Λίγες σκέψεις με αφορμή το βιβλίο του Στέφανου Δημητρίου, Η πολιτική σε κρίση, εκδόσεις Πόλις
Ο Στέφανος Δημητρίου είναι καθηγητής, συγγραφέας με σημαντικό έργο στην πολιτική φιλοσοφία, μέλος της μικρής κοινότητας των ανθρώπων που από δεκαετίες συζητούν, επί ίσοις όροις με τους άλλους Ευρωπαίους και Αμερικανούς, τα θεμέλια και την ανάπτυξη της νεότερης σκέψης για την πολιτική, τις αξίες, τη δικαιοσύνη και την ελευθερία. Ο Δημητρίου μετέχει σε έναν δημόσιο χώρο προβληματισμού όχι μόνο σχολιάζοντας/ ερμηνεύοντας τους κλασικούς αλλά και για να βρούμε μονοπάτια στο σήμερα, απάντηση στις πιο πρόσφατες κρίσεις της δημοκρατίας και των κοινωνιών μας.
Το συγκεκριμένο, φρέσκο δοκίμιο ανήκει στην κατηγορία των ‘εφαρμοσμένων’ πλευρών της πολιτικής φιλοσοφίας. Θα το ονόμαζα ασκήσεις δημόσιας επιχειρηματολογίας. Ο Δημητρίου δοκιμάζει να συναντηθεί με τα φαινόμενα κόπωσης και τις αλλοιώσεις τόσο στο πολίτευμα – τη συνταγματική, αντιπροσωπευτική δημοκρατία- όσο και στην πολιτική και ευρύτερα δημόσια κουλτούρα της δικής μας κοινωνίας. Στο κείμενο αυτό συναντούμε τρία «επίπεδα» και αντίστοιχες θεματικές μέριμνες.
Η πρώτη θεματική μέριμνα αγγίζει την πορεία του νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού ως ευρύτερου ορίζοντα μεταβολών μιας εποχής.
Η δεύτερη μέριμνα είναι ο στοχασμός για τις αρχές και τους όρους της πολιτικής ανάμεσα στην εμπειρία και την ιστορία και σε πιο κανονιστικό επίπεδο, στο επίπεδο δηλαδή των υψηλότερων απαιτήσεων για θέματα Αρχών. Επιστρέφει λχ. στο θέμα του κράτους, της σχέσης του με τη σφαίρα των κοινωνικών και πολιτικών δικαιωμάτων αλλά και με αυτό που ο Χέγκελ ονόμαζε σφαίρα των αναγκών, δηλαδή το πεδίο της οικονομικής δραστηριότητας.
Η τρίτη όμως μέριμνα περιστρέφεται στο ζητούμενο της εναλλακτικής που στο βιβλίο εμφανίζεται ως ‘δημοκρατική, μεταρρυθμιστική Αριστερά’.
Ο Δημητρίου προχωρά στην ανάλυση με όλο το οπλοστάσιο των θεωρητικών παραδόσεων από όπου εμπνέεται. Δεν επιδεικνύει όμως αναφορές και παραθέματα (το βιβλίο δεν είναι συμβατικό ακαδημαϊκό πόνημα) προτιμώντας μια πιο ευθεία και συνομιλητική με τους αναγνώστες, προσέγγιση. Ο στόχος του είναι συνθετικός: πιστεύει πως οι αποτυχίες, τα λάθη και οι ανεπάρκειες της ελληνικής – και όχι μόνο- αριστεράς μπορεί να θεραπευτούν με μια πιο πλούσια και ευφυή συναρμολόγηση των πηγών, αφενός του πολιτικού φιλελευθερισμού, κι αφετέρου του δημοκρατικού ρεπουμπλικανισμού και φυσικά του δημοκρατικού