[ μα η αγάπη κυκλοφορούσε ανάμεσά μας, ανεπαισθήτως]

Υπάρχει μια ποίηση που λειτουργεί σαν χαιρετισμός και αποχαιρετισμός, ποίηση δηλαδή που ουσιαστικά είναι ένα ‘αντίο’ ΄και μαζί ένα αμετάθετο ‘ευχαριστώ’. Καμιά φορά το νεύμα του χαιρετισμού και ιδίως οι πικροί αποχαιρετισμοί αποτυγχάνουν. Πνίγονται από το συναίσθημα και σκοντάφτουν στιχουργικά. Το έχουμε διαπιστώσει διαβάζοντας στίχους που συναισθηματολογούν δίχως ζωντανό συναίσθημα. Άλλοτε, όμως, η συγκίνηση επιτρέπει στο ποίημα  να πάρει ανάσες, να συμπεριλάβει κι εμάς – τους άλλους, τους/τις αναγνώστες/ τριες- που ερχόμαστε να συναντήσουμε μια γραφή. Τότε, όντως, το ποίημα μιλά με την αφιέρωσή του προσκαλώντας την κοινότητα των αναγνωστών του. Περιέχει ένα συναίσθημα βαθύτατα προσωπικό που βρήκε, όμως, τον τρόπο να γίνει λογοτεχνία και μη ξεχνάμε πως η ποίηση είναι η αρχική υπόσχεση της λογοτεχνίας, η εναρκτήρια πνοή της.

Μου ήρθε προ ημερών, ταχυδρομικώς, η συγκεντρωτική έκδοση των ποιημάτων του Δημήτρη Κανελλόπουλου με τον τίτλο Σκιές στον Κήπο (Ποιήματα 1975-2025), εκδόσεις Οροπέδιο. Με ωραία χαρακτικά και σχέδια του γυμνασιακού φίλου του Κανελλόπουλου, του ζωγράφου Νικόλα Κληρονόμου.

Γύρω στο 1987-8, είχα γνωρίσει τον Κανελλόπουλο στις εκδόσεις Ηριδανός όπου είχα βγάλει, μετά κόπων και βασάνων, μια ποιητική συλλογή κι εκείνος, λίγο καιρό πριν, είχε δημοσιεύσει ποιήματα κάτω από τον τίτλο ‘Ομίχλη Πέτρινη’ (1986). Παρά τη διαφορά γενιάς και βιωμάτων – εκείνος γεννημένος το 1954, εγώ το 1964, εκείνος από την Ηλεία, εγώ Σαμιώτης – είχαμε κοινά νήματα και κάποιους κώδικες συνεννόησης. Ήμασταν και οι δυο χρεωμένοι σε αριστερά πρόσωπα και πράγματα. Με άλλους όρους και τρόπους, βέβαια. Άνθρωποι με τους οποίους ο Κανελλόπουλος είχε από χρόνια δεσμούς ήταν και δικές μου πιο πρόσφατες γνωριμίες και επαφές. Πάνω από όλα ο Χρίστος Ρουμελιωτάκης, τέκνο της Νέας Ιωνίας, φίλος και συνεξόριστος του πατέρα μου στο Παρθένι της Λέρου, ποιητής και εκδότης του περιοδικού «Σχεδία» όπου είχα κι εγώ κάποια κείμενα. Αλλά και ο αλησμόνητος Γιώργος Δρανδάκης, ο ναύαρχος Δημήτρης Γιακουμάκης, ο Τάσος Καπερνάρος, ο Γιώργος Καραβασίλης, ο Νίκος Χειλαδάκης και άλλοι.

Επιστρέφω όμως στα ποιήματα, αφού βέβαια σημειώσω ότι ο Κανελλόπουλος τα τελευταία χρόνια έγινε περισσότερο ορατός και γνωστός ως πεζογράφος, έχοντας λάβει και το Κρατικό Βραβείο Νουβέλας-Διηγήματος για τη συλλογή του Ο θάνατος του Αστρίτη (Κίχλη, 2018). Και φυσικά έχει την ευθύνη των εκδόσεων και του περιοδικού Οροπέδιο.

