για τον πατέρα μου Αλέξη Σεβαστάκη
Στη διάρκεια μιας περιήγησης στο ψηφιοποιημένο τμήμα του Αρχείου των ΑΣΚΙ, έπεσα πάνω σε ένα φύλλο της εφημερίδας ΦΛΟΓΑ. Όργανο του Συμβουλίου της ΕΠΟΝ Σάμου και Ικαρίας, φύλλο της 20ης Ιουνίου 1946. Στη δεύτερη σελίδα, πάνω δεξιά, συναντώ το ‘το τραγούδι του Επονίτη’, ποίημα που φέρει την υπογραφή: Αλέξης Σεβαστάκης. Το αντιγράφω με τη διάταξή του:
Δε ξέρω πως και μέθρεψε της πέ
τρας η δροσιά
και του βουνού το μούγκρισμα στο
πιο βαρύ δρολάπι,
Τότε που λέφτερα ζεσταίναμε χυ
μους στην άγουρη καρδιά
και στις θυσίες βαδίζαμε σεμνοί και
φως γεμάτοι
Της Γενιάς μου κλειώ στις φλέβες
τους καυμούς
Για κάθε που τραγούδησα στα φλο
γισμένα δάση
Είναι λεπίδι δύναμης δύναμης τα μάτια μου
κι ο νους
του λυτρωμού η λαχτάρα ΄μου’ το φέγγος
έχει φτάσει
Ένα χρόνο πριν, το όνομα Αλέξης Σεβαστάκης, έχει εμφανιστεί με την ιδιότητα του διευθυντή της εφημερίδας ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΣΑΜΟΣ που παρουσιάζεται ως ‘όργανο της περιφερειακής επιτροπής της αγροτικής οργανώσεως Σάμου, Τμήμα Αγροτικού Κόμματος Ελλάδος΄ και ακολούθως ως ‘όργανο του αγωνιζόμενου λαού’ . Πάνω ακριβώς από τον τίτλο ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΣΑΜΟΣ διαβάζουμε ένα τρίπτυχο σύνθημα: Ελευθερία, Δημοκρατία, Κοινωνική Δικαιοσύνη.
Ένας εικοσάχρονος που τα προηγούμενα τρία χρόνια είδε τη ζωή του να μεταμορφώνεται –μαζί με την εμπειρία του τόπου του, την ιστορία της χώρας και του κόσμου όλου– επιστρέφει στο νησί και αρχίζει αμέσως να ‘ανακατεύεται’. Έχει μεσολαβήσει η ομάδα στο βουνό, το πέρασμα με βάρκα στην Τουρκία, τα Ιεροσόλυμα, η Αίγυπτος, τα σύρματα στο Κεμπέιτ του Σουδάν. Λίγο μετά θα ξεκινήσει ο εμφύλιος στη Σάμο και ο Κώστας Γρυδάκης, αρχηγός της αντάρτικης ομάδας όταν πρωτοανέβηκε ο Αλέξης (μαθητής ακόμα) στον Κέρκη, θα του δηλώσει: ‘Καλύτερα να σπουδάσεις. Εκεί είναι η θέση σου!’. Σαν να γνώριζε καλά την πορεία και το τέλος, θέλησε να σώσει τη ζωή του νεαρού.
Αυτός ο νέος, που διαβάζει Παλαμά και Γληνό, εγκαινιάζει τη ζωή του στη δημόσια γραφή βεβαιώνοντας την καταγωγή του αφού τον ‘έθρεψε της πέτρας η δροσιά’ και του ‘βουνού του μούγκρισμα’. Από τη μια η ειρήνη του χωριού από την άλλη το βουνό, παρουσία δισυπόστατη ανάμεσα στη φύση και στην Ιστορία, στις προαιώνιες ασχολίες των ανθρώπων του και στις πυρκαγιές μιας μάχης που γινόταν ένα πλαίσιο ζωής και όχι κάτι έκτακτο και περαστικό.
Μια δεκαετία μετά το ποίημα στη Φλόγα, τριαντάρης πλέον, εγκαθίσταται στο σπίτι της παραλιακής οδού του Καρλοβάσου. Παντρεμένος με την Καίτη που προέρχεται από άλλον κοινωνικό, βιωματικό ορίζοντα, έναν ορίζοντα πιο αστικό, σε απόσταση από τα βουνά και την αγροτική εμπειρία. Η Καίτη, πιο μοντέρνα, ο Αλέξης πιο ‘παραδοσιακός’, αν και οι δυο τους έχουν επιλέξει μια ιδεολογική και πολιτισμική τροχιά που τους βγάζει έξω από τη συμβατική σφαίρα του επαρχιακού συντηρητισμού. Όπως ξέρουμε και από άλλες κοινωνίες, την ιταλική, ας πούμε, ο κομμουνισμός των λογίων ήταν μια εκδοχή του να είσαι μοντέρνος ερχόμενος σε ρήξη με τα κεκτημένα και τα δεδομένα μιας κοινότητας και ενός πιο περιορισμένου ορίζοντα.
Επιστρέφοντας, όμως, στο έργο του Αλέξη, βρίσκω παραλλαγές της ίδιας θεμελιακής ιδέας που πιστεύω πως κατοίκησε μέσα του έως τέλους: είναι, όπως έχει δηλώσει και στις συνεντεύξεις του, η ιδέα της αντίστασης στην εξουσία ή, όπως δοκιμάζω να το ανασχεδιάσω εδώ, μια ηθική της αξιοπρέπειας που θα τη συνδέσει με την μη αποδοχή των τετελεσμένων, δηλαδή με το άνοιγμα σε καινούριες δυνατότητες της πράξης και του νου.
Με αυτή την ηθική της αξιοπρέπειας ως θέληση για αντίσταση θα επιλέξει να πολιτευτεί, να υποστεί, ως γνωστό, τις συνέπειες των πολιτικών του επιλογών αλλά και να δοκιμαστεί σε διαφορετικά συγγραφικά πεδία. Όλα του σχεδόν τα θεατρικά, τα διηγήματα και τα μυθιστορήματα εξερευνούν μορφές καθυπόταξης, αντίστασης, κοινωνικές και διαπροσωπικές σχέσεις που στήνουν παγίδες στους ίδιους τους μετέχοντες, στα θύματα αλλά και στους θύτες. Θυμάμαι πως κάποια στιγμή ανέφερε ότι ένας Αθηναίος κριτικός τον είχε ρωτήσει αν στο θέατρό του είχε επηρεαστεί από τον Πολωνό Σλαβομίρ Μρόζεκ, ενώ ο Αλέξης δεν είχε ιδέα για τον συγκεκριμένο συγγραφέα. Κατά ένα τρόπο όμως, η απορία αυτού του κριτικού δεν ήταν άστοχη: οι Πολιορκίες, για παράδειγμα, θα μπορούσαν να είχαν γραφτεί για κάθε εμπειρία (κατά)διωκόμενου υποκειμένου, για κάθε πλαίσιο ψυχοπολιτικής καταστολής, με ενθέσεις μαύρου χιούμορ και πολλά στοιχεία παραλόγου. Ιδίως η θεