[ Το υποκεφάλαιο για τον Διονύση Σαββόπουλο από το ανέκδοτο κείμενο για την πολιτική απομάγευση και τη σημασία της ‘προσωπικής φωνής’ και της αυθεντικότητας στην ύστερη Μεταπολίτευση. Ο τόμος θα κυκλοφορήσει εντός του 2026]
Η παρουσία του Διονύση Σαββόπουλου στην ιστορία της μουσικής, στις δημόσιες συζητήσεις και στις διαμάχες της Μεταπολίτευσης έχει υπερφαλαγγίσει το ενδιαφέρον για πολλούς-ες άλλους-ες δημιουργούς της γενιάς του και νεότερους. Η ποιητική των στίχων του, οι δημόσιες τοποθετήσεις του, η συνεχής σύγκριση των ιδεών της νεότητάς του με τις απόψεις του μετά τη δεκαετία του ΄80 έγιναν ένα thread φορτισμένο με όλες τις διαμάχες των πενήντα τελευταίων χρόνων γύρω από την πολιτική και την κουλτούρα. Η πρόσφατη αυτοβιογραφία του[1] υπήρξε σημαντικό εκδοτικό γεγονός, ενώ ο σαββοπουλικός λόγος – πέρα από ορισμένα εμβληματικά τραγούδια του- συνδέθηκε με ορόσημα της ‘εθνικής ζωής’ όπως ο εορτασμός των διακοσίων χρόνων από την Επανάσταση του 1821.
Ο Δημήτρης Καράμπελας, του οποίου το δοκίμιο[2] καθόρισε, σε μεγάλο βαθμό, τις ύστερες ερμηνείες της σαββοπουλικής ταυτότητας, σημειώνει:
Στα τραγούδια του Σαββόπουλου ο εαυτός είναι συνήθως τρύπιος ή διάτρητος «σαν τον Καραγκιόζη» και συγκροτείται από ένα νόημα που έρχεται πάντοτε απ’ έξω – από μια «κατακόκκινη νιφάδα σε γιορτή» («Στη συγκέντρωση της ΕΦΕΕ») ή από το «φως/που βγάζει ο κόσμος ο μουγγός» («Πρωτομαγιά») υπάρχει στ’ αλήθεια μόνο στραμμένος σε κάτι ολωσδιόλου Αλλο: την Αριστερά ή το Πνεύμα, την Ελλάδα ή τον Θεό. Έτσι και στο βιβλίο του, ο τραγουδοποιός στρέφεται διαρκώς προς αυτόν τον ζωογόνο «ήλιο κόκκινο αρχηγό», ώστε εκείνος να του θυμίσει ποιος υπήρξε και ποιος δεν μπόρεσε να είναι, να φωτίσει τις ιστορίες του, να τους χαρίσει μια δεύτερη ζωή, αλλά και να γίνει ο κριτής τους[3].
Όσο όμως διάτρητος και αν είναι ο ‘εαυτός’ στον Σαββόπουλο, κατασκευάζεται, με διαφορετικά υλικά, πάνω σε ένα μοτίβο με ποικίλες παραλλαγές. Το μοτίβο είναι η πορεία προς τη βιωμένη εμπειρία της ελληνικότητας και μαζί μια μακρόχρονη κριτική της πολιτικής. Όπως έχω υποστηρίξει αλλού, στον πυρήνα του εθνορομαντισμού είναι η μετατροπή του λίγου ή του ΄τίποτα’ σε ένα είδος μεγαλείου, σε δυναμική αυθυπέρβασης. Στον Σαββόπουλο αλλά και σε άλλους καλλιτέχνες μιας συγγενούς ευαισθησίας, αυτός ο μηχανισμός που οδηγεί αφενός στο πρόσωπο και αφετέρου στην κοινότητα/ ες είναι κάτι ανάλογο με το θαύμα. Από το τίποτα γίνεται κάτι και από το κάτι αναδύεται μια άλλη δύναμη, ένα πολιτισμικό μέγεθος που δεν μπορεί πια να χωρέσει στις διαιρέσεις και στις υποκατηγορίες της πολιτικής.
Ένα μοτίβο προσωπικής ποιητικής και οι μεταφορές του οδηγούν έτσι στην αμφισβήτηση της διαιρετικής τομής Δεξιά/ Αριστερά ή σε άλλες πολιτικές κρίσεις που εμφανίζονται κυρίως από τα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του ΄80 αλλά στον Σαββόπουλο προϋπάρχουν από την εποχή του Μπάλου.
Η κυκλοφορία του δίσκου Τα Τραπεζάκια Έξω (1983) και τα θέματα που αναδείχτηκαν από τη στιχουργική εμβληματικών τραγουδιών (όπως το περίφημο Ας κρατήσουν οι χοροί) έχει γίνει αντικείμενο διασταυρούμενων αναλύσεων και σχολίων. Σε μεγάλο βαθμό τα σχόλια αυτά αναζητούν τεκμήρια της συντηρητικής στροφής του καλλιτέχνη, της πορείας του από το χώρο της κριτικής αμφισβήτησης σε μια στάση εθνικής παραμυθίας και διδακτικής καλλιέπειας με σαφείς αποστάσεις από την Αριστερά. Υπάρχουν, φυσικά, και διαφορετικές προσλήψεις της σαββοπουλικής ποιητικής και πολιτικής ηθικής, για να παραφράσουμε τον τίτλο του βιβλίου του Μαρωνίτη για τον Μανόλη Αναγνωστάκη. Όπως συμβαίνει με πολλές εξελισσόμενες προσωπικές διαδρομές, έχει διαμορφωθεί μια αφήγηση περί ωρίμανσης και μια αφήγηση περί ‘προδοσίας’, εκδοχές που παραμένουν πιστές σε έναν Σαββόπουλο των απαρχών και άλλες που παρακολουθούν θετικά τις υπερβάσεις του.
Σε κάθε περίπτωση πάντως η δεκαετία του ΄80 με τα δυο της ορόσημα, τα Τραπεζάκια έξω και το Κούρεμα (1989) φανερώνει κάτι σημαντικό: τη συγκρότηση μιας ηθικής της αυθεντικότητας με αφετηρία την αισθητική εμπειρία. Τα ‘Βαλκάνια’ μείγματα του Σαββόπουλου, ενεργά ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του ΄70, θα τον μεταφέρουν στην ανάγκη μιας ποιητικής πατριδογνωσίας.
Θα παραπέμψουμε εδώ σε τρεις παρουσίες του Σαββόπουλου από το 1983, το 1989 και το 1995. Η πρώτη παρουσία είναι μια συζήτηση του συνθέτη με τον δημοσιογράφο Γιώργο Πηλιχό που δημοσιεύεται στα ΝΕΑ[4]. Σε αυτήν, ο Σαββόπουλος εντοπίζει ένα φάσμα διαφορών της δικής του θέασης από το ‘σικέ παιχνίδι δεξιάς και αριστεράς’, προσδιορίζοντας τον εαυτό του ως ένα περίεργο είδος ανένταχτου αριστερού σε αντιδικία με ΄οτιδήποτε τείνει να μεταβάλει τον άνθρωπο σε ιδεολογική κόπια’. Ισχυρίζεται ότι έρχεται κοντά στον ‘ακραίο άνθρωπο’ γιατί ‘προσεύχεται γι’ αυτόν και να τον αγαπάει’. Την ίδια στιγμή διαχωρίζεται από τη δεσπόζουσα αριστερή έγκληση του υποκειμένου, την αναφορά στους ‘εργαζόμενους’. Το συγκεκριμένο σημείο έχει σημασία:
Οι άνθρωποι δεν είναι ‘εργαζόμενοι’. Οι άνθρωποι έχουν δεσμούς με τόπους, δοξασίες, τέχνες κι επαγγέλματα, έχουν τις μυθολογίες και τις ιστορίες τους, τέλος πάντων. Είναι κάποιοι. Έχουν αυτό που λέγεται ‘κοινή εμπειρία’. Και επιλέγουν να τα υπερασπιστούν αυτά τα πράγματα, όχι γιατί αυτά τα πράγματα έχουν καμιά απόλυτη αξία – ίσως και να μην έχουν- αλλά γιατί χωρίς αυτά πέφτουν οι άνθρωποι στην απροσωπία και στο σκοτάδι[5]
Ο συλλογισμός μοιάζει να απαντά σε μια από τις κύριες θέσεις της ηθικής σκέψης του κοινοτισμού και μάλιστα του συντηρητικού κοινοτισμού (γιατί υπάρχουν ποικίλες πολιτικές εκφάνσεις της κοινοτιστικής σκέψης). Τι λέει αυτή η θέση; Ότι πέρα από το αφηρημένο άτομο του φιλελευθερισμού και το ταξικό υποκείμενο του σοσιαλισμού, πέρα από τον ορθολογικό πολίτη ή την αγωνιστική λαϊκότητα, σημασία έχουν συγκεκριμένα ριζώματα και πολιτισμικές οφειλές. Η κοινή [ελληνική] εμπειρία και η ποιητική της ανάπλαση στην ιδέα μιας ενότητας ποικιλιών, μιας γιορτινής πολλαπλότητας αντιθέτων, διαπερνά έτσι μεγάλο μέρος του έργου του Σαββόπουλου και όχι μόνο τα πιο ‘αντιπροσωπευτικά’ (περί Ελλάδας και Ελλήνων) τραγούδια του.
Στην ίδια όμως συνέντευξη του 1983, βρίσκουμε και την άλλη όψη της στροφής προς τα πρόσωπα και τις ιστορίες τους: την απερίφραστη απαξίωση των πολιτικών. Στην ερώτηση του δημοσιογράφου για τους γνωστούς στίχους ‘τι να φταίει, η Βουλή, τι να φταίνε οι εκπρόσωποι/ έρημοι κι απρόσωποι’, διαβάζουμε την εξής απάντηση για την απρόσωπη αγάπη των πολιτικών:
Οι ελληνικοί τόποι γνώρισαν πολλούς κυρίαρχους. Αθηναίους, Ρωμαίους, Φράγκους, Τούρκους. Οι τόποι παραχωρούσαν στους κατακτητές την πολιτική εξουσία και κρατούσαν, σαν αντάλλαγμα, το βασικότερο: την αυτονομία και την αυτοδιαχείριση. Ώσπου ήρθαν και οι χειρότεροι επικυρίαρχοι: οι Έλληνες πολιτικοί! Αυτοί θέλουν να τα ελέγχουν όλα: εμπόρια, σχολειά, εκκλησίες, συμπεριφορά, δικαστήρια. Εννοείται ότι υπάρχουν εξαιρετικοί πολιτικοί με τις καλύτερες προθέσεις που θέλουν και αγαπούν το καλό της χώρας. Μα δεν το γνωρίζουν αυτό το καλό. Δεν το ζητούν στις προϋποθέσεις τις κοινωνικές και πνευματικές αυτού του τόπου. Το ζητούν τελείως έξω από αυτές. Γι αυτό και τα οράματά τους τελικά δεν λαμβάνουν σάρκα και οστά, δεν υλοποιούνται. Η αγάπη τους δεν έχει σώμα, είναι αφηρημένοι κι αυτοί μονίμως ανικανοποίητοι και αλαζονικοί[6]
Η αντίθεση στο απρόσωπο μετατρέπεται σε απόρριψη κάθε αφηρημένης αγάπης και αξίας. Ο Σαββόπουλος σπεύδει να διευκρινίσει ότι αγαπά τον τόπο του, παρά το ότι δεν «ξέρει να γράφει τσάμικα, καλαματιανά ή τσιφτετέλια». Διατείνεται ότι συνάντησε την ‘κοινή εμπειρία’ αφού πρώτα απομακρύνθηκε από αυτή και ότι έτσι πραγματοποιεί μια επιστροφή σε μια Ελλάδα που είναι η γλώσσα της, μια Ελλάδα «καθαρά ποιητικής και ερωτικής τάξεως».
Σε μια μεγάλη συνέντευξή του στο ραδιόφωνο της Εκκλησίας της Ελλάδας, ο σκηνοθέτης και συγγραφέας Λάκης Παπαστάθης θα περιγράψει σχεδόν με έναν παρόμοιο τρόπο τη δική του στάση:
Δεν μπορώ να παραδώσω την υπόστασή μου στην παράδοση για να σωθώ. Χρειάζεται μια απόσταση απ’ αυτήν για τη σύγχρονη έκφραση, για τη μοντέρνα έκφραση. Θεωρώ τις ταινίες μου ότι ανήκουν στη νεοελληνική νεωτερικότητα και είμαι παιδί της νεοελληνικής λογοτεχνίας, θεωρώ τις ταινίες μου κατά κάποιον τρόπο συνέχεια των μεγάλων ποιητών, κυρίως της εποχής του Μεσοπολέμου, που κάναν ακριβώς αυτό, θαύμαζαν, αγαπούσαν την παράδοση αλλά δεν ανήκαν σ αυτήν. Υπήρχε μια απόσταση απ’ αυτήν και σε αυτή την απόσταση λες και ήταν στημένη μια μήτρα ποιήσεως, ένα σκοτεινό εφαλτήριο, όπου εκεί λειτουργούσε με κάποια αυθαιρεσία, με την αυθαιρεσία της ποιήσεως,, η τέχνη τους[7].
Όσο η χώρα της υπαρκτής πολιτικής γεννάει δυσφορία και περιφρόνηση, τόσο εντονότερα ο καλλιτέχνης αναζητά μια νέα αισθητική, μια «καινούρια γλώσσα, τελείως ιδιότυπη και προσωπική»[8]. Η Ελλάδα ως αναφορά ερωτικής και ποιητικής τάξεως γίνεται η μοναδική συλλογική αναφορά καθώς το ζητούμενο γίνεται η προσωπική φωνή και η ηθική της αυθεντικότητας. Έξι χρόνια αργότερα από τα Τραπεζάκια έξω, το άλμπουμ με τον τίτλο Το κούρεμα (1989) συμπίπτει – και θα επενδυθεί έτσι και από τον δημιουργό του και από το κοινό και τη δημοσιότητα- με μια προσέγγιση στον πολιτικό συντηρητισμό και στην κεντροδεξιά. Αν το 1983 γινόταν λόγος ακόμα για ‘κάποιο είδος’ ανένταχτου αριστερού, τώρα το πλαίσιο αναφοράς είναι άλλο: η ανάγκη συνεργασίας αριστεράς και δεξιάς για να φύγουν από τη μέση ‘οι ενδιάμεσοι γύφτοι[9]’. Στον σαββοπουλικό λόγο του 1989 κυριαρχεί ένας αιχμηρός αντιλαϊκισμός, η διαπίστωση για το τέλος της αριστερής ηγεμονίας στα πολιτιστικά πράγματα και το άνοιγμα στην εμπειρία ενός απογυμνωμένου, αθώου εαυτού. Ο καλλιτέχνης βλέπει το ΄κούρεμα’ ως μια συμβολική χειρονομία επαναπροσδιορισμού της προσωπικής του στάσης σε σχέση με την αποσύνθεση των ΄ρομαντικών’ πολιτικών ιδεωδών. Είναι μια κίνηση προς τα πίσω με την οποία ο Σαββόπουλος απορρίπτει αυτό που ονομάζει μεταμφιέσεις και άμυνες ως εάν τα εμβληματικά μακριά μαλλιά μιας νεανικής περιόδου (που τα είχε τραγουδήσει ως σύμβολα ανατρεπτικής ευαισθησίας[10]) να ήταν απλώς ‘ιδεολογία’ που έκρυβε τον πραγματικό εαυτό του υποκειμένου. Τα κοντά κουρεμένα μαλλιά δεν είναι απλώς η συμφιλίωση με μια συντηρητική μεσήλικη κανονικότητα αλλά και μια νοσταλγική επαναφορά στη παιδική ηλικία. Το ίδιο το ΄κούρεμα’ προβάλλει σαν μια πράξη αποκατάστασης της αλήθειας του εαυτού μετά από μια φάση άρνησης και ιδεολογικής παραποίησης.
Η τρίτη στιγμή στην οποία θα ανατρέξουμε είναι πάλι μια συνέντευξη όπου, με κάποιο τρόπο, ανακεφαλαιώνεται η ηθική της αυθεντικότητας στις δυο συμπληρωματικές της διαστάσεις: ως στροφή στην προσωπική φωνή και ως ένας εθνορομαντισμός της διαφοράς. Εδώ θα βρούμε την φράση Ντίσνευλαντ του Θεού[11] ως χαρακτηρισμό για την Ελλάδα. Η αναφορά στη Ντίσνευλαντ ξενίζει στο βαθμό που παραπέμπει σε μια υπερκατασκευή της ποπ κουλτούρας, ένα τεχνητό σύμπαν διασκέδασης που θα έλεγε κανείς πως βρίσκεται στους αντίποδες κάθε αυθεντικότητας. Ωστόσο, η ελληνική εκδοχή της Ντίσνευλαντ αποθεώνεται ως μίξη μοντέρνου και παράδοσης, σαν ένας ευτυχής υβριδισμός.