Ξεκίνησα μιλώντας για ποίηση της οποίας η καύσιμη ύλη είναι το αφιερωμένο βλέμμα σε ομότεχνους και φίλους. Το συνολικό ύφος διαμορφώνεται ως πλέγμα δεσμών τόσο από την πρώτη και δεύτερη μεταπολεμική γενιά όσο και με τη γενιά του ΄70. Με μια ατμόσφαιρα, ωστόσο, ρευστοποίησης όλων των συμπαγών ονείρων- όπου αναγνωρίζει κανείς τις μεταστροφές και τον μελαγχολικό τόνο που πήρε και μας χαμήλωσε τις προσδοκίες τη δεκαετία του ΄80.

Επιλέγω ένα μικρό ποίημα από την συλλογή «Ομίχλη πέτρινη» και τρία αφιερωματικά από την τελευταία ενότητα του βιβλίου με τον  τίτλο οι επισκέπτες της μνήμης. Έχω την εντύπωση πως το μικρό ποίημα λειτουργεί καλά ως πρόλογος και επίλογος όλων των ποιητικών και πεζογραφικών εξορμήσεων του Κανελλόπουλου. Είναι κάτι σαν αφανές κέντρο από όπου διακλαδίζεται η ποιητική φαντασία του Κανελλόπουλου, πηγή από όπου αντλούν και τα διηγήματα και οι άλλες ιστορήσεις του (αστικές και υπαίθριες). Διότι νομίζω πως αρχίζουν με ένα σπασμό, με τη ρήξη της συνέχειας ανάμεσα στη σκληρή μνήμη (δεκαετία ΄40 μέχρι και τη χούντα) και στις μετεξελίξεις, τις τραυματικές της απορροές και τα «κατάλοιπα» μιας ιστορικής/ ιδεολογικής αφετηρίας. Ομίχλη ναι, αλλά από πέτρα, σκληρή ακόμα στην επαφή. Βγαίνοντας από τη αιμάσσουσα Ιστορία, η γενιά του Κανελλόπουλου – πολύ περισσότερο η δική μου και οι κατοπινές- έπεσαν σε κάτι θολό που διατηρούσε όμως, μεταβιβαζόμενους, τους παλιότερους πόνους. Έτσι έμειναν οι παιδικές μνήμες, οι ερωτικές μικροιστορίες, η αγάπη των γραμμάτων και η φιλία – στο μπαρ ή  στην ταβέρνα- για να δώσουν μια ιδέα της ευτυχίας σε ένα κατά βάση μελαγχολικό περίγραμμα.

              Που σπάζει

    Στο χορό των αναμνήσεων

    Υπάρχουν ταξίδια σε μικρές λίμνες

    Εικόνες

    Στο ιδρωμένο τζάμι

    Η ομίχλη.

    Είναι το παρελθόν

   Που σπάζει

   Σαν ποτήρι από φτηνό γυαλί

   Στα δάχτυλά μου και με ματώνει

    Ό,τι έχω αγαπήσει

Αυτό λοιπόν το παρελθόν που ματώνει περιείχε και τα τρία αγαπημένα πρόσωπα και ισάριθμες ποιητικές αναθηματικές πλάκες που τους χαρίζει εδώ ο Κανελλόπουλος.  Αντιγράφω απλώς τα τρία ποιήματα (που στο βιβλίο είναι στη σειρά, το ένα μετά το άλλο). Γκανάς, Καραβασίλης, Βαρβέρης.

Το ακροτελεύτιο τετράστιχο στο υπέροχο ποίημα για τον Βαρβέρη, δείχνει με τον πιο διαυγή τρόπο τη σχέση αυτής της ποιητικής με τον χαιρετισμό και την ευχαριστία. Είναι σαν μια μορφή σπασμένης ρυθμικά ευγνωμοσύνης που οργανώνει τη ζωή μας, αποδιοργανώνοντάς την γλυκά (και ανελέητα) μέσα στις μνήμες:

