Ο Αλαίν Πολικάρ, πολιτικός φιλόσοφος με ανοίγματα στο πεδίο των δημόσιων συζητήσεων, έγραψε, μεταξύ άλλων, ένα δοκίμιο με τον προκλητικό τίτλο: το woke κίνημα δεν υπάρχει και υπότιτλο: η κατασκευή ενός μύθου (εκδόσεις Πόλις, μετάφραση: Αριάδνη Μοσχονά, επίμετρο: Jean-Yves Pranchere). Ήξερα τη σκέψη του Πολικάρ απο προηγούμενα κείμενα (αμετάφραστα στη χώρα μας) κυρίως για τον πολιτικό φιλελευθερισμό και τον οικουμενισμό. Είναι μια σκέψη που απο χρόνια δοκιμάζει να διασώσει τον φιλελευθερισμό μέσα στα όρια της αριστεράς, αποκρούοντας τα ισχυρά ρεύματα της αντιφιλελεύθερης κριτικής θεωρίας, τόσο αυτά με προέλευση έναν ανθρωπολογικό κοινοτισμό όσο και εκείνα που ταυτίζουν τον πολιτικό φιλελευθερισμό με τη νεοφιλελεύθερη οικονομική/ κοινωνική φιλοσοφία.
Θα έλεγα ότι ο Πολικάρ επιλέγει να συνταχτεί με μια εκδοχή φιλελευθερισμού της ανοχής (ή της diversity) δίχως να παραιτείται από τις οικουμενιστικές και «γενικές» αξιώσεις της γαλλικής πολιτικής παράδοσης που συχνά ονομάστηκε ρεπουμπλικανική. Προφανώς έχει στρέψει τα βέλη του κατά ηχηρών εκδοχών που μιλούν στο όνομα της Republique, αναγνωρίζοντας σε αυτές αδιαλλαξία, αντιπλουραλισμό και αδυναμία κατανόησης των σύγχρονων ταυτοτήτων.
Από την άλλη, ως μετριοπαθής αριστερο-φιλελεύθερος δεν αποδέχεται τις πιο σκληρές και ριζοσπαστικές όψεις των κινημάτων της απο-αποικιοποίησης ή της επιστροφης (έστω κριτικής) στην έννοια της φυλής (race). Έχει έτσι σκύψει πάνω από τις γαλλικές διαμάχες ιδεών και ταυτοτήτων επιχειρώντας να τις διαβάσει τόσο μέσα από την πολιτική θεωρία όσο και με πιο ‘συγκεκριμένες’ αναφορές.
Το δοκίμιο αυτό είναι με τη σειρά του ένας εφαρμοσμένος πολιτικός στοχασμός. Με ένα βασικο επιχείρημα που χτίζεται μέσα από τρία μέρη που αποτελούνται από ισάριθμα (3) κεφάλαια έκαστο. Σκανάρει, ουσιαστικά, τα κύρια ιδεολογικά μέτωπα που έφτιαξαν τη δημοφιλή συζητηση περί woke και γουοκισμού, μέσα από το φίλτρο κάποιων δημοσιογραφικών απλουστεύσεων και πολιτικών ιδιοτελειών.
Συζητήσεις: για τη διαφορετικότητα και την ισότητα, το θέμα του αντιρατσισμού και του αντισιωνισμού, τη μεγάλη και δραματική (πάντα) έριδα για την κοσμικότητα και το Κράτος. Ακόμα, τις διαμάχες για τη ‘θεωρία του κοινωνικού φύλου’, τις ολοκληρωτικές ή δογματικές πλευρές του ΄γουοκισμού΄, το ζήτημα της ουσιοκρατίας και του σχετικισμού σε σχέση με την αλήθεια της πολιτικής και τις αξιώσεις των διαφόρων κοινοτήτων.
Ποιο ειναι το επιχείρημα; Εμένα μου θύμισε πολύ την επιχειρηματολογία πολλών σοσιαλιστών και κομμουνιστών απέναντι στις διάφορες παρεκτροπές ή παρεκκλίσεις της αρχικής σοσιαλιστικής, χειραφετικής εξαγγελίας. Ο Πολικάρ αποδομεί τις μεγάλες αντι-woke εκστρατείες στη Γαλλία των τελευταίων χρόνων (που περιλαμβάνουν ανθρώπους τόσο διαφορετικους όσο η πολύ γνωστή κοινωνιολογος του πολιτισμου Natalie Heinich ή ο πρώην προυντονικός αριστεριστής Μισέλ Ονφρέ αλλά και προβεβλημένους αστέρες του φιλελεύθερου Κεντρου σαν τον Jean-Paul Enthoven), κρατώντας αποστάσεις από εκείνες τις περιπτώσεις όπου κάποιος αγώνας στράφηκε κατά της ‘ελευθερίας της έκφρασης’.
