Δυο απώλειες στην καθ’ ημάς Ευρώπη. Στις 7 και 8 Νοεμβρίου. Ένας Ιταλός φιλόσοφος με αγωνιστική ιστορία στην άκρα αριστερά, ένας Γάλλος πρώην ρεπόρτερ, δημοσιογραφική πένα και δοκιμιογράφος που στράφηκε στον Καθολικισμό. Ο Πάολο Βίρνο και ο Ζαν-Κλωντ Γκυγιεμπώ, πολυ διαφορετικά οδοιπορικά που, ωστόσο, σκέφτομαι πως ανήκουν στον ίδιο μεγάλο αστερισμό της κουλτούρας που σημαδεύτηκε από το έτος 1968.
Πως όμως;
Ο Πάολο Βίρνο ξεκίνησε από αυτή την σφριγηλή εκδοχή μαρξισμού που ονομάστηκε ‘εργατισμός’, την ίδια παράδοση στην οποία ανήκε ο Τόνι Νέγκρι (αρκετά μεγαλύτερός του), ο Αλμπέρτο Αζορ Ρόζα, ο Μάριο Τρόντι και άλλοι. Ο Βίρνο πέρασε από την οργάνωση
Εργατική Εξουσία [ Potere Operaio, Potop] ζώντας τη θύελλα των χρόνων του ’70 μέσα από τις ριζοσπαστικές εμπειρίες πολλών της γενιάς του. Έγινε φιλόσοφος μέσα από τον ‘ακτιβισμό’ και έχοντας αφομοιώσει τις επιρροές μιας κληρονομιάς υλιστικής φιλοσοφίας της ζωής. Τα τρια χρόνια προφυλάκισής του για την περιβόητη υπόθεση της 7ης Απρίλη (σύλληψη πολλών στελεχών της Εργατικής Αυτονομίας στη βάση της υπόθεσης οτι αποτελούσαν τους εγκέφαλους της πολιτικής τρομοκρατίας) θα γίνουν αφορμή να εμβαθύνει φιλοσοφικά σε έναν ιδιαίτερο δρόμο: φιλοσοφία της γλώσσας, στοχασμός για την ιδέα του πλήθους και γύρω από την κοινωνική συνθήκη που ονομάστηκε ‘μετα-φορντισμός’. Έγραψε βιβλία – Η Γραμματική του Πλήθους είναι το πιο γνωστό, μεταφρασμένο και στα ελληνικα- και μπήκε αργοπορημένα στο Πανεπιστήμιο, έχοντας πάντα το προφίλ ενός ανθρώπου που προσδιορίστηκε συχνά ως ανατρεπτικός και κομμουνιστής, όχι ομως αριστερός. (είναι μεγάλη ιστορία το πως οι αυτονομοι στην Ιταλία έζησαν τη σχέση τους με το Ιταλικό Κομμουνιστικό Κόμμα ως τραύμα)
Το χαρακτηριστικό του Βίρνο, οπως και του Νέγκρι, ειναι η συρραφή πολλών επιδράσεων που συγκροτούν ανορθόδοξα πεδια αναφοράς. Βιτγκενστάιν, Χαίντεγκερ, ο Μαρξ των Grundrisse, ο Νιτσε και βέβαια ο μεγάλος άγνωστος Gilbert Simondon και το περίφημο βιβλίο του «Περι του τρόπου ύπαρξης των τεχνολογικών αντικειμένων».
Μια σκέψη αντι-μεταφυσική, πολύ γήινη, μια σκέψη που ψάχνει τη σάρκα στη γλώσσα αναζητώντας τον κομμουνισμό ως ένα είδος ‘δημόσιας φιλίας’ που είναι, όπως έλεγε ο Βίρνο, ιδέα πιο ριζοσπαστικά ανατρεπτική από τα κανόνια του θωρηκτού Ποτέμκιν. Όσο μακρια και αν βρίσκεται κανείς από αυτή τη γλώσσα και τις πρακτικές που την στήριξαν, οφείλει να αναγνωρίσει την σχέση της με τις σύγχρονες μορφές ζωής και με ένα βαθυτερο αίτημα συλλογικής δημιουργικότητας. Μεγάλο κομμάτι της σκέψης του Βίρνο στράφηκε στο ερώτημα της σχέσης μεταξυ ατομικής και συλλογικής διάνοιας, στο πως μπορεί να αποφευχθεί ο ρηχός ατομικισμός του φιλελευθερισμού και ο συχνά πουριτανικός και θλιβερός κοινοτισμός διαφόρων ρευμάτων και μέσα στην Αριστερά.