σοσιαλισμού. Βλέπει καθεμία από αυτές τις πλουραλιστικές παραδόσεις σκέψης και πράξης ως απαραίτητη για την επιμέλεια των διαφορετικών πλευρών του ατομικού/ συλλογικού βίου. Έτσι, στους συλλογισμούς του συγγραφέα η περιοχή του πολιτικού φιλελευθερισμού καλύπτει τα ζητήματα δικαίου και ατομικών δικαιωμάτων και η ρεπουμπλικανική διάσταση επιλαμβάνεται των δημόσιων αρετών και μιας πιο ισχυρής λαϊκής κυριαρχίας. Και ο δημοκρατικός σοσιαλισμός;
Έτσι όπως ερμηνεύω τη σύνθεση που ορέγεται ο συγγραφέας, ο δημοκρατικός σοσιαλισμός δεν είναι κάτι άλλο από τη ριζοσπαστικοποίηση δικαιωματικών και εξισωτικών ιδεών που ο φιλελευθερισμός και ο ρεπουμπλικανισμός δεν μπορούν να ικανοποιήσουν. Με μια έννοια, ο δημοκρατικός σοσιαλισμός τον οποίον προσδοκά ο Δημητρίου είναι μια πιο συνεπής και πλούσια Δημοκρατία, τόσο ως αρχιτεκτονική του πολιτεύματος όσο και ως απάντηση στα πολιτικά ελλείμματα και στο κοινωνικό ζήτημα (τα ζητήματα κοινωνικής δικαιοσύνης, αντιμετώπισης της ένδειας κλπ). Θα έλεγα ότι θυμίζει ένα νήμα σκέψης που στην ελληνική τροχιά συνδέει το πρόγραμμα του ΕΑΜ, τις διακηρύξεις της ΕΔΑ, τους στοχασμούς του Αλέξανδρου Σβώλου ή του Μάνεση, κείμενα και τόνους μέσα στην μεταπολιτευτική ανανεωτική αριστερά που κάποια στιγμή βρέθηκαν σε αμηχανία και δυσκολία είτε να συσπειρωθούν στη νέα ριζοσπαστική αριστερά των χρόνων της κρίσης είτε να απαγκιστρωθούν τελείως από το ‘κινηματικό’ στοιχείο και να προσκολληθούν σε μια πιο πιο συντηρητική γραμμή ρεαλισμού. Αυτό όμως που διατρέχει τη σκέψη του Δημητρίου εδώ και χρόνια – και στα πιο πολιτικά του άρθρα-είναι η αναζήτηση μιας αριστεράς που θα είναι συγχρόνως λαϊκή, μη αρχηγική και προγραμματικά εξοπλισμένη επί του συγκεκριμένου. Συγχρόνως έχει επιμείνει (νομίζω παράλληλα με άλλους ανθρώπους με πιο ριζοσπαστικές θέσεις όπως ο σημαντικός ιστορικός Δημήτρης Αρβανιτάκης) στη σημασία των ρευμάτων και των ιδεών του δημοκρατικού ρεπουμπλικανισμού για την παιδεία της καθ’ ημάς αριστεράς. Φυσικά, με ισχνά ή πάντως όχι αξιοσημείωτα αποτελέσματα…
Ο Δημητρίου, χωρίς να το κάνει ξεχωριστό θέμα, έχει μια σκεπτική έως αρνητική στάση απέναντι στην εμπειρία της διακυβέρνησης Σύριζα-Ανελ. Από την άλλη, θεωρεί πως καμιά αριστερά με στοιχειώδη λαϊκότητα και κοινωνική γείωση δεν θα μπορούσε να υιοθετήσει τα μνημονιακά προγράμματα και το πλαίσιό τους, ούτε να υποδυθεί (ή να μεταμορφωθεί) σε έναν κεντροαριστερό ‘αντιλαϊκισμό’ που είναι πάντα περισσότερο κέντρο παρά αριστερά.
