Richard Wright, Ο Άνθρωπος που έζησε υπογείως

You’ll see kidney machines replaced by rockets and guns
And the public wants what the public gets
But I don’t get what this society wants

‘Going Underground’, The Jam

Υπάρχει μια λογοτεχνία που μοιάζει με σχόλιο σε ένα αρχετυπικό μοντέρνο θέμα: την κατάβαση από την επιφάνεια στον σκοτεινό βυθό, από μια εξωτερική σφαίρα συμβάσεων και κανόνων σε μια παράλληλη, αθέατη ζώνη. Η μοντέρνα πόλη και οι υπόνομοί της, ο σύγχρονος άνθρωπος και το ασυνείδητό του, ο νόμος του κράτους και ο νόμος της καρδιάς κλπ. Διαβάζοντας το μυθιστόρημα Ό άνθρωπος που έζησε υπογείως (μετάφραση: Γιάννη Πεδιώτη, εκδόσεις ωκυτόκια) έρχεται κανείς σε επαφή με πολλές συνεκδοχές της κατάβασης σε έναν υπόγειο κόσμο. Ο Ρίτσαρντ Ράιτ (Richard Wright) ήταν Αφροαμερικανός συγγραφέας και ο ήρωάς του, ο Φρεντ Ντάνιελς, είναι επίσης ένας μαύρος του 1940. Βρίσκεται ξαφνικά στα χέρια της Αστυνομίας που τον κατηγορεί, εξόχως αυθαίρετα, για τον φόνο ενός ζεύγους ηλικιωμένων που έτυχε να κατοικούν απέναντι από το σπίτι στο οποίο εργάζεται ο Ντάνιελς. Χωρίς καμιά απόδειξη. Τη σύλληψη ακολουθεί η ανάκριση και τα βασανιστήρια. Η γραφή φτάνει στην ωμότητα της πιο ακραίας συνθήκης, της ομηρίας του δύστυχου και άσχετου Φρεντ στα χέρια των βασανιστών του. Έπειτα συμβαίνει το θαύμα με το οποίο ξεκλειδώνεται ουσιαστικά η αφήγηση: ο όμηρος κατορθώνει να ξεφύγει από τους φύλακές του και μια σχάρα υπονόμου γίνεται γι’ αυτόν η είσοδος στον κάτω κόσμο.

Ο ήρωας είναι ένας άνθρωπος πιστός με στενούς δεσμούς με έναν ιερέα και μια ενορία. Οι εκκλησιαστικοί ύμνοι είναι στοιχείο της ζωής του. Ούτε όμως αυτό έπεισε τις Αρχές. Ακολουθεί η μεταστροφή προς μια παράδοξη ελευθερία που παίζεται κάτω από την επιφάνεια όχι όμως και εκτός κοινωνίας. Ο ευσεβής νέος που ετοιμάζεται να γίνει πατέρας (η γυναίκα του ήταν ετοιμόγεννη τη στιγμή της σύλληψής του) μετατρέπεται σε έναν ‘υπαρξιστή’ που δοκιμάζει την εμπειρία του διαρρήκτη και την απόλαυση της παράβασης. Μέσα από τις προκλήσεις και τις υλικές δοκιμασίες του υπόγειου κόσμου, ο Φρεντ αισθάνεται να ενισχύεται από ‘μια απεριόριστη πηγή ενέργειας’. Και όταν κάποια στιγμή φτάνει κοντά σε μια σκάλα που οδηγεί σε μια έξοδο προς το καυτό ηλιόφως, στον ήρωα έχει συμβεί μια αλλαγή οπτικής, μια μεταστοιχείωση αξιών:

    Εκείνη τη στιγμή, ο φόβος τον είχε ολοκληρωτικά κυριεύσει που δεν μπορούσε να σκεφτεί τίποτε άλλο. Δεν ήταν όμως φόβος για τους αστυνομικούς, ούτε για τα αυτοκίνητα, ούτε για τους ανθρώπους. Ήταν ένας καυτός πανικός για τις πράξεις με τις οποίες πίστευε ότι θα καταπιανόταν αν έβγαινε έξω, σε τούτο το ηλιόφως. Στεκόταν ανάμεσα στον τρομακτικό πάνω κόσμο, όπου η ζωή μοιάζει με θάνατο, και στον σκοτεινό, υπόγειο κόσμο όπου ο θάνατος μοιάζει με ζωή. Ο νους του τον έσπρωχνε να μην ανέβει˙ το σώμα του, ν’ ανέβει. Ήταν διχασμένος, όμως ήξερε πως έπρεπε να πάρει μια απόφαση. (σ.159)

Ενα μυθιστόρημα για τον συστημικό ρατσισμό και το αποτύπωμα της βίας στη ζωή ενός μαύρου; Μια μικρή σπουδή επηρεασμένη από το υπαρξιακό βλέμμα που αναδύεται και στην Αμερική προς τα τέλη της δεκαετίας του ΄30 για να ενωθεί ή να λογομαχήσει με τα ιδιώματα του κοινωνικού ρεαλισμού προσθέτοντας στοιχεία μυστηρίου και ‘παραλόγου’ στο κάδρο;  Η ελληνική έκδοση περιλαμβάνει, πέρα από το επίμετρο και το χρονολόγιο, ένα δοκίμιο του ίδιου του Ράιτ που το ανακάλυψε η κόρη του το 2010. Το δοκίμιο αυτό με τον τίτλο ‘Αναμνήσεις από τη γιαγιά μου’ επιχειρεί να εξηγήσει την έμπνευση και το νόημα του Ανθρώπου που έζησε υπογείως. Σε ένα σημείο γράφει ο Ράιτ:

 Το τελευταίο μοτίβο – που μπορεί κάποιοι να το θεωρήσουν και το πιο σημαντικό, εγώ πάντως δεν γνωρίζω την ακριβή σημασία του- ή, μπορεί κανείς να πει, η τελευταία σκοπιά που προσπάθησα να ενσωματώσω στο βιβλίο έχει τις ρίζες της σε κάτι αμιγώς προσωπικό. Δεν θα αναφέρω ονόματα ούτε θα δώσω χρονολογίες ή οποιοδήποτε στοιχείο σχετικά με την τοποθεσία. Μπορώ μονάχα να πω ότι ξέρω καλά πως είναι να κατηγορείσαι αδίκως, επειδή αυτό μου συνέβη κι εμένα μια φορά στη ζωή μου. Κι όταν ανήκεις σε μια μειονοτική ομάδα ή, ίσως πρέπει να το θέσω αλλιώς, όταν είσαι μέλος ενός πολιτικού κόμματος της μειοψηφίας, και ξαφνικά και βίαια κάποιοι σε κατηγορούν για ιδέες που ποτέ δεν είχες, για πράξεις που ποτέ δεν είχες διανοηθεί, σας διαβεβαιώνω ότι πρόκειται για τις πιο αγχωτικές, εξοντωτικές, συντριπτικές και βασανιστικές εμπειρίες που μπορεί κανείς να φανταστεί. Η συναισθηματική κατάσταση του Φρεντ Ντάνιελς, έχει υφανθεί στον αργαλειό των αναμνήσεών μου απ’ όταν βρέθηκα σε παρόμοια θέση…

O συγγραφέας που ‘προσπάθησε να γίνει κομμουνιστής’ (υπάρχει ένα σχετικό κείμενό του στο Atlantic το 1944), έχει κατηγορηθεί ότι μεταβίβασε αμετουσίωτη την πολιτική του ματιά στη μυθοπλασία. Πέθανε νέος, μόλις στα πενήντα δύο του. Μπορεί να τον δει κανείς σαν από τους Αφροαμερικανούς που δεινοπάθησαν κάτω από το βάρος των πολλαπλών καταπιέσεων, έχοντας προλάβει να έλθουν σε επαφή με τους κομμουνισμούς της εποχής, τον ορθόδοξο και τους αιρετικούς, προτού αποσκιρτήσουν, ‘μετανοήσουν’ ή ακολουθήσουν εντέλει άλλους δρόμους.  

Διαβάζοντας τον Άνθρωπο που έζησε υπογείως αντιλαμβάνεσαι τη διαπλοκή όλων αυτών των εμπειριών και των οριζόντων που συναρμολόγησαν μια ηθική γραμματική για τα ευαίσθητα μυαλά της εποχής. Πάνω από όλα όμως μιλάμε για δυνατό κείμενο. Λογοτεχνικά, ηθικά και από τη σκοπιά της υπαρξιακής αλληγορίας που υπερβαίνει τη φυλή, την τάξη, το φύλο για να συναντήσει την ανθρώπινη συνθήκη ως συνθήκη ιστορικά εντοπισμένη και συγχρόνως δυνητικά οικουμενική. Η κατάβαση του ήρωα στον υπόγειο κόσμο τον απομακρύνει από το πεδίο της αδικίας του επάνω κόσμου οδηγώντας τον σε ένα λιγότερο σκληρό και αμείλικτο φως.  Στο τέλος, όμως, η αδικία επιστρέφει με όλη την τερατώδη αυθαιρεσία της. Με τη μέγιστη, φονική της δράση εναντίον του ευάλωτου. Κανένας δεν επιτρέπεται να μείνει ζωντανός  για να μαρτυρήσει την αλήθεια. Το ψέμα (η επιφάνεια) ξέρει δυστυχώς να παίρνει τα μέτρα του και όσοι το χειρίζονται να εξαφανίζουν όσους/ες δοκίμασαν να τροποποιήσουν τη διάταξη του πάνω και του κάτω.

Λογοτεχνία και ηθική μαρτυρία μαζί- κι εντέλει ένα από τα κείμενα που συστήνω θερμά και στους φοιτητές/ τριες, αν ιδίως κάποια στιγμή νιώσουν την ανάγκη να ψάξουν λίγο στο χάος των χναριών του εικοστού αιώνα ζητώντας το ύφος και την ποιότητα μιας γραφής που δεν μπορεί να σε αφήσει αδιάφορο. Μάλλον, για να σε αφήσει αδιάφορο, πρέπει να είσαι από κείνες τις νεκρές ψυχές που ταυτίζονται συστηματικά με τους κυνηγούς, ποτέ με τους κυνηγημένους.