Η Ντίσνευλαντ του Θεού είναι εκείνο το οποίο ο Σαββόπουλος αποκαλεί ‘αδιανόητη ποικιλία’ του τοπίου και ταυτοχρόνως η σχέση αυτής της ποικιλότητας με την ελληνική ταυτότητα. Από τον καιρό του Μπάλου με τα βαλκανικά και ουγγρικά στοιχεία στη μουσική του μέχρι το «Ας κρατήσουν οι Χοροί» ο Σαββόπουλος επιμελείται με διαφορετικούς τρόπους μια τέτοια ελληνικότητα των παράδοξων, μια ελληνικότητα η οποία, σε ένα πρώτο επίπεδο, φαίνεται να αποστασιοποιείται τόσο από τον πολιτικό εθνικισμό όσο και από κάθε κοινωνικό/ αριστερό λαϊκισμό[12].
Αν σταθεί κανείς σε μια περιοριστικά αισθητική ανάγνωση μπορεί να μην διακρίνει το ρόλο της πολιτικής απομάγευσης και της δυσφορίας με τις μεταπολιτευτικές παγιώσεις του προοδευτικού. Αυτό όμως φαίνεται καθαρά όταν κάθε φορά ο λόγος για την ‘Ελλάδα’ λειτουργεί ως εγκάρδια επίκληση η οποία πιστεύει πως υψώνεται πάνω από τη ρηχότητα των κομμάτων και τα ράκη των ιδεολογικών ‘μεταμφιέσεων’. Το πάθος ενάντια στο απρόσωπο, κοινό στοιχείο των καλλιτεχνικών και πολιτικών κρίσεων του Σαββόπουλου, συντονίζεται με την ανατίμηση της αυθεντικότητας και την κρίση των κοινωνικοπολιτικών ιδεών της χειραφέτησης στην εποχή όπου τα πάντα καλύπτονται από την ένταση μεταξύ ρηχού εξευρωπαϊσμού και μεταστοιχειωμένου εθνοκεντρισμού.
[1] Διονύσης Σαββόπουλος, Γιατί τα χρόνια τρέχουν χύμα, Αθήνα, Πατάκης, 2025.
[2] Δημήτρης Καράμπελας, Διονύσης Σαββόπουλος. Ποιητική, παράδοση, πνεύμα, Αθήνα, Μεταίχμιο, 2024 (2003). Η δεύτερη έκδοση του μεγάλου δοκιμίου έχει τροποποιήσεις και αναθεωρήσεις.
[3] Δημήτρης Καράμπελας, «Σαββόπουλος αυτοβιογραφούμενος», εφημ. Καθημερινή, 20-1-2025.
[4] Διονύσης Σαββόπουλος, «Οι Έλληνες είμαστε ένα τίποτα γι αυτό μπορούμε να γίνουμε πολλά», εφημ. Τα Νέα, 17-9-1983
[5] Στο ίδιο.
[6] Διονύσης Σαββόπουλος, «Οι Έλληνες..», ο.π.
[7] Απομαγνητοφωνημένη συνομιλία του Λάκη Παπαστάθη με τον ιερέα Πέτρο Μινώπετρο για την εκπομπή Από Τέχνη σε Τέχνη, Ρ/Σ Εκκλησίας της Ελλάδος. (Ευχαριστώ τον κ. Λάκη Δόλγερα)
[8] Στο ίδιο.
[9] Διονύσης Σαββόπουλος, εφημ. Τα Νέα, 30/5/1989.
[10] Το πασίγνωστο δίστιχο από το τραγούδι Μαύρη Θάλασσα ‘Τα παιδιά με τα μαλλιά και με τα μαύρα ρούχα φέρνουνε μηνύματα για μιαν αγάπη που ‘χα’ (πάνω σε ζωναράδικο σκοπό της Θράκης, με την Δόμνα Σαμίου) θεωρήθηκε επί δεκαετίες ένα νεύμα του Σαββόπουλου στον χώρο της αμφισβήτησης. Το αν ένα τραγούδι που μιλά για τον ελληνισμό της Ανατολικής Θράκης με μυστικο-αγαπητικούς όρους μπορεί να αφορά τους αναρχικούς της μεταπολίτευσης (το τραγούδι είναι του 1972) είναι μια άλλη υπόθεση.
[11] Διονύσης Σαββόπουλος, Περιοδικό 01, τ.24, Δεκέμβριος 1995.
[12] Είναι μεγάλος ο αριθμός των αντιλαϊκιστικών και ‘εκσυγχρονιστικών’ τοποθετήσεων του τραγουδοποιού επί δεκαετίες.