Στο δικό του βλέμμα (αν το ερμηνεύω σωστά) η κίνηση των ιδεών αναζητεί ένα σύνθετο εγχείρημα: πολιτικό, ηθικό και τέλος (με ιδιαίτερη έμφαση) παιδευτικό και μορφωτικό. Δεν είναι τυχαίο που το ακροτελεύτιο κεφάλαιο, ο επίλογος, είναι ένας στοχασμός για το Σχολείο σε μια δημοκρατική κοινωνία. Αυτό που ενδιαφέρει τον συγγραφέα δεν είναι όμως μόνο ο θεσμός – το κόμμα, το Σχολείο κλπ- αλλά η ζωντανή, παθιασμένη, ορεκτική σχέση των υποκειμένων με αυτές τις υπό διάβρωση συλλογικότητες. Ο Δημητρίου, έχοντας ψυχικούς και θεωρητικούς δεσμούς με μια νεωτερικότητα που από τον Ρουσσώ και τον Καντ φτάνει ως τις μεταρρυθμιστικές εμπειρίες της δικής μας νεοελληνικής ζωής (από τον Γληνό και τον Παπανούτσο έως τους κοινωνικούς επιστήμονες της ανανεωτικής Αριστεράς μετά το 1974), ανησυχεί πολύ για την επέκταση της βαναυσότητας, του ρηχού ατομικισμού, της απαξίωσης των γραμμάτων. Εκπέμπει έτσι έναν λόγο αφυπνιστικής σπουδής που συχνά θέτει θέματα τα οποία προκαλούν εντάσεις και σοβαρές διχογνωμίες στους αριστερούς των εκπαιδευτικών χώρων: πως αντιμετωπίζουμε φαινόμενα απόσχισης των μαθητών/ φοιτητών/ τριων από κάθε ουσιαστική εμπλοκή τους στην περιπέτεια της μάθησης; Πώς να σταθεί κανείς απέναντι στα μαζικά πρότυπα που δημιουργούνται στην ‘κοινωνία των ιδιωτών’, δηλαδή πλέον στην πολύωρη και συνεχή ζωή μέσα στις οθόνες και στις πλατφόρμες;
Ο Δημητρίου είναι ένας άνθρωπος που επιμένει, θα έλεγε κανείς, σε έναν κλασικισμό με κάποια στοιχεία αυστηρότητας ή, εντέλει, αντιδημαγωγικής δυσκολίας. Δεν βλέπει τη ‘δημοκρατική, μεταρρυθμιστική αριστερά’ ως πολιτική της ευδαιμονίας όσο ως πολιτική παράταξη της δημοκρατικής ευθύνης και της κοινωνικής αυτονομίας (με πολύ διαφορετική σημασία απο την καστοριαδική κοινωνική αυτονομία). Οι συλλογισμοί του θέλουν να σκιαγραφήσουν μια μεταρρυθμιστική διέξοδο που, ωστόσο, την θεωρεί τον ‘μοναδικό ριζοσπαστισμό’ της εποχής αυτής. Γιατί; Διότι στη δική του σύλληψη ο ριζοσπαστισμός δεν ταυτίζεται με την αποθέωση της βούλησης ούτε με την μεθυστική εκτόνωση των λέξεων αλλα με την πραγματική αλλαγή των ατομικών και συλλογικών όρων της ύπαρξης. Αυτό που μετράει περισσότερο είναι η κίνηση παρά η προσήλωση σε έναν Σκοπό που εμφανίζεται αδύνατος να εμπνεύσει πραγματικά κινήματα και συγκρούσεις γύρω μας.
Σε πολλούς από τους σταθμούς του βιβλίου αυτού αναγνωρίζω και τις δικές μου ανησυχίες και ενστάσεις. Αν υπάρχουν δεύτερες σκέψεις και αποκλίσεις είναι σε ένα σημείο που νομίζω ότι «μας πιάνει» από το λαιμό όλους εμάς που εντάσσουμε τον εαυτό μας στο ‘κόμμα της χειραφέτησης’. Προσωπικά, δεν είμαι καθόλου βέβαιος πια αν πρέπει να θεωρούμε τον σοσιαλισμό – ή, τέλος πάντων, την κοινωνική διέξοδο από τα σημερινά αδιέξοδα- ως προέκταση ή ολοκλήρωση του φιλελευθερισμού. Υπάρχουν πολλά στοιχεία που δεν ειναι τόσο προφανή: η περίφημη αντιδιαστολή ενός καλού πολιτικού φιλελευθερισμού και ενός προβληματικού οικονομικού φιλελευθερισμού δεν είναι τόσο αυτονόητη, εκτός αν μιλάμε για ακραίες εκδοχές του νεοφιλελευθερισμού σαν αυτές που το 1973 χειροκρότησαν τα ‘προγράμματα’ του Πινοσέτ στη Χιλή ή σήμερα ταυτίζονται με τον λεγόμενο λιμπερταριανό, υπερφιλελεύθερο λόγο σαν του Χόρχε Μιλέι, πιο πριν του Μπολσονάρου, των τραμπικών κύκλων κλπ.
