ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗ ΝΈΑ ΕΠΟΧΗ ΤΩΝ ΑΚΡΩΝ

  1. Διανύοντας την τρίτη δεκαετία του εικοστού πρώτου αιώνα καταλαβαίνουμε ότι βρίσκονται ακόμα εν ισχύ πολλές από τις θεσμικές, οργανωτικές και ιδεολογικές αναφορές προηγούμενων καιρών. Οι λεγόμενες (όλο και λιγότερο όμως) αστικές κοινωνίες, διατηρούν αρκετές μουσειακές γωνίες μιας πιο κλασικής νεωτερικότητας και βέβαια περισσότερα χαρακτηριστικά από τις μεταπολεμικές δεκαετίες του περασμένου αιώνα. Βασικά συνταγματικά κείμενα, σημαντικό μέρος της γλώσσας με την οποία εκφράζονται οι πολιτικές διακηρύξεις των παρατάξεων, κάμποσες δημόσιες και πολιτικές τελετουργίες φέρνουν πάντα τη σφραγίδα του 1789, του 1900, του 1960 ή και του 1990. Φυσικά και ηθικοί κώδικες, τεχνικές, συνήθειες αντέχουν ακόμα και στα πιο υπερμοντέρνα διαλυτικά.Την ίδια στιγμή, με ταχύτητα από το 2010 και ιδίως από τον χρόνο της πανδημίας και μετά, πλήθος ενδείξεων και ειδήσεων από τον πεδίο των επιστημών, της τεχνολογίας και βεβαίως οι σχετικοί λόγοι/εικόνες που αναδύονται και μεταδίδονται αστραπιαία, περιγράφουν ένα άμεσο και πολυ κοντινό μέλλον όπου «θα έχουμε» τομές στην ανθρώπινη εμπειρία. Καθημερινά, ένας φοιτητής/ τρια θα έρθει σε επαφή με κάποιους-ες ισχυρούς και πλούσιους ανθρώπους που βεβαιώνουν την επικείμενη εξαφάνιση ‘των μάταιων σπουδών’. Μεσήλικοι-ες επαγγελματίες καλούνται να δουν τον ‘θάνατό τους’ σαν να πρόκειται για κάτι απλό και συγχρόνως αναπότρεπτο. Η εμφάνιση και προαναγγελία όλο και πιο ευφυών μηχανικών συστημάτων αντικατάστασης λαμβάνει χώρα σε κοινωνίες που έχουν ακόμα αγρότες με κατσούνες και μικροαστούς μαγαζάτορες. Σε χώρες με δημογραφική γήρανση όπου ένα σημαντικό ποσοστό έχει βιώματα ακόμα από τη δεκαετία του ΄60 ή και παλιότερα. Σε όλες τις κοινωνίες θα λέγαμε πως το παρελθόν διαρκεί πολύ ενώ συγχρόνως έχει ήδη μπει σε εφαρμογή αυτό που μπορεί να είναι η πραγματοποίηση επεισοδίων του Black Mirror ή άλλων μυθοπλασιών του φανταστικού. Αυτή η συμβίωση αναγνωρίσιμων-οικείων και αποξενωτικά ανοίκειων μοτίβων μοιάζει με ψυχολογικό πόλεμο κατά των εύθραυστων ατόμων που έχουν ήδη περάσει μέσα από τις οικονομικές και κοινωνικές κρίσεις της προηγούμενης φάσης.
  2. Πέρα από την, ευεξήγητη οικονομικά, προώθηση της μεγάλης τεχνολογικής μεταβολής ή τις εικασίες για επενδυτικές φούσκες, μπορεί κανείς να διαπιστώσει το εξής: κινούμαστε σε πολλαπλές στοιβάδες κοινωνικής συνείδησης και πρακτικών. Για παράδειγμα: άτομα και ευρύτερες ομάδες του πληθυσμού έχουν ήδη πιάσει κανονική επαφή και βρίσκονται σε όσμωση ή ακόμα και συναισθηματική εξάρτηση απο τις νέες εμπειρίες ‘διαλογικών’ μορφών ΤΝ, ενώ άλλοι άνθρωποι και τμήματα του πληθυσμού διατηρούν απλές χρηστικές σχέσεις ή έχουν ρηχή επαφή με το πεδίο των σχετικών μεταβολών. Ζούμε παράλληλες τεχνολογικές εποχικότητες, διαφοροποιημένα βιωματικά πεδία και τρόπους να προσλαμβάνει κανείς το παρόν. Ακόμα και μέσα στη ζώνη των νέων ηλικιών, παρατηρούμε διαφορετικούς συσχετισμούς με το παροντικό- παρα την γενική διάχυση ορισμένων εργαλείων. Άνθρωποι που διάγουν περίπου τη ζωή τους όπως περίπου πριν από τριάντα χρόνια – ακόμα και αν διαθέτουν ένα smart-phone – συνυπάρχουν με πρόσωπα που έχουν ενσωματωθεί για τα καλά σε τρόπους (και όχι μόνο στα λεξιλόγια) αυτού που βαίνει επιταχυνόμενο από το 2020 και μετά. Δεν ξέρουμε τι επαρκή βάση έχουν οι σχετικές δημοσιεύσεις για την όλο και επεκτεινόμενη εξάρτηση της καθημερινότητας από μια λεπτομερή συμβουλευτική – για το καθετί- κάποιας AI εφαρμογής, ωστόσο αυτό συμβαίνει σε κοινωνίες όπου η υλική αγωνία – ακρίβεια, ενοίκια, δάνεια κλπ- είναι πάντα πολύ ισχυρή και δεσμεύει τη ζωή των πολλών. Η εκ παραλλήλου επίδραση ενός αναγνωρίσιμου πεδίου καθημερινών αγωνιών με τα καινούρια ‘πεδία εγγραφής’ του χρόνου των ατόμων στις οθόνες, έχει μεγάλη σημασία. Πιθανότατα θα έχει και σημασία πολιτική, αν κάποια στιγμή, σε κάποιες επόμενες εκλογές, χιλιάδες χρήστες αρχίσουν να ρωτούν το chatgbt και για το τι να ψηφίσουν. Η λειτουργική διευκόλυνση των ανθρώπων για την πλοήγησή τους σε αγορές ή για κλείσιμο εισιτηρίων για ταξίδια, μαστορέματα ή αυτοδιαγνώσεις, δεν είναι καθόλου το ίδιο με την ‘καθοδήγηση’ της γνώμης, την ενίσχυση της πολιτικής προτίμησης ή τον χειρισμό ενδόμυχων και υπαρξιακών προβλημάτων. Η παρέμβαση σε κρίσιμα ψυχικά η ακόμα και ιδεολογικά θέματα του εαυτού ( από bots) είναι άλλης τάξης ζήτημα από την λεγόμενη χρήση (κάποιων) εργαλείων. Θέματα μιας νέου τύπου, βαθιάς πολιτικής αποξένωσης και συναισθηματικής χειραγώγησης είναι όμως πολύ μακριά απο τα ραντάρ της πολιτικής τάξης.
  3. Στο μεγάλο επίπεδο του κόσμου μας έχει διαφανεί καθαρά μια επιθετική βούληση κυριαρχίας μέσω ενός συνόλου από μετασχηματισμούς που δεν έχουν ‘συζητηθεί’, στην ουσία τους, από τα πολιτικά σώματα. Είναι σαν να έχουμε μπει συλλογικά σε ένα κύκλο επιθετικών εξαγορών, καταστροφής και αναδιατάξεων. Δεν θέλω να γράψω εδώ τον όρο ‘ολοκληρωτισμός’, αν και στη διεθνή συζήτηση δεν είναι πια κάτι περιθωριακό η αναφορά σε νέους ολοκληρωτισμούς, κυρίως ως προς τη διείσδυση του τεχνολογικού πλέγματος στο λεπτομερές φάσμα της προσωπικής και δημόσιας ζωής. Μιλώντας πάντως για ολιστική βούληση κυριαρχίας εννοώ εδώ προθέσεις και κυρίως πραγματικές κινήσεις που φέρνουν τις πολιτικές κοινωνίες, άτομα και θεσμικά υποκείμενα, προ τετελεσμένου. Οι πολιτικές αποφάσεις, οι προσωπικοί μας κώδικες, οι θεσμοί καλούνται απλώς να ‘τρέξουν΄ επικυρώνοντας αυτό που ήδη εγκαθίσταται σωρηδόν ως απαράγραπτη και ανυπέρβλητη θέσμιση του πραγματικού. Συμβαίνει η ταχύτατη διασπορά και εμφύτευση δομών, δικτύων και ιδίως μαζικής καθημερινής χρήσης που κανείς δεν ξέρει πως θα μπορούσαν πια να τροποποιηθούν μέσα από εναλλακτικούς σχεδιασμούς ή έστω να ελεγχθούν στοιχειωδώς (ο λόγος και η σχετική νομική εργασία γύρω από τη ρύθμιση έχει αποτύχει να ελέγξει αποτελεσματικά το οτιδήποτε). Πολύ μεγάλο μέρος των όσων λανσάρονται, δοκιμάζονται ή επίκεινται τεχνικά, δεν είναι κατανοητά ούτε στους προγραμματιστές τους.
  4. Η ολιστική βούληση κυριαρχίας έχει πολλαπλές εστίες εκπόρευσης που ενοποιούνται ατελώς σε συστημικές λογικές οι οποίες είναι, με τον έναν ή άλλο τρόπο, καπιταλιστικές και για πολλούς από τους κρατικούς παίκτες, και ιμπεριαλιστικές. Βρισκόμαστε πάντα σε ένα πεδίο όπου τα έθνη κράτη, οι εταιρείες, οι στρατοί, οι οργανισμοί, τα εθνικά/ εθνοτικά πάθη έχουν πολύ μεγάλο ρόλο και λόγο. Ισχυρά άτομα, εταιρίες, διοικητικές γραφειοκρατίες και βέβαια ένα αχανές δίκτυο των πολυεθνικών εξουσιών που σχετίζονται μεταξύ τους παρά τις διαφορές τους: τομείς του οργανωμένου εγκλήματος με ‘κύκλο εργασιών’ από τα τοξικά απόβλητα μέχρι ναρκωτικά, χρηματοοικονομικά και πιστωτικά ιδρύματα, πρόσωπα από το κανονικό πολιτικό και διοικητικό απαράτ σε πολλές χώρες του παγκόσμιου Βορρά και του Νότου, σε φιλελεύθερες δημοκρατίες και ‘μη φιλελεύθερες’ ημιδημοκρατίες όπως και αμιγώς αυταρχικά και τυραννικά συστήματα. Τα τελευταία χρόνια μάλιστα, ιδιωτικές μιλίσιες, μεσάζοντες και λομπίστες εταιριών, ναρκο-εμποροι, μέλη τζιχαντιστικών οργανώσεων, εκπρόσωποι πρεσβειών και προξενικών αρχών από χώρες της Δύσης, τη Ρωσία, τη Κίνα κλπ, ‘συνδιοικούν’ ολόκληρες περιοχές στην Υποσαχάρια Αφρική. Μοριακοί proxy εμφύλιοι αποτελούν μορφές διαπραγμάτευσης όπου εμπλέκονται διεθνείς και εγχώριοι παίκτες. Άλλα μικτά σχήματα παρεμβαίνουν έντονα σε χώρες της Λατινικής Αμερικής ή στην ευρύτερη Μέση Ανατολή (με σημαντικό ρόλο και χωρών-μεσιτείας όπως η Τουρκία, το Κατάρ ή η Σαουδική Αραβία). Μια πολιτική οικονομία σύνθετων δρώντων δρουν στο πεδίο, συχνά με τη βοήθεια μισθοφορικών στρατών, είτε μιλάμε για εγκληματικές ομάδες τύπου Wagner είτε για ομάδες επαγγελματιών μισθωμένων σε χώρες της Δύσης που δρουν στο πλάι ή παράλληλα με επίσημες στρατιωτικές αποστολές.
  5. Συνοπτικά, μιλώντας, η κυρίαρχη τάση αυτής της εποχής έχει δυο πρόσωπα: προσπάθειες για επανάκτηση ισχύος των ΗΠΑ, της Ρωσίας και άλλων, πιο μεσαίων παικτών, μέσω της στρατιωτικοποίησης και βεβαίως επανεμφάνιση της σκληρής, ηγεμονιστικης πολιτικής (hard politics). Η Κίνα επιχειρεί, μέχρι στιγμής, να εμφανιστεί ως φορέας μιας κυρίως εμπορικής/ωφελιμιστικής ήπιας ισχύος στο πλαίσιο μιας πολιτικής αυταρχίας με ισχυρές τεχνολογικές-πειραματικές επιταχύνσεις. Όλοι, ωστόσο, επενδύουν σε στρατούς ρομπότ και υπερσύγχρονα φονικά όπλα. Από την πανδημία και μετά είναι επίσης φανερή μια άνευ προηγουμένου επίθεση στην ενσώματη ύπαρξη και στους εναπομείναντες θεσμούς της υλικής-κοινωνικής νεωτερικότητας μέσα από την άνευ όρων προώθηση της αλγοριθμικής διαχείρισης.