Το επιχείρημα είναι ότι πίσω από το woke βρίσκεται απλως η συναισθηματική και κοινωνική ευαισθητοποίηση ομάδων και ατόμων για τις διακρίσεις και τον τρόπο που αναπαράγονται. Με άλλα λόγια, για τον Πολικάρ το ‘woke’ δεν υπάρχει παρά μόνο στη σκέψη και στη φαντασία όσων απλώς δεν αντιλαμβάνονται (ή δεν συμπαθούν) τη δυναμική των αγώνων κατά των διακρίσεων. Με κάποιο τρόπο, ο συγγραφέας υποδέχεται τους αγώνες κατά των διακρίσεων στο πεδίο μιας φιλελεύθερης ‘δικαιωματοκρατίας’ που πάει όμως πέρα από το πεδίο των εγγυήσεων δικαίου και αγγίζει μια κουλτούρα της κριτικής συμπερίληψης.
Ο Πολικάρ διαχωρίζει έτσι την αφύπνιση για τις διακρίσεις και τα δικαιώματα από τις ακραίες ή μη ανεκτικές εκδοχές διόρθωσης και λογοκρισίας ανθρώπων ή πολιτισμικών κειμένων. Χρησιμοποιεί την έκφραση ‘παθολογίες του ακτιβισμού’ για να περιγράψει αυτές τις αρνητικές όψεις των σύγχρονων κινημάτων. Με κάποιο τρόπο, κάθε δυναμική έμπρακτης αμφισβήτησης των ορίων (των συμβατικών οροθετήσεων) μπορεί να γεννήσει αυταρχικούς πειρασμούς όμως, κατά τον Πολικαρ, είναι τελείως άστοχο να χρησιμοποιείται ο ορος ‘ολοκληρωτισμός’ για τις σύγχρονες ευαισθησιες που αντιμαχονται την περιβαλλοντική καταστροφή, τον σεξισμό, τον ρατσισμό ή άλλες ανισότητες.
Πείθει το επιχείρημα; Ενδεχομένως να υποτιμά κάποια ρίσκα και ιδίως εκείνες τις θεωρητικο-πολιτικές τάσεις που πιανονται τελείως από το φυλετικό, το έμφυλο ή το πολιτισμικό (ταυτοτικό) παραγνωρίζοντας το ζήτημα του πολιτικού Κράτους και φυσικά του σύγχρονου, τεχνολογικού ολιστικού καπιταλισμού και των απειλών του. Ο Πολικάρ είναι αριστερός φιλελεύθερος οχι αριστερός/ ριζοσπάστης ρεπουμπλικάνος ούτε βέβαια έχει κάποια ιδιαίτερη σχέση με τον κριτικό μαρξισμό. Έχει, ωστόσο, μεγάλο δίκιο σε κάτι που το βλέπουμε, πολύ πιο συρρικνωμένο αλλά υπαρκτό, και στη χώρα μας: στο ότι όταν υπάρχουν τόσα ανοιχτά ανθρώπινα δράματα που οφείλονται στην εκμετάλλευση, την κυριαρχία και τις ανισότητες, το να νιώθεις ότι σε απειλεί το ‘woke’ είναι κάπως παράξενο. Μάλλον, όχι παράξενο αλλά δείγμα μιας μετατόπισης, μιας προσχώρησης στην ιδέα ότι ο κίνδυνος προέρχεται από τις μειονοτικές φωνές δικαιωμάτων και όχι από τις ολιγαρχίες και τα προνόμιά τους. Ιδίως μάλιστα όταν στη δικη μας χώρα, ο θόρυβος για το woke αφορά, σχεδόν αποκλειστικά, φόβους για τη συνθήκη του φύλου και ιδίως του ανδρικού φύλου. Αδικαιολόγητους φόβους όταν η συντριπτική πλειονότητα της δημοφιλούς κουλτούρας (από την πορνογραφία μέχρι τα πάνελ ομιλιών) αναπαράγει την ανδρικη κυριαρχία.
Ο Πολικάρ θέτει ορισμενα ζητήματα με τον δικό του τρόπο. Συνομιλεί με πρόσωπα και δεδομένα της γαλλικής σκηνής. Έχει όμως να πει πράγματα και για μας, τους άλλους Ευρωπαίους. Προσωπικά στέκομαι πιο κριτικά απέναντι στις πολιτικές της ταυτότητας, ιδίως όταν ενσωματώνονται σε αμφιλεγόμενες πολιτικές στρατηγικές. Όμως είναι αλήθεια ότι η ανακάλυψη του woke κινδύνου – ιδίως η έμφαση σε αυτό- συσπειρώνει κατά βάση όσους θεωρούν πως οι αγώνες χειραφέτησης δεν έχουν πια νόημα ή ότι οι ανισότητες έχουν διορθωθεί από τον νόμο και δεν χρειαζόμαστε περιττό θόρυβο. Όντως, μέσα στη σφαίρα των μικροκινημάτων αναστηλώνονται κατά καιρούς οι παθολογίες της ανελευθερίας. Η απαραίτητη όμως κριτική μας στις παθολογίες της κινηματικής δράσης δεν μπορεί να γίνεται αφορμή να μην βλέπει κανείς πόσα πολλά χρειάζεται να γίνουν ακόμα για καταπιεσμένες, υποτιμημένες, απειλούμενες ομάδες και άτομα.