Το πρόβλημα με τις ανθρωπολογικές/ ηθικές συνέπειες του φιλελεύθερου ατομικισμού ειναι πιο βαθύ από την αποκήρυξη των πιο ακραίων νεοφιλελεύθερων φωνών. Έπειτα, οι μεγάλες, κρίσεις – η κλιματική/ περιβαλλοντική, οι πολεμικές και ιμπεριαλιστικές καταστροφές των τελευταίων ετών και, τέλος, η ακραία επιτάχυνση μιας βαθιάς τεχνολογικής αλλαγής για την οποία οι πάντες στην πολιτική δείχνουν άσχετοι και απροετοίμαστοι, πλην κάποιων αστείων ευχολογίων ή κολακειών και συμβολαίων παράδοσης υποδομών του κράτους στις εταιρείες Big Tech- αποκαλύπτουν ένα τραγικό ερώτημα: μπορούμε ως πολιτικές κοινότητες, κινήματα και κόμματα χειραφέτησης να αντιμετωπίσουμε τους νέους ηγεμονικούς παίκτες αλλά και τα ίδια μεγάλα προβλήματα δίχως μεγάλες συγκρούσεις; Δίχως να θέσουμε σοβαρά ερωτήματα και για το πλέγμα προστατευτικών νόμων και εγγυήσεων που προστατεύουν τα τεράστια συμφέροντα (και αυτές τις ίδιες εγγυήσεις μπορεί να τις επικαλούμαστε για άλλους σκοπούς και απειλούμενα αγαθά;). Ακόμα και αν το μεταφράσουμε σε σύγκρουση πολιτικής δημοκρατίας και ‘οικονομικού φιλελευθερισμού’ (μια λάθος μετάφραση κατά τη γνώμη μου), το πρόβλημα το σημερινό είναι ότι τα εθνικά και υπερεθνικά θεσμικά συστήματα, ακόμα και το πιο προωθημένο το ευρωπαϊκό, δεν επιτρέπουν να αμφισβητηθεί πολιτικά το κυρίαρχο μοντέλο παραγωγής πλούτου και κατανάλωσης. Και πως μπορούμε να δούμε εκ νέου τη σύγκρουση με θηριώδη συμφέροντα και εξαρτήσεις προσπερνώντας το πρόβλημα του καπιταλισμού; Όχι μόνο των πιο ακραίων εκδοχών του αλλά και φαινομενικά πιο προοδευτικών και ιδεολογικά πιο ‘συμπεριληπτικών’. Από μια άποψη, το πρώτο πρόβλημα σήμερα διεθνώς είναι ο Τραμπ, οι ακροδεξιές μεταμορφώσεις και τα κέρδη τους σε λαϊκά και αστικά κοινά. Είναι όμως και ο Στάρμερ (και οι ανάλογοι) όταν παραδίδει τα πάντα στους μεταμορφωτές της Σίλικον Βάλευ ή όταν απαγορεύει μια οργάνωση αλληλεγγύης στην Παλαιστίνη που το 80 τοις εκατό των διαδηλωτών της είναι εβδομηντάχρονοι της boomer αριστεράς ή παλιοί »άκακοι» ειρηνιστές. Όταν ούτε αυτοί δεν γίνονται ανεκτοί από μια κυβέρνηση Εργατικών – που έχει, κατά τα αλλα, πολιτικές diversity – πως περιμένουμε ο αυταρχικός αναθεωρητισμός του Τραμπ να διστάσει σε εκκαθαρίσεις ανεπιθύμητων φωνών κλπ;
Αρθρώνω εδώ αγωνίες που με απασχολούν έντονα εδώ και κάποιο καιρό και με έχουν βάλει σε σκέψεις για τα όρια της αγαθής προαίρεσης και των συναινέσεων στην πολιτική μας κουλτούρα. Στην περίπτωση όμως του κειμένου που συζητώ έχουμε μια σπουδή ζωντανού, χειμαρρώδους, γόνιμου πολιτικού στοχασμού που συνομιλεί — κυρίως-με την ελληνική αμηχανία. Στην πολιτική αγορά η αμηχανία, ως γνωστόν, περιστρέφεται γύρω από το θέμα ‘εναλλακτική στην κεντροδεξιά και στον Μητσοτάκη’. Και αμέσως αρχίζει η αναδρομή στα δράματα του ΣΥΡΙΖΑ, στις προθέσεις προσώπων ή στα διάφορα δημοσκοπικά άγη.