Από μια άποψη, ο Ζαν-Κλωντ Γκυγιεμπώ κινήθηκε τελείως αλλού. Στη γραμμή της Υπερβατικότητας και μια ανθρωπολογική κριτική στον νεοφιλελευθερισμό ως demesure, «απουσία ορίων». Πριν από αυτό ομως – και την μετάφρασή του σε μια συνεκτική χριστιανική δέσμευση- ο Γκιγιεμπώ υπήρξε ρεπόρτερ, συντάκτης στη Sud Ouest, στη Monde και στον Νouvel Observateur, βραβευμένος το 1972 για τα ρεπορτάζ του στα πεδία μαχών της Μπιάφρα και του Βιετνάμ. Ο Γκιγιεμπώ στο τέλος της ζωής του μιλούσε για την ηδύτητα, την πραότητα (douceur) ως μια άλλη σχέση με τον κόσμο πέρα από την αγριότητα της νεοφιλελεύθερης επικάρπωσης και των καταχρήσεών της. Η μεγάλη επιρροή η δική του δεν ήταν ο Μαρξ ή ο Νίτσε αλλά ο Ζακ Ελλύλ, Καθολικός, ελευθεριακός στοχαστής που υπήρξε ένας από τους πρώτους που κατανόησε τη σημασια της Τεχνικής (της τεχνολογικής μεταμόρφωσης του κόσμου μας).
Τολμώ εδώ να φανταστώ πως ο σπιριτουαλισμος του Γκιγιεμπώ και ο χαρούμενος υλισμός του Βίρνο, η πραότητα του γεννημένου το ΄44 Γάλλου και η ορμή του γεννημένου το 1952 Ιταλού, συντονίζονται σε διαφορετικούς τόνους για να μας μεταδώσουν το ίδιο μήνυμα: πως ο κοσμος που οργανώνεται πάνω στον ανταγωνιστικό, κτητικό ατομικισμό ή σε διάφορες απολιθωμένες και διχως ζωή ‘συλλογικότητες’, δεν ειναι βιωσιμος. Ούτε από τη σκοπιά της πραότητας ούτε από τη σκοπιά της χαράς, ούτε με τη σπίθα της συμφιλίωσης ούτε με τη φλόγα της σύγκρουσης. Ο κόσμος της ψευδούς απελευθέρωσης (Γκιγιεμπω) και ο κόσμος της κλεμμενης συλλογικής διάνοιας (Βίρνο) χρειάζεται καινούριες μορφές δημιουργικής σκέψης και πράξης. Προφανώς, το όραμα του Γκιγιεμπω δεν συντονιστηκε ποτέ με πραγματικα κινήματα και κατειλημμένους χώρους όπως αυτός του Βίρνο. Διάβαζα μια συνέντευξη του (κάποιων χρόνων) που έλεγε οτι το Γαλλικό Κομμουνιστικό Κόμμα διατηρεί μια μορφή της αρετής (vertu) μέσα στις σύγχρονες συνθήκες. Φαντάζομαι πως ο Παολο Βίρνο θα χαμογελούσε ειρωνικά απέναντι σε αυτόν τον Καθολικο-κομμουνισμό που δεν υπήρξε άλλωστε καθόλου άγνωστος και στη δική του χώρα. Μην ξεχνάμε πως μια από τις συνιστώσες των Ερυθρών Ταξιαρχιων ήταν νέοι με προέλευση Καθολικές οργανώσεις που ειχαν έντονη την αίσθηση της κοινωνικής αδικίας και την ιδέα της σωτηρίας μέσω της ταύτισης με τη μοίρα των φτωχών.
Ο Γκιγιεμπω θα δει την πολιτισμική ιστορία μετά το ΄68 ως μια νεοφιλελεύθερη ιδιοποίηση του ηδονισμου μέσα απο την κατασκευη αγορών της επιθυμίας. Ένα επιχειρημα κοντινό με αυτό του Κρίστοφερ Λας, του Ντανυ Ρομπερ Ντυφούρ κ.α, επιχείρημα που δυστυχώς σε πολλούς έγινε αφορμή για να πάνε προς τα δεξιά, προς έναν νεοσυντηρητικό λόγο.
Ο Βίρνο και ο ο υστερος εργατισμος παραμένουν σε μια αλλη αφήγηση των πραγματων, σε μια φιλοσοφία που εξακολουθει να διεκδικεί την ριζικά απελευθερωτική σημασία της επιθυμίας- εναντιον των θλιμμένων παθών και του καπιταλισμού ως κατεξοχήν μηχανισμού σφετερισμού της δημιουργικότητας των δρώντων (και της ερωτικής)
Δυο άνθρωποι πέθαναν με μια μέρα διαφορά μιλώντας ο ενας τη γλώσσα της χαμένης πνευματικότητας και ο αλλος τη γλώσσα της ανακτημένης εμπιστοσύνης στις δυνατοτητές μας, ο ένας τη γλώσσα της προσευχής και ο άλλος βγάζοντας τη γλώσσα σε όλες τις ματαιώσεις και τις μορφές καταστολής και βαρβαρότητας.
Θα ήθελα (ουτοπία φυσικά) να τους μνημονεύαμε και τους δυο ως μορφές της κριτικής αναζήτησης. Ως διαφορετικές μαρτυριες ‘ακτιβισμού’ και θάρρους. Όσο κι αν διαφέρουν τα ιχνη και οι διαδρομές, μεταφέρουν παρόλα αυτά τον αέρα μιας Ιστοριας που κινείται ανάμεσα σε στην προσδοκία της λύτρωσης και στην εμπειρία της ζωντανής πράξης. Αυτό μου φαινεται πια σπουδαιοτερο από τη δικαίωση του ενός η άλλου στοχαστή.