  6. Η επάνοδος της πολιτικής στην απλότητα-ωμότητα των εντολών φανερώνεται από την άνθιση των executive orders, των έκτακτων νομοθεσιών ή των νομοσχεδίων με τη μορφή του κατεπείγοντος. Ο πούρος συναλλακτισμός ως τύπος διεθνοπολιτικής συνοδεύεται από drones, σκοτεινές εξωδικαστικές δολοφονίες, στρατιωτικά και βιομηχανικά σαμποτάζ, ιδίως στη σκιά του πολέμου στην Ουκρανία. Ο Τραμπ,ο Πούτιν, ο Μιλέι, ο Νετανιάχου είναι ανθρωπότυποι-δείγματα αυτής της νέας μπουταλιτέ. «Μοναρχικές» και βοναπαρτιστικές τάσεις παρατηρούνται όμως σε πολύ περισσότερες χώρες.
  7. Είναι ευδιάκριτη επίσης η επιστροφή σε σχήματα χυδαίας αρρενωπότητας και η λειτουργική αποστείρωση χώρων και διαδικασιών μέσα από την προώθηση της κουλτούρας του ψυχρού και ‘ανέπαφου’. Τα βιντεάκια με τα κόκκινα φώτα και τη νοσταλγική βρωμιά των μεγαλουπόλεων του 1980 και η αντισηπτική μεγαλοπρέπεια των καινούριων dubai-χώρων προωθούνται μαζί ως ωραιοποιημενο cult παρελθόν ή ως μονόδρομος του μέλλοντος. Όπως βαδίζουν χέρι-χέρι ο δεσποτισμός του μάνατζμεντ με την εκκένωση πολλών χώρων εργασίας από το ανθρώπινο προσωπικό (η ελαχιστοποίηση των υπαλλήλων σε διάφορους τομείς εξυπηρέτησης του κοινού, συνήθως δίχως καμιά σοβαρή διαμαρτυρία από τον ΄πελάτη-χρήστη’) . Στο επίπεδο της εργασίας, το διπλό νεύμα φέρνει απαιτήσεις για εξωφρενικά ‘ανταγωνιστικά’ ωράρια και εκ παραλλήλου διάφορα προγνωστικά για μετατροπή της εργασίας σε σπορ-επιλογή, αφού όλα ή σχεδόν όλα «θα τα κάνουν οι μηχανές’.΄ Σχήματα πρωτόγονης βίας και αλγόριθμοι ενισχυμένης αδιαφάνειας και πολυπλοκότητας μοιράζονται τη σκηνή παράγοντας συνδυαστικά την πραγματικότητα ως σύνθεση βίας/ συναίνεσης. εξαναγκασμού/ συγκατάθεσης, παραζάλης και ψυχρής σαγήνης. Καταλαβαίνουμε πια ότι ακόμα και από μια σκοπιά δημοκρατικής φρόνησης, το νέο κρατικό και καπιταλιστικό πλέγμα αυθαιρεσίας είναι εχθρικό. Αυτό μας υποχρεώνει ξανά σε μια πολιτική και μια ηθική σύγκρουσης- αφού οι ίδιες οι αξιώσεις κυριαρχίας από το χώρο της οικονομίας ή της εκτελεστικής εξουσίας δεν δείχνουν καμιά συμβιβαστική διάθεση και δεν μετριάζουν την παραγωγή προκλήσεων.
  8. Η διπλή, σχεδόν ‘σχιζοειδής’ γλώσσα εξαπλώνεται γενικότερα τροφοδοτώντας το κοινό με ανησυχαστικά όνειρα και ενθουσιαστικές προσδοκίες, ανάλογα βεβαίως με το στόχο και το εκάστοτε θέμα, εναλλάσσοντας τρομώδη και ευεργετικά σενάρια. Παίζεται ένα παιχνίδι προσαγωγής των απλών ανθρώπων σε ένα Τμήμα με εναλλαγή του αιώνιου ‘καλού’ και ‘κακού’ μπάτσου. Στο μεινστριμ λεξιλόγιο που ακούγεται στα πολιτικά και επιχειρηματικά φόρουμ, γίνεται συνήθως λόγο για απειλές και ευκαιρίες, δίχως ποτέ να αποσαφηνίζεται ότι αυτή η παρόλα δεν λέει και τίποτα, ότι είναι μια ασπόνδυλη ρητορεία. Διότι το θέμα είναι πάντα ο συσχετισμός μεταξύ ευεργητημάτων και δεινών και βεβαίως για ποιους, για ποιες κατηγορίες και με τί κοινωνικό, ψυχικό και πολιτικό τίμημα παράγεται το κάθε ‘αποτέλεσμα’. Το challenge του ενός είναι η υποτίμηση, το θάψιμο ή ο κοινωνικός θάνατος του άλλου.
  9. Εφιάλτες επισφάλειας και ακύρωσης (κάνσελ στο επάγγελμα των μεν, στις σπουδές του άλλου, στην προσωπικής ‘αίσθηση αξίας’ εκατομμυρίων ανθρώπων ) προβάλλονται παράλληλα με μπανάλ προγνώσεις για αντικατάσταση του ανθρώπου από όλο και πιο έξυπνα συστήματα. Μια αφήγηση ματαίωσης του ανθρώπινου όντος παίζει με μια αφήγηση υπερενδυνάμωσης και ευφορικής διαβίωσης σε αεροστεγή από παλιές φθορές περιβάλλοντα. Ο σημερινός απόλυτος καπιταλισμός πουλάει πλέον και έναν λουξ ‘κομμουνισμό’ (η ‘εργασία θα γίνει επιλογή’, λέει ο Μασκ και αναρωτιέσαι μήπως μέσα στην ορμή τους θα προσφέρουν και την αταξική κοινωνία του Μαρξ). Στην προοπτική απώλειας θέσεων και ρόλων, φυτρώνουν υποσχέσεις για άκοπη αφθονία και ιαματικά θαύματα. Ίαση από την σωματική αδυναμία, τις ασθένειες, την ίδια, πλέον, τη θνητότητα. Ψυχοπαθείς υπερπλούσιοι υποβάλλονται σε βασανιστήρια για να ζήσουν αιώνια. Η αβέβαιη μελλοντική κατάσταση των πολλών αναζητεί παρηγοριά σε κάποιο άδηλο, εγγυημένο εισόδημα το οποίο προφανώς, εφόσον εκπορεύεται από καπιταλιστικούς ολιγάρχες, δεν θα είναι κάτι περισσότερο από κάποιο επίδομα και προφανώς δεν θα συνοδεύεται από άλλες ρυθμίσεις της παραγωγής και της εργασίας αλλά από τον δεσποτισμό κάποιων χιλιάδων εκλεκτών καινοτόμων με τις φουτουριστικές τους μινι-πολιτείες στο έδαφος, στους ωκεανούς ή (γιατί όχι;) στο Διάστημα. Μια κάστα ‘κυρίων του κόσμου΄ ετοιμάζεται να αναλάβει την πλήρη διακυβέρνηση της ζωής αφού πρώτα συλλέξει και επεξεργαστεί άπειρα δεδομένα της ανθρώπινης κοινωνικής και προσωπικής δημιουργίας.