Ο Δημητρίου, φιλόσοφος, δάσκαλος αλλά και πολίτης που από χρόνια διερωτάται για τις δυνατότητες της κοινωνικής ελευθερίας, μάς χαρίζει ένα κείμενο με πολλά σημεία συζήτησης. Ένα βιβλίο από αυτά που θα ήταν πολύ καλά αν τα διάβαζε και εκείνο το τμήμα του πολιτικού προσωπικού που λέει ότι ενδιαφέρεται για τις ιδέες και τη δύναμή τους. Ένα, γραπτό, τέλος, πιστό στις προδιαγραφές του χαρακτήρα του Στέφανου (τώρα πλέον μπορώ να πω το μικρό όνομα της οικειότητας και της αγάπης), στον συναισθηματικό και παιδαγωγικό του οίστρο. Δεν είναι τυχαίο που η λέξη ‘ακάματος’ επανέρχεται διαρκώς και ιδίως προς το τέλος. Η δημοκρατία και η πολιτική για τον συγγραφέα είναι κάματος, είναι ένας δύσκολος δρόμος, ένα ξόδεμα που περιέχει όμως και χαρά.
Στην ουσία, πρόκειται για ένα κάλεσμα για αναστοχασμό σε μια κατεύθυνση απαιτητικής μετριοπάθειας. Μπορεί να του προσάψει κανείς αισιοδοξία μιας θερμής σοσιαλδημοκρατικής βούλησης σε μια διεθνή και ελληνική συγκυρία όπου τα τέρατα θέλουν ‘φοβέρα’ (τα ίδια μου είχαν προσάψει και στο δικό μου δοκίμιο για την πολιτική και κοινωνική χειραφέτηση!). Δεν έχει όμως σημασία. Ο καθένας μας είναι υπόλογος στις ιδέες, στα λάθη, στις πρόωρες ή και διαψευσμένες μάχες του μέσα στην αρένα των ιδεών. Περισσότερο μετρά πια η διανοητική εντιμότητα και η προθυμία να σκεφτούμε με όση ανεξαρτησία μπορούμε, δίχως προσδοκία οφιτσίων, ούτε κολακεία ακροατηρίων. Αν εκτιμώ μάλιστα τον Στέφανο Δημητρίου είναι επίσης γιατί έχει διαμορφώσει μια πνευματική προσωπικότητα γράφοντας και λέγοντας πράγματα που δεν είναι της μόδας. Και επίσης γιατί γράφει με θάρρος διατηρώντας τις αποστάσεις του από τους συνεχείς πολέμους και τα πάθη των social media (ως γνωστόν δεν έχει λογαριασμούς στα κοινωνικά δίκτυα).
Αυτό το βιβλίο με τον απλό τίτλο ‘η πολιτική σε κρίση’ (δίχως ρητορική πιρουέτα, ο τίτλος) έρχεται σε μια στιγμή όπου έχουμε ανάγκη από ανάλογες ωθήσεις και κυρίως από επιχειρηματολογία με στιβαρότητα και ήθος. Μακάρι να έχουμε και άλλα δείγματα ζωντανής σκέψης γύρω από το πολιτικό, το κοινωνικό και το οικολογικό-ανθρωπολογικό πρόβλημα που συνδέουν αναπόφευκτα αυτόν τον τόπο με πολλές άλλες κοινωνίες και τις παγκόσμιες τάσεις.