών συνδέσεων.

Αν σκεφτεί κανείς ότι μείζονα γεγονότα της δημοφιλούς κουλτούρας είναι αφενός οι συναυλίες/ επανένωσης συγκροτημάτων του προηγούμενου αιώνα (επιδημία νοσταλγίας) και αφετέρου οι εξελίξεις στο πεδίο της υπερσυγκέντρωσης πλούτου και εξουσίας στις κορυφές της τεχνολογικής επιχειρηματικότητας  μπορούμε να ανακτήσουμε τo ίχνος του Τζέιμσον (και όχι μόνο αυτού φυσικά) που συνίσταται στην εξής αρχή: μια κριτική στις πολιτισμικές λογικές είναι πια αδύνατη εάν δεν είναι συγχρόνως μια ρωμαλέα κοινωνική κριτική. Αυτό σημαίνει μια σκέψη ευαίσθητη στις μορφικές και υφολογικές αλλαγές των έργων τέχνης και, ευρύτερα, της πολιτισμικής παραγωγής αλλά την ίδια στιγμή διατεθειμένη να αξιοποιήσει, πάλι, τη λέξη από Κ (καπιταλισμός). Αυτό που μοιάζει αντιθέτως όλο και πιο κομφορμιστικό ή αμήχανο είναι να βλέπουμε διάφορες επιθέσεις στην ακραία νεωτερικότητα που απλώς βδελύσσονται τον παρόντα κόσμο δίχως κανένα όραμα για αλλαγή προσανατολισμού και άνοιγμα σε ένα διαφορετικό μέλλον από αυτό που προαναγγέλλεται με την επιταχυντική και απερίσκεπτη ορμή των νέων ηγεμονικών δυνάμεων.


[1] Για παράδειγμα, στο βιβλίο Αυτό το πνεύμα που παραδίδει το πνεύμα (Ίνδικτος, 2008).

[2] Αναφέρομαι κυρίως στα έργα του Anthony Giddens και του Ulrich Beck.

[3] Γι’ αυτό το θέμα βλέπε το αναλυτικό κείμενο του David Inglis, “Better late than modern? Between ‘late capitalism’ and ‘late modernity’”. European Journal of Social Theory, 27(4), 521-539. https://doi.org/10.1177/13684310241252068 

[4] Βλ. Νικόλας Σεβαστάκης, «Επιστροφή της πολιτικής και μεταμοντέρνο ήθος», Σύγχρονα Θέματα, τ.90, Ιούλιος- Σεπτέμβριος 2005, σ. 61-70. Και επίσης, «Ολυμπιακοί Αγώνες: Ιδεολογικές και Αισθητικές όψεις του ‘επιτεύγματος’»,  στον συλλογικό τόμο της VPRC, Η κοινή γνώμη στην Ελλάδα 2005-6, Αθήνα, Σαββάλας.

[5] Bλ. «On the Origins of the Professional-Managerial Class», συνέντευξη της κοινωνιολόγου Barbara Ehrenreich στον Alex Press, Dissent, Οκτώβριος 2022. Ο όρος ‘επαγγελματική διευθυντική τάξη’ προτάθηκε το 1977 σε μια σειρά δοκιμίων από την Barbara και τον John Ehrenreich στο περιοδικό Radical America.

[6] Αναφέρομαι φυσικά στην Κοινότοπη Χώρα. Όψεις του δημόσιου χώρου και αντινομίες αξιών στη σημερινή Ελλάδα, Σαββάλας, 2004.

[7] Fredric Jameson, Η πολιτισμική στροφή. Κείμενα για το Μεταμοντέρνο, Αθήνα, (μετ: Ροζαλι Σινοπούλου), Πλέθρον, 2024, σ.

[8] Βλ. Bruno Latour Πού θα προσγειωθούμε; Δοκίμιο πολιτικού προσανατολισμού στο Νέο Κλιματικό Καθεστώς, μτφ: Άγγελος Μουταφίδης, εκδόσεις Πόλις, 2019.

[9] Fredric Jameson, Το μεταμοντέρνο ή η πολιτισμική λογική του ύστερου καπιταλισμού, Αθήνα, Νεφέλη (μτφ: Γιώργος Βάρσος), 1999, σ. 247-248. Το ίδιο κείμενο έχει μεταφραστεί από την Ροζαλί Σινοπούλου και στην έκδοση του Πλέθρου. Οι δυο ελληνικές μεταφράσεις έχουν κάποιες διαφορές, ιδίως στην απόδοση του residual και του emergent, των πολιτισμικών μορφών που εμφανίζονται ως ‘κατάλοιπες’ (Βάρσος) ή ‘υπολειμματικές’ (Σινοπούλου) και αντιστοίχως ως ‘αναφαίνουσες’ (Βάρσος) και ‘αναδυόμενες’ (Σινοπούλου).

[10] Jonathan Durand Folco, Jonathan Martineau, Le capital algorithmique. Accumulation, pouvoir et résistance à l’ ère de l’intelligence artificielle, Quebec, écosociété, 2023.