  10. Η ολιστική βούληση κυριαρχίας, ο πόλεμος, τα καταστροφικά φαινόμενα που σχετίζονται με την κλιματική απορύθμιση και την επέκταση όλων των τύπων οργανωμένου εγκλήματος στις περισσότερες χώρες (ως κομμάτι της εθνικής και της διεθνούς οικονομίας), εξηγούν, ως ενα βαθμό, την ώθηση της κοινωνικής-λαϊκής βάσης προς τα δεξιά. Όταν το απαύγασμα των συστημικών εξελίξεων είναι πως η ιδιοκτησία, ο ανταγωνισμός και η εκμετάλλευση κάθε πιθανής ευκαιρίας αποτελούν το θεμέλιο του ίδιου του Είναι και της Λογικότητας, αυτό προωθεί ήδη στον λαό και ιδίως στα νεότερα άτομα μια οντολογία (της) δεξιάς. Ακόμα και αν υφίσταται ένας διεθνικός πολιτισμός της συμπόνιας για τον αδύναμο -λχ, άνοδος της φιλοζωίας, συμπονετικές και φιλάλληλες χειρονομίες που επιβραβεύονται από εκατομμύρια likes κλπ- ο σκληρός πυρήνας της ζώσας πραγματικότητας εκχωρείται στον ανταγωνισμό για πόρους, τίτλους, κύρος και εικόνα. Παρά την ‘απροσδιοριστία των σκοπών’ (με την οποία έπαιξε για πολύ ο μεταμοντερνισμός ως κομψή πολιτισμική λογική) θριαμβεύει ένας λυσσαλέος αγώνα για απόκτηση χρημάτων και για κατοχύρωση όλων όσων θεωρούνται διαβατήρια για την καλή ζωή, στο βαθμό που στη φιλελεύθερη φαντασία η κυριότητα του εαυτού συνδέεται με την κατοχή αγαθών του εξωτερικού κόσμου, με μια ιδιοκτησιακή προσωπικότητα που αποσπάται από την κοινότητα και επιδεικνύει τους τίτλους της (χρεόγραφα, τίτλους κυριότητες, άφθονα πτυχία κλπ)
  11. Η ανθρωπολογική κατίσχυση της δεξιάς δεν σημαίνει ότι θα είναι η δεξιά με τη συμβατική πολιτική-κομματική έννοια ο νικητής σε όλες τις εκλογικές αναμετρήσεις. Ας ‘καθησυχαστούμε’. Εδώ κι εκεί ενδέχεται να υπερισχύουν εκλογικά και άλλοι πολιτικοί παίκτες και κάποτε μάλιστα με ενδιαφέροντες στόχους κοινωνικής και περιβαλλοντικής δικαιοσύνης. Όμως η δεξιά ενισχύεται πολιτισμικά και στην περιοχή της βαθιάς ιδεολογίας των μαζών. Η πολιτική αριστερά μπορεί να έχει πάντα κάποιες ευκαιρίες πάνω όμως σε στρώματα και συστήματα που έχουν μετατοπιστεί προς τα δεξιά. Το υπέδαφος έχει ναρκοθετηθεί. Για παράδειγμα, η σαγήνη που ασκούν οι πλούσιοι και το glam life-style τους σε μεγάλα τμήματα της gen Z, η σημαντική παρουσία ακροδεξιών ινφλουένσερ, η υποχώρηση και απαξίωση των οικολογικών ευαισθησιών, η έξαψη ενός πρωτόγονου αντι-κομμουνισμού και αντι-φεμινισμού συνοδευμένου από εξωραισμένες «μνήμες» (νοσταλγίες) για χριστιανοφασισμούς και άλλες παραδοσιακά στιβαρές εξουσίες , όλα αυτά δεν συνιστούν επιφανειακές πολιτικές αλλαγές.
  12. Μετά από μια happy hour επιτρεπτική φάση, ο καπιταλισμός των δημοφιλών πλατφορμών στρέφεται όλο και περισσότερο προς ένα μείγμα ατομικισμού του χρήστη-καταναλωτή και νοσταλγίας για πιο κάθετες σχέσεις εξουσίας, τρανούς ηγέτες και πειθαρχικά παραδείγματα. Ανέρχεται και ουσιαστικά πριμοδοτείται αλγοριθμικά ένα φάσμα απόψεων που εκτείνεται από την αποθέωση της [αυτο]εικόνας των ‘εγώ’ μέχρι τον φετιχισμό των ανελεητων ποινών, από το άτομο-επιχειρηματία του εαυτού του στο άτομο που απολαμβάνει ετερο-τιμωρητικές φαντασιώσεις και προσκολλάται σε ισχυρές φιγούρες. Οι trad-wifes προβάλλουν ως πρότυπα απαλλαγμένα από τη »νόσο» του φεμινισμού και τις κριτικές ιδεολογίες της αμφισβήτησης. Εικοσάχρονα στην Ισπανία αναμασούν κατασκευασμένες ειδυλλιακές εικόνες του Χενεραλίσιμο Φράνκο, αυξάνονται οι φιλοφασίστες κάγκουρες στην Ιταλία και στην Ελλάδα είδαμε πλήθος αρνητών της εξέγερσης του Πολυτεχνείου, θαυμαστές του Νετανιάχου κλπ. Τα προτεινόμενα στρατόπεδα για τους πολλούς είνα είτε ένας νέος ατλαντισμός της ρωμαλέα ανακτημένης ‘Δύσης’, είτε ένας απεγνωσμένος φιλορωσικός ‘αντιδυτικισμός’ που ψαρεύει απλώς στα θολά νερά της ήττας του ριζοσπαστικού σοσιαλισμού αφενός και στις ψυχοπολιτισμικές ονειροφαντασίες κάποιων δεξιών κοινών.
  13. . Η πολυπλοκότητα αυτών των κοινωνικών φαινομένων δεν αναιρεί την ύπαρξη σημαντικών ανταγωνιστικών προσανατολισμών. Παρά τη σύγχυση και τις αδιασάφητες πλευρές, αναδύεται ένα χάσμα ως προς βασικές διαθέσεις και συναισθηματικές πολώσεις. Δεν πρέπει να το φανταστούμε ως συγκροτημένη ‘προγραμματικά΄ αντίθεση μεταξύ δεξιάς/ αριστεράς αλλά ως απόκλιση κοινωνικών ομαδων για τη βασική κατανόηση των κοινωνικών τους συμφερόντων και των γενικών οραμάτων τους. Να πως βλέπω αυτή την αντίθεση: ένας ευρύς λαός δείχνει να αποδέχεται ως αναπότρεπτη ή και επιθυμητή την παρούσα ολιγοπωλιακή και ολιγαρχική συγκρότηση της εξουσίας και της κοινωνίας. Και ένας άλλος, μικρότερος λαός δεν μπορεί να συμφιλιωθεί με αυτό το πλαίσιο ως μοναδικό ορίζοντα της σύγχρονης ύπαρξης. Ας πούμε πως έχει διαμορφωθεί ένας κόσμος που αποδέχεται και συχνά υπερασπίζεται με φανατισμό την άνιση ευημερία και ένας άλλος κόσμος που αισθάνεται καλύτερα στο ενδεχόμενο μιας μοιρασμένης αξιοπρέπειας. Δεν συνιστούν δυο ηθικές οντότητες, εμφανίζονται μάλλον ως αποκλινουσες μεταξύ τους ψυχοπολιτικές διαθέσεις που συμβιώνουν διαφωνώντας σε πολλά και συγκλίνοντας πια σε όλο και λιγότερα. Προφανώς έχουν στο εσωτερικό τους αντικρουόμενες εκτιμήσεις και απόψεις για σειρά θεμάτων. Ειδικά (μιας και το έφερε η εποχή) για γεωπολιτικές και κρατικές πραγματικότητες και το ‘με ποιους είμαστε’ σε διάφορα μέτωπα και διενέξεις. Αλλά σε ορισμένα θεμελιώδη συσπειρώνονται στα δυο συναισθηματικο-κοινωνικά ‘στρατόπεδα’. Από τη μια είναι οσοι-ες αποδέχονται και συμμαχούν [με] τις συμβατικές και λαϊκιστικές-ακροδεξιές δυνάμεις του καπιταλιστικού πλέγματος και από την άλλη πολίτες που αναζητούν πάντα πιο εξισωτικές και αντι-ηγεμονιστικές διεξόδους. Οι αντιθέσεις αυτές δεν στεγάζονται πια σε συνεκτικά κοσμοθεωρητικά σχήματα αλλά συγκροτούνται και ανασυγκροτούνται ή αλλάζουν ανάλογα με το εκάστοτε μεγάλο γεγονός της επικαιρότητας. Άμορφα συχνά, υπάρχει διεθνώς ένας λαός του σοσιαλισμού και ένας λαός που συντάσσεται, θαυμάζει, προσδένεται στον κόσμο των πλουσίων και στις ηδονιστικές του υποσχέσεις. Αυτό όμως διαμεσολαβείται και μπλέκεται με πλήθος άλλες μέριμνες, αντιθέσεις, εθνικισμούς και θρησκευτικότητες που το θολώνουν ή το παραλάζουν. Όμως, ακόμα κι αν μελετήσει κανείς σχόλια των social media για τα πιο διαφορετικά φαινόμενα, θα εντοπίσει τις τεκτονικές πλάτες μια δεξιάς και μιας αριστεράς- σαν βλέμματα στον κόσμο που παράγουν πάντα πάθη.

11. Έχει εν πολλοίς συρρικνωθεί η εμπιστοσύνη στο ‘πολιτικό’. Το πολιτικό ως κλασική μεσολάβηση για την απάντηση σε συλλογικά προβλήματα. Για πολλούς λόγους, επίσης, η πλειοψηφία στις κοινωνίες μας δεν θέτει ένα ζήτημα κοινωνικής χειραφέτησης, ούτε το ζήτημα της αλλαγής των παραγωγικών σχέσεων και των καταναλωτικών προτύπων. Αυτή είναι και η μεγαλύτερη αποτυχία των αριστερών δυνάμεων, και εδώ και διεθνώς, ότι ο ορίζοντας μιας άλλης κοινωνικής-οικονομικής συγκρότησης, δεν γίνεται πια ορατός και έχει πάψει να έχει ζήτηση. Ο αντικαπιταλισμός διαθέτει ενδεχομένως μια αόριστη ηθική ελκυστικότητα σε κάποια κοινά [ ως συναισθηματική αντίθεση στον σκληρό ‘νεοφιλελευθερισμό», ως απολαυστική παρακολούθηση σειρών τύπου casa del papel ] αλλά πολιτικά και κοινωνικά είναι περιορισμένος και λίγο πιστευτός. Τα προβλήματα που υπεισέρχονται στη κανονική ζώνη της πολιτικής είναι κυρίως το πως κατανέμονται κάποια κόστη και ωφέλη, ο έλεγχος της υπερβολικής ακρίβειας στα ράφια και η πρόσβαση σε αγαθά και υπηρεσίες. Είναι επίσης ζητήματα αντι-διαφθοράς που περιορίζονται όμως κυρίως στην εντιμότητα των ανθρώπων του πολιτικού προσωπικού και στην ευθυκρισία των δικαστικών αποφάσεων. Δεν απασχολεί ιδιαίτερα ούτε το θέμα-λαϊκή κυριαρχία και της εξάρτησης (ή της λιγότερης εξάρτησης) από μεγάλες δυνάμεις και ιμπεριαλισμούς. Η κ. Γκιλφόιλ διαθέτει fan base. Το δε ζήτημα του ελέγχου και της φύσης της κοινωνικής παραγωγής έχει εξοριστεί από τη συνηθισμένη πολιτική συζήτηση αφού οι ‘κομμουνισμοί’ του εικοστού αιώνα δεν κατόρθωσαν να πετύχουν μια μόνιμη και βιώσιμη εναλλακτική λύση. Η πλειοψηφία δείχνει, με άλλα λόγια, να έχει συμφιλιωθεί με την ιδέα ενός κόσμου όπου τα ιδιωτικά συμφέροντα, η συσσώρευση κεφαλαίου και η κοινωνική επιφάνεια θα έχουν πάντα τον πρώτο λόγο. Αυτό έχει γίνει το φυσικό υπόβαθρο της ζωής των πολιτών και το οποίο δεν τους απασχολεί πλέον γιατί θεωρείται μέρος του απρόσβλητου πυρήνα μιας δεδομένης συνθήκης.

12. Ένας (αυτο)συντηρητικός ρεαλισμός διαπερνά κόσμο από τα δεξιά ως τα αριστερά, ακόμα και αν στην αριστερά συναντούνται πάντοτε στάσεις αντίστασης και μια διάθεση για αντίδραση σε μεγάλες εσωτερικές κσι παγκόσμιες αδικίες. Νομίζω ωστόσο ότι ποτέ άλλοτε δεν είχαμε τόσο μεγάλη απόσταση ανάμεσα στους λόγους που υπάρχουν για να δράσει κανείς (για να υπάρξουν πραγματικές αλλαγές παραδείγματος) και στην υπάρχουσα πολιτική. Τα χάσματα ως προς τον ιδιωτικό πλούτο και τις διάφορες προνομίες γίνονται δυσθεώρητα. Αν συμπεριλάβουμε ένα πλήθος φαινομένων που δείχνουν δομικές βλάβες στο περιβάλλον εξαιτίας της ακρότητας του δεσπόζοντος οικονομικού-πολιτισμικού μοντέλου χρήσης των πόρων, τότε το συμπέρασμα είναι ακόμα πιο θλιβερό: τα υπαρκτά δεινά και προβλήματα έχουν απέναντί τους χλωμούς και απρόθυμους ‘παίκτες’. Και όχι μόνο. Τα παράγωγα του φιλελεύθερου και σοσιαλδημοκρατικού κόσμου μοιάζουν πελαγωμένα ή βυθισμένα σε ρουτίνες και λεξιλόγια μιας άλλης, προ-κρισιακής συγκυρίας. Η παγκόσμια ακροδεξιά μιλάει αντιθέτως τη γλώσσα της κρίσης -δεν την απωθεί- στρέφοντάς την στο ζόφο μιας αποδεκτής και καλοδεχούμενης ανισότητας, ενός κανονικοποιημένου ρατσισμού στο όνομα της αυτοσυντήρησης των εθνών η του μεγαλείου της αποστολής τους ( κινήματα Maga).

12. Κριτήριο για μια εναλλακτική εμπειρία της πολιτικής δεν μπορει να είναι η διαπίστωση ότι ‘ο κόσμος δεν βάζει αυτά τα θέματα’ , δηλαδή το να αποδεχτεί κανεις το σχίσμα ανάμεσα στην κριτική του καπιταλισμού (για απόμακρα, διεθνή) και σε μια απλώς προοδευτική και έντιμη διαχείριση (για το εσωτερικό). Τα σημαντικά ζητήματα όπως η απίστευτη περιβαλλοντική κακοποίηση της χώρας, τα σχίσματα στη μεσαία τάξη και η φορολόγηση των εύπορων μερίδων της, τα εξοπλιστικά προγράμματα κι ακόμα (προσθέτω) το πρόβλημα της ενδημικής » χαμηλής » βίας και των κακοποιητικων συμπεριφορων ή η κρίση στην εκπαίδευση, όλα αυτά είναι ζητήματα που έχουν ανάγκη από μιαδιαφορετική δημόσια φιλοσοφία. Μαζί με τον διάλογο για την αξιοβίωτη ζωή, για το τι συλλογικό προσανατολισμό θέλουμε. Μου φαίνεται αδύνατο να διατηρούμε πια έναν υποκριτικό σεβασμό για όλες τις επιλογές πλην των ανοιχτά φασιστικών ή ρατσιστικών. Όταν διακυβεύονται η εργασία, τα περιβαλλοντικά θεμέλια, τα δικαιώματα πολιτών ή δημοσιογράφων και λειτουργών για μια ζωή μη παρακολουθούμενη από ανεξέλεγκτους μηχανισμούς, όταν οι συλλογικοί μας πόροι φτηναίνουν, τότε χρειαζόμαστε πραγματικά λογοδοτούσες δημόσιες εξουσίες και την κοινωνία με τα ζωντανά κινήματα της, κι ας είναι μειοψηφικά. Μια καινούρια δημοκρατία με θεσμικές και με πολλές άτυπες/πολύμορφες κοινωνικές δράσεις. Με διαφοροποιημένα επίπεδα αναστοχασμού για τις συνέπειες κάθε αλλαγής και απόφασης, από το τοπικό, το ενδιάμεσο μέχρι το κρατικό και πολιτειακό. Η Γ’ Ελληνική Δημοκρατία και οι ιδεολογίες της, τόσο ο εθνικολαϊκός προοδευτισμός όσο και οι εκσυγχρονιστικές-νεοκαπιταλιστικές εκδοχές προσαρμογής, δεν έχουν να πουν κάτι για το σύνθετο πολιτικό, κοινωνικό και πολιτισμικό πρόβλημα της χώρας.

13. Τι μπορούμε να κάνουμε -και ως δημόσιοι διανοούμενοι ή πολιτικά ενεργοί άνθρωποι- αν, όπως λέγεται, ‘ο πολύς κόσμος’ δεν θέτει τα ερωτήματα που κρίνουμε ότι πρέπει να μας απασχολούν σήμερα; Τι κάνουμε αν, με άλλα λόγια, μια πιο απαιτητική απορία για την κατάσταση των δημόσιων πραγμάτων και την ευρύτερη πολιτισμική και πολιτική συνθήκη δεν αγγίζει το μεγάλο κοινό; Ας πούμε, τα κλιματικά και οικολογικά ζητήματα πατώνουν στις έρευνες. Ενω παραπέμπουν σε κάτι επώδυνα επείγον, φαντάζουν σαν τριτεύουσας πράγματα που μπορεί να περιμένουν. Και αν δεν βρίσκονται χαμηλά, θεωρούνται πάντως πολύ λιγότερο επείγοντα και από το αν ένα τραγούδι μιλούσε την σλαβομακεδονική ή από το αν θα κάνει τελικά κόμμα η Μαρία Καρυστιανού. Πως πολιτευόμαστε πρόσωπα και φορείς δημόσιας γνώμης και κρίσης αν, με άλλα λόγια, το κάδρο των επίσημων συζητήσεων και οι εθνικές έγνοιες δεν ανταποκρίνεται σε όσα επισημαίνουν οι κριτικές θεωρίες της δημοκρατίας; Αν οι άνθρωποι προσπαθούν απλώς να επιβιώσουν, να βρουν λίγη ευτυχία και να ανακουφιστούν, δίχως να εντάσσουν τους εαυτούς τους σε πιο ζόρικους προβληματισμούς για το παρόν και το μέλλον; Άλλωστε όλοι σχεδόν έτσι κάνουμε, ιδίως όταν πρέπει να απαντήσουμε σε πιο άμεσες, πρακτικές ερωτήσεις. Απαντώ: η δική μου αίσθηση είναι ότι δεν έχει να προσφέρει κάτι η εσπευσμένη προσαρμογή της ανάλυσης και του δημόσιου στοχασμού στα πλαίσια που προδιαγράφει ο (αυτο)συντηρητικός ρεαλισμός. Γιατί, πλέον, ένας συντηρητικός ρεαλισμός δεν μπορεί να βοηθήσει ούτε σε απλές μεταρρυθμίσεις. Αυτό δηλαδή που πολλοί βγάζουν ως συμπέρασμα από τη σχετική ατροφία πιο ριζοσπαστικών ερωτημάτων και αγωνιών στην κοινωνία, μου φαίνεται πια μεγάλο λάθος: το να επικυρώνει κανεις, πολιτικά, ένα ελάχιστο προγραμμα συμπληρωμένο απλώς με συμπαθή, ενάρετη ρητορεία του τύπου ‘αυτός τουλάχιστον δεν θα σας κλέβει’. Αντιθέτως, θα έπρεπε να σκεφτούμε ότι μια αριστερή πολιτειακή μέριμνα πρέπει να επιμείνει περισσότερο στη σύνδεση των επιμέρους με το συνολικό πλαίσιο. Να μην υποκύπτει σε έναν πρόχειρο εμπειρισμό που απαντά απλώς στις συσπάσεις της επικαιρότητας δίχως να προσφέρει κανέναν ορίζοντα προσδοκιών. Σε συνθήκες με τόσες ανορθόδοξες συγκρούσεις και επιστροφή στους στρατιωτικοπολιτικούς σχεδιασμούς, είναι εξαιρετικά δύσκολο να σταθεί πολιτική οπτική που δεν θέτει τη συστημική διάσταση της κυριαρχίας και της χειραφέτησης και απλώς δανείζεται από τον φιλελεύθερο νομικισμό ή αρκείται στον συμβατικό αναδιανεμητικό λόγο. Αλλωστε και οι συντηρητικές και κεντρώες κυβερνήσεις σήμερα κάνουν μια μορφή αναδιανομής με όρους διαθέσιμων επιδομάτων και περιοδικών διευκολύνσεων σε ομάδες και κατηγορίες. Όταν πάντως έχεις γύρω σου έναν χορό τεράτων, δεν είναι δυνατό να προσεγγίζεις τα πράγματα σαν να ζεις σε ‘κανονικούς’ καιρούς.

12. Το σχήμα μιας οικολογικής και κοινωνικής Πολιτείας.

Η οικολογική και κοινωνική Πολιτεία [Res Publica] δεν μπορεί να είναι μια κάπως πιο ευαίσθητη στα κοινωνικά και περιβαλλοντικα θέματα, φιλελεύθερη/ελιτίστικη δημοκρατία. Η συμβατική φιλελεύθερη δημοκρατία έχει γίνει πια ένα σχεδόν αδειανό πουκάμισο, αφού όσα πολύτιμα ακόμα διατηρούνται από αυτήν, τα εγγυώνται μεμονωμένοι, αξιοπρεπείς θεσμικοί παράγοντες, κάποιοι γενναίοι άνθρωποι των Ανεξάρτητων Αρχών και οι μάλλον ανορθόδοξες φωνές από κινήματα και ενεργές συλλογικότητες. Όσα θετικά φέρνει η συμβατική δημοκρατία εμψυχώνονται από φωνές που δεν εγκωμιάζουν τις ‘δημοκρατίες μας’ αλλά αφυπνίζονται για όσα αθετούνται, γκρεμίζονται, αποδομούνται. Η οικολογική και κοινωνική Πολιτεία προϋποθέτει αισθητές και ουσιαστικές μεταστροφές στο επίπεδο των αρχών και των πρακτικών, πέρα από το μοντέλο της κακοχρησίας και του διεφθαρμένου ‘φιλελευθερισμού’ των προυχόντων. Ως μαχόμενη πολιτική κοινότητα οφείλει να δυσκολέψει τη ζωή και τις δραστηριότητες των εκμεταλλευτικών και αντι-συλλογικών συμφερόντων σε κάθε πεδίο πολιτικής. Διεθνώς, άλλωστε, χρειάζεται πια μεγάλες συγκρούσεις με τις δεσπόζουσες εξορυκτικές νεοαποικιακές φιλοσοφίες όπως και με μια κοινωνικά αδιάφορη ή σύμμαχο των μονοπωλιακών συμφερόντων τεχνοεπιστήμη. Σε έναν κόσμο πεπερασμένων αγαθών, η οικολογική και κοινωνική Πολιτεία είναι εν δυνάμει ένας σοσιαλισμός των ορίων που απαιτεί σχεδιασμό και κοινωνική συμμετοχή στις μεγάλες αποφάσεις. Αυτές οι αποφάσεις, πολιτικά μιλώντας, αποκλείεται να είναι αμοιβαία επωφελείς για όλους-ε, για θύτες και θύματα, για τους υπαίτιους και για εκείνους που υφίστανται τις συνέπειες της προνομιακής θέσης των άλλων. Η οικολογική και κοινωνική Πολιτεία είναι φυσικά μια πολιτική ιδέα που απευθύνεται και έχει ανάγκη διαφορετικές ευαισθησίες, γραμμές σκέψης και γενιές. Ενθαρρύνει όμως ένα κοινό πλαίσιο αρχών: την ίση ελευθερία σε συνθήκες οικολογικής ηπιότητας και κοινωνικής δικαιοσύνης. Δεν υπόσχεται όμως και την ελευθερία των κακοποιητών και την ελευθερία των δεινοπαθούντων όσο την προστασια των όρων της συλλογικής ζωής. Στην κοίτη της οικολογικής και κοινωνικής Πολιτείας συμβάλλουν όλες οι φιλοσοφίες και τα σχέδια που έχουν ως αντίπαλό τους την ύβρι: την οικονομική βία, την έμφυλη αδικία, την κοινωνική και ταξική περιφρόνηση, την υποτίμηση της συλλογικής ασφάλειας.

13. Η σκέψη και ιδίως οι κοινωνικές και ανθρωπιστικές επιστήμες, όσο κρατούν απόσταση από τον επιστημονισμό και τις βαρετές νόρμες του επιχειρηματικού πανεπιστημίου που έχουν τιναχτεί άλλωστε στον αέρα από την ai, μπορεί να προσφέρουν πολλά και καλά γνωστικά εφόδια για τον κοινωνικό μας κόσμο. Κανένα όμως επιστημονικό και διανοούμενο project δεν μπορει να γεννησει έναν λαό που ελπίζει, μια κοινωνικοπολιτική βούληση να για ‘να γίνουν αλλιώς’ τα πράγματα. Όσοι-ες γράφουμε συνδέοντας την τρέχουσα ύλη της πολιτικής με πιο μεγάλα και απαιτητικά ζητούμενα, δεν πρέπει να έχουμε ψευδαισθήσεις. Στην ζωή μας αρχίζουμε από τα μικρά και ορατά πράγματα. Οι καθολικές έννοιες αποκτούν ζωή μέσα στις μερικές, αποσπασματικές, εύθραυστες συναντήσεις μας με ανάγκες, επιθυμίες και στόχους του παρόντος. Όμως δίχως μια συστημική αναφορά, δίχως κάτι που να συστεγάζει τα μικρά και επιμέρους, όλα αυτά μπορεί να χαθούν στα επιδόματα των κυβερνήσεων ή στις μικροκομματικές μάχες και στους ανταγωνισμούς προσωπικοτήτων στα κόμματα. Ο ριζοσπαστισμός δεν έχει πραγματικές δυνατότητες ως αφηρημένος και ‘ιερατικός’. Ούτε όμως ο μεταρρυθμισμός μπορεί να αποφύγει τη μετριότητα και τις ήττες, όταν τον καταπίνει η προσωποκεντρική ή μικροκομματική τακτική και η γενικολογία της αποφυγής των συγκρούσεων. Στο τέλος καιροφυλακτεί ένας ριζοσπαστικός συντηρητισμός, δηλαδή η ‘ανορθόδοξη’ και κινηματική επιδίωξη πολύ συμβατικών σκοπών και η παλινόστηση παλαιοκομματικών ηθών μέσα από τον υποθετικά φρέσκο άνεμο του ακομμάτιστου και του αυθεντικού. Εναλλακτικη πολιτική διχως θεωρητικό πλαίσιο που θα βοηθά στην κριτική κατανόηση των φαινομένων, δίχως κάποιο προσανατολισμό βάθους δεν μπορεί να υπάρξει.

14. Οι περισσότερες προσεγγίσεις που διακινούνται γύρω μας αναφέρονται στον ατομικό καταναλωτή και στο τι έχει να χάσει ή να αποκομίσει από την μια ή άλλη εξέλιξη. Αυτός ο τύπος προσέγγισης είναι εξαιρετικά επιπόλαιος και επικίνδυνος. Γιατί κάνει πως αγνοεί αν δεν συσκοτίζει το πλαίσιο της παραγωγής και το ΄ποιος’ ‘μας αφαιρεί ή μας προσθέτει δυνατότητες, πόρους, ευκαιρίες. Είναι γνωστό πως πολλές δικτατορίες και ακόμα και ο εθνικοσοσιαλισμός ‘εδιναν πράγματα’ στον κόσμο: έργα, τεχνική πρόοδο, πρόσβαση σε κοινωνικές υπηρεσίες. Η σκοπιά του απολιτικού καταναλωτή αγαθών και υπηρεσιών δεν μπορεί να είναι ο κριτής ενός φαινομένου που αφορά την παραγωγή ή τον χαρακτήρα της εξουσίας. Λχ. η ταλαιπωρία του καταναλωτή από μια απεργία ή η δυσαρέσκεια του κατοίκων των πόλεων από τις αγροτικές κινητοποιήσεις κλπ. δεν είναι ασφαλή κριτήρια για να προσεγγίσει κανείς το κοινωνικό, πολιτικό και οικονομικό νόημα των κινητοποιήσεων μιας κατηγορίας παραγωγών. Το ίδιο και περισσότερο ισχύει και για τη σκοπιά του ατομικού χρήστη ψηφιακών υπηρεσιών. Δεν μπορεί να συζητούμε την εξουσία σε έναν τρόπο παραγωγής ρωτώντας απλώς τις ατομικές μας ικανοποιήσεις ή δυσχέρειες: η προτεραιότητα πρεπει να δοθεί στο ποιοι είναι οι όροι και το πλαίσιο της κοινωνικής παραγωγής (για να λάβουμε θέση και για επιμέρους τεχνολογίες) και όχι στο αν ένα τεχνούργημα διευκόλυνε τον έναν ή άλλον (κι εμάς). Όταν ο πλανήτης γίνει επιτέλους αντιληπτός ως εύθραυστη ολότητα που αποτελείται από επιμέρους ευπαθή συστήματα, δεν μπορεί να έχει προτεραιότητα η σκοπιά του ατόμου και μάλιστα ενός εξιδανικευμένου δυτικού, ατομικιστικού εαυτού. Αυτός ο εξιδανικευμένος μεσοαστικός εαυτός δεν μπορεί να αντιστοιχηθεί σε έναν κόσμο όπου τα όρια έχουν σημασία και δεν είναι »απλώς για να τα ξεπερνάς» όπως έλεγαν οι διαφημίσεις των ΄90ς. Η ριζοσπαστική οικοπολιτεία ενθαρρύνει έτσι μια επίπονη, συλλογική διερώτηση για το τι αξίζει να επιχειρηθεί ή να μην επιχειρηθεί, ανεξάρτητα από το αν μπορούμε να το επιτύχουμε. Οτιδήποτε γίνεται εφικτό τεχνικά δεν είναι απαραίτητο ότι οφείλει να περάσει στην πράξη. Στο επιχείρημα ότι ο ανταγωνισμός των τρίτων επιβάλλει την διαρκή επιτάχυνση και την μη κρίση (ως πολυτέλεια που μας καθηλώνει), η απάντηση είναι ότι δοκιμάζεις να αλλάξεις τα κριτήρια της ‘επιτυχημένης’ κοινωνίας, της καλής κοινωνίας. Αν έχει ένα νόημα η κλασική αρχή της διαφωτιστικής νεωτερικότητας ειναι αυτή: ο πολιτικός μας βίος δεν μπορεί να είναι Μηχανή – προσαρμογή σε μηχανιστικές αιτιότητες- αλλά πολιτική ελευθερία, δηλαδή συνειδητή παρέμβαση στους όρους της αναγκαιότητας, στα ‘δεδομένα’ πλαίσια. Το δεδομένο δεν ισχύει ως φυσικός ή θεολογικός νόμος. Και η ελευθερία να πεις όχι – ειτε ως πρόσωπο είτε ως συλλογικότητα- είναι πλέον προϋπόθεση κάθε πολιτισμού της χειραφέτησης ή ακόμα και μιας πολιτείας που δεν θα προκαλεί ντροπή και περιφρόνηση.