Σ’ εὐχαριστῶ,

γιατί μὲ τὴ φωνή σου

ἐξοστρακίζεις τὴ δυστυχία

ἀπὸ τὴ δική μου νύχτα…

 Εδώ δεν είναι ο Τσαμαντάς

 Στον Μιχάλη Γκανά

Δεν είναι ο Τσαμαντάς με τα νερά του

εδώ που σ’ έφερε η τρέλα

η οποία αγκάλιαζε εκείνους τους χρόνους

τον δικό μας τόπο

Εδώ το λένε Γκερεγκφάλβα και Belloiannisz

Κι είναι τα σπίτια τετραγωνισμένα,

Απλωμένα με τάξη

Πάνω στην ουγγρική πούστα,

Πέφτει μουρμουριστή βροχή το καλοκαίρι

Ενώ τον χειμώνα

Ολόλευκο χιόνι απλώνει γύρω μια σιωπή˙

Κι όταν μπαίνεις στη τάξη του σχολείου ,

Τα χεράκια σου

Αργούνε να πιάσουν το μολύβι.

Μαθαίνεις κουβεντούλες

-σέρβους και γιόναποτ και γκέρε ίντε-

Από μια γλώσσα που ποτέ δεν θα εμπεδώσεις

Καθώς μες στη ψυχούλα σου

Η μάνα έχει κάνει καλή σπορά˙

Κι όταν φυτρώσει ο σπόρος

Θ’ανθίσουν ποιήματα

Και θα μυρίσει θυμάρι.

Ύστερα θ’ αφήσεις τη μητριά πατρίδα˙

Θα’ ρθεις πίσω

Θα κυνηγήσεις το ψωμί

Στον δικό σου ρημαγμένο τόπο.

Από μέσα σου η γλώσσα

Γεννάει,

Μουσικές αναβλύζουν από την ψυχή σου,

Βιολιά και ζουρνάδες

Και ήχοι άγριων πουλιών σμίγουν

Με κάθε ανάσα σου

Και γίνονται ποιήματα

Τρυπώνουν μέσα μας οι δικές σου λέξεις,

Μας προσφέρεις πολλούς λόγους ν’ αγαπήσουμε,

Καθώς περνούμε να σου πούμε μια καλημέρα

Στη Δωδώνη,

Να πάρουμε υλικό από το τίμιο βλέμμα σου.

Μιχάλη,

Αδελφέ των πικρών ημερών της

νιότης μας

           Ο ρόλος της οδού Φερών στη ζωή μας

                Στον Γιώργο Καραβασίλη

Ἔμοιαζε νὰ μὴν

 ἔχουμε σπίτι,

παιδιά, συζύγους, ο

οἰκογένεια

κι ἡ ὁδὸς Φερών,

 ἀσήμαντος, δρόμος

κατὰ τ’ ἄλλα,

 προσφέρθηκε νὰ μᾶς

προσφέρει στέγη.

Φεύγαμε ἀπὸ ἐκεῖ τὸ

Σούρουπο

 ἢ τὰ ἄγρια χαράματα

 ἢ ἀργὰ τὸ μεσημέρι.

Ξοδεύαμε τὶς μέρες μας

 στὸ μπὰρ Ἐντίμ.

 Ἦταν κακότροπο ο

 μπάρμαν,

Τὰ γοῦστα του

ἀντίθετα ἀπὸ τὶς συνήθειές μας.

 Ἐκεῖ ποὺ ἐμεῖς

 φτάναμε στὰ ὕψη

–τῇ βοηθείᾳ

τοῦ οἰνοπνεύματος–

αὐτὸς ἀποφάσιζε

 ν’ ἀποσυρθεῖ

ἐκτάκτως

κάνοντας τὴν

μεσημβρινή του

σιέστα.

Κλείνω ἔλεγε ἀγρίως.

«Κλείνω; Τί πάει νὰ πεῖ

 κλείνω, στὶς δύο ἡ ὥρα τὸ

μεσημέρι;». Ρωτοῦσες.

—Κλείνω, πάει νὰ πεῖ

 κλείνω, γιατί ἔτσι γουστάρω,

σοῦ ἀπαντοῦσε.

 Ἔτσι, ἀπὸ τὸ μπὰρ τῆς

 ἀκολασίας

 βρισκόμασταν

στὸ δρόμο,

νὰ περπατᾶμε στὴν

φλεγόμενη ἄσφαλτο

 τῆς ὁδοῦ Φερών,

μὴ ἔχοντας αἴσθηση

 τοῦ χρόνου

 καὶ τῆς θερμοκρασίας

τῶν 40 βαθμῶν Κελσίου.

 Ἦταν δύσκολη ὥρα.

 Ὕστερα, ἤθελες νὰ

μοῦ παραθέσεις ἕνα

ἀπροειδοποίητο

γεῦμα,

 πλὴν ὅμως,

δὲν μπορούσαμε νὰ

ἐντοπίσουμε τὸ στίγμα τῆς οἰκίας

 σου.

Ἄσε, σοῦ ἔλεγα, μιὰν

 ἄλλη φορά.

Ἢ τώρα ἢ ποτέ,

 ἀπαντοῦσες.

Γυρίζαμε ἐπὶ ὧρες στὸ

 λιοπύρι

χωρὶς νὰ μποροῦμε νὰ

 ἐντοπίσουμε τὸ σπίτι ποὺ

κατοικοῦσες.

Δὲν εἶναι δυνατὸν,

 ἔλεγες,

χάθηκε τὸ σπίτι μου;

 Ἄσε, μιὰν ἄλλη φορά,

 ἐπέμενα…

Δὲν ὑπάρχει ἄλλη

 φορὰ,

εἶπες καὶ χαθήκαμε.

Ἄλλοι δρόμοι μᾶς

κέρδισαν

μὰ ἡ ἀγάπη

κυκλοφοροῦσε ἐντός

 μας,

ἀνεπαισθήτως.

νας γγελος ρχεται κάθε βράδυ

  Στὸν Γιάννη Βαρβέρη

Ἔρχεσαι τὰ βράδια ἀπρόσκλητος

μέσα ἀπ’ τὰ σύρματα τοῦ τηλεφώνου

χωρὶς νὰ σ’ ἐμποδίζουν οἱ συμφορές σου·

νὰ ρίξεις ἰσχυρὲς δόσεις ἀγάπης

στὸ ἄδειο μου στέρνο.

Ἐσύ, ὁ πιὸ καλὸς κακὸς τοῦ Κόσμου.

Μοῦ λές:

«ἀγαπῶ ὅτι κάνεις» κι’ ἐγὼ δακρύζω.

Δὲν μὲ βλέπεις·

καὶ δὲν μπορῶ, λέει ἕνας,

αὐτό, νὰ τὸ ἰσχυριστῶ δημοσίως,

γιατί δὲν εἶναι γραμμένο.

Ἔρχεσαι καὶ σπάζεις τὴ σιωπή,

καθὼς ἀνεβαίνει τὸ βράδυ

μέσα σ’ αὐτὸ τὸ μεγάλο σπίτι

ὅπου κατοικεῖ

ἄλλων ἀνθρώπων ἡ μνήμη.

Ὕστερα μιλᾶμε γιὰ τὶς πικρὲς μέρες,

αὐτὲς σπέρνει ὁ καιρὸς στὸ πέρασμά του,

τὰ παινέματα καὶ τοὺς λάκκους ποὺ σκάβουν

οἱ ἔμμισθοι γραφιάδες,

γιὰ τὶς πονηρίες τῶν ποιητῶν

τὴν ὑποκρισία ποὺ ἀράζει στὸ Dolce

ὕστερα,

γιὰ τὴν μαγεία τῆς μελάνης

ἐπὶ τοῦ χάρτου.

Τώρα θὰ μὲ ἀφήσεις·

ἔχεις νὰ βγεῖς,

θὰ πεταχτεῖς ὡς τὸ Λουτράκι

παρ’ ὅτι δὲν πίνεις,

δὲν καπνίζεις,

δὲν ὁδηγεῖς

καὶ δὲν ἐπισκέπτεσαι

τὴν ὁδὸ Ἀθηναίων Ἐφήβων.

Σ’ εὐχαριστῶ,

γιατί μὲ τὴ φωνή σου

ἐξοστρακίζεις τὴ δυστυχία

ἀπὸ τὴ δική μου νύχτα…