Μέσα από τη λογοτεχνία, την πεζογραφική και την ποιητική δημιουργία, το ‘μοναχικό άτομο’ συναντά την Ιστορία, οι χώροι επανασυστήνονται στον αναγνώστη και στην αναγνώστρια ως τόποι-της-μνήμης, τοπία δηλαδή όπου το ιδιωτικό αποκαλύπτει το άνοιγμά του σε πολλαπλά ιστορικά στρώματα, παραμένοντας ωστόσο μέχρι τέλους αινιγματικό (δεν μπορεί δηλαδή να εξηγηθεί τελεσίδικα από τις ιστορικές και κοινωνιολογικές του εξαρτήσεις). Πολλές από τις ποιητικές φωνές του ελληνικού μοντέρνου, απ’ τα μεγάλα ονόματα στα ‘μικρότερα’, τις μεταπολεμικές γενιές έως την σημερινή, ζωντανή, πολύμορφη σκηνή, πειραματίζονται σε αυτή τη διαλεκτική σχέση: η Ιστορία δεν σβήνει τα σώματα του παρόντος, κι αυτά τα τελευταία αντιδρούν εντέλει στην απόσχισή τους, σε αυτόν τον μπρουτάλ παροντισμό που τα θέλει απλώς ανώδυνα ‘υποκειμενικά βιώματα’ δίχως ερείσματα πολιτικά και κοινωνικά, σώματα δίχως συλλογικούς πόρους. Ζητούν λοιπόν το λόγο από τα μεγάλα τραύματα ενώ βεβαίως σκύβουν στα δικά τους (στης γενιάς τους) τα ιδιαίτερα παθήματα. Για μένα έτσι η πιο υποσχετική εκδοχή λογοτεχνίας είναι τελικά αυτή που ξέρει να εξατομικεύει το ιστορικό φορτίο και να ιστορικοποιεί την προσωπική αίσθηση. Που το καταφέρνει όμως στη γραφή και δεν το διακηρύσσει μόνο ως πρόθεση και ιδεολογία.
Και επειδή θα είναι πάντοτε χρήσιμα δείγματα και εικόνες των όσων μοιάζουν πιο θεωρητικά, να το ποίημα. Για την ακρίβεια, τρία ποιήματα από τη φρέσκια συλλογή του Θωμά Ιωάννου με τον τίτλο ‘Ανοιχτή Ημερομηνία’ (Πόλις). Τον Ιωάννου δεν τον γνωρίζω προσωπικά παρά μόνο διαβάζοντας εδώ και χρόνια τα τα ποιήματά του και ξέροντας επίσης και την άλλη του ιδιότητα, αυτή του γιατρού νευρολόγου. Είναι από την Πρέβεζα και στέκομαι ακόμα στο γεγονός πως έχει επιμεληθεί μια ωραία ανθολογία της ποίησης του Βύρωνα Λεοντάρη (κατά σύμπτωση, για το Εν γη Αλμυρά του Λεοντάρη είχα δημοσιεύσει πριν κάποια χρόνια ένα δοκίμιο στις Σημειώσεις). Ο Ιωάννου από την Πρέβεζα και ο Λεοντάρης (αδελφός του σημαντικού κριτικού της αιρετικής Αριστεράς Μανόλη Λαμπρίδη) από τη Λέκα της Σάμου, λίγα χιλιόμετρα από τη γενέθλια πόλη μου το Καρλόβασι.
Τρία ποιήματα επιλέγω που το καθένα εξιστορεί με τον τρόπο του πως ένα γεγονός προσωπικό ή μια βιογραφική πινελιά γίνεται πέρασμα στον ιστορικό χρόνο και σε μια ευρύτερη γενεαλογία. Η φωτογραφία από τη μονοήμερη εκδρομή ενός δωδεκάχρονου στο Μεσολόγγι, η Πλατεία Μαβίλη, η γενναία σύγκρουση του Τόμας Μπέρνχαρντ με την ίδια του τη χώρα, χώρα που, από την σκοπιά του υποκειμένου της πνευματικής ανυπακοής, θα είναι πάντα ‘ψευδοκράτος’. Τρία διαφορετικά επεισόδια όπου πρόσωπα και χώροι-τοπία συνομολογούν τη συνύφανσή τους μέσα στην απώλεια, στο άνοιγμα της επιθυμίας και στη σαγήνη που είχε για κάποιους η αποκλήρωσή τους και η ρήξη με το οικείο.
Χρειαζόμαστε τα ποιήματα; Ναι. Πολύ. Ας μουρμουρίζουν μερικοί πως παραέχουμε ποιητικές χειρονομίες και πόζες. Δεν είναι όλα πόζα. Εγώ βρίσκω πως γίνεται δουλειά και ελπίζω πως θα οργανωθεί καλύτερα και πιο έντονα η αντίθεση των κοινοτήτων γραφής στις προσομοιωμένες ποιητικούρες της Ai και σε όλα τα άλλα.
Τα ποιήματα.
ΕΚΔΡΟΜΗ
Φωτογραφία από μονοήμερη
Επάνω σε κανόνι
Θα ’μαι δε θα ’μαι 12
Στο Μεσολόγγι Μάιο
Στον Κήπο των Ηρώων
Φρεσκοσιδερωμένος απ’ τη μάνα μου
Ακόμα να με τσαλακώσει η ζωή
Στα βήματα του Μπάιρον
Άπειρος Χώρα μάς περίμενε
Πατώντας έδαφος στην Πρέβεζα
Το χαλασμό της στο πετσί μας ζήσαμε
Εκείνος αιμομίκτης και ακόλαστος
Εγώ καλό παιδί ακόμα
36 κανονιές όσα τα χρόνια του
Όταν κακός αέρας φύσημα του έδωσε
Την παιδική μου ηλικία τρεις φορές
Στέλνοντας στα ουράνια
Σε τέτοια λειψανδρία ούτε ήρωες
Μήτε στο βάθος κήπος
Μονάχα λιμνοθάλασσα κλειστή
Να περισσεύει το αλάτι
Και ούτε λόγος πια για έξοδο
Χάνοντας πόντο πόντο έδαφος
ΠΛΑΤΕΙΑ ΜΑΒΙΛΗ
Άραγε πόσοι ξέρουνε
Που κάθονται αμέριμνοι εδώ
Και πίνουν το ποτό τους
Πως ο Μαβίλης ήταν Γαριβαλδινός
Πολέμησε με πνεύμα και με σώμα
Κι έπεσε στης Ηπείρου τα βουνά
Στη θέση Δρίσκο στους Βαλκανικούς
Τώρα μια σήραγγα στην Εγνατία
Έχει τ’ όνομά του
Τούνελ μακρύ τρυπώντας τα βουνά
Βγάζει στο φως
Κορίτσι με το ρυθμικό σου πρόσωπο
Σονέτο του Λορέντζου
Χυδαία γλώσσα δεν υπάρχει όπως έλεγε
Και θέλω όλα να σ’ τα πω
Και να σ’ τα κάνω
ΟΠΛΙΣΜΕΝΟ ΣΚΥΡΟΔΕΜΑ
Πηγαίνω στο Γκράμπεν δεν σημαίνει, ναι, τίποτε άλλο παρά
πηγαίνω ίσια στην κοινωνική κόλαση της Βιέννης
THOMAS BERNHARD, Ξύλευση
Πήρα το όπλο εναντίον της πατρίδας μου
Κι ακροβολίστηκα
Πεδίο να ’χω ανοιχτό και νώτα καλυμμένα
Όποιος κοπιάσει κατά δω
Και δεν το πει το παρασύνθημα
Ευθύς θα εκτελείται
Κράτος και βία να χαρεί στα σκέλια του
Όχι θα τριγυρνώ στο ψευδοκράτος σας
Στο θίασο να παίζω τριτοτέταρτης πρωτεύουσας
Βιέννη αυτοκράτειρα δε μ’ έψησες
Προτίμησα αγροίκος να ’μαι μια ζωή
Εδώ ψηλά που δεν με φτάνει καν
Το άγιό σας πνεύμα
Δεν ξέρω αν με πιάνεις συνονόματε
Αλλά μετά το κάθε σουαρέ
Ήθελε μέρες ο καρπός
Από τις χαιρετούρες τους
Να ’ρθει στα συγκαλά του
Δυο χέρια είχα ν’ αμυνθώ
Να γράφω διαθήκες όλη μέρα
Τη χώρα αυτή αποκληρώνοντας
Ρητώς ν’ απαγορεύονται
Τα έργα στη γενέτειρα
Να μην κυκλοφορεί ούτε μονόφυλλο
Τόπος κομπάρσος δεν μπορεί
Εμένα να διαβάσει
Καλύτερα οι ξένοι να με πιάσουνε
Στο στόμα και στα χέρια τους
Νεκρό και ας με βρίζουνε
Τον ύπνο μου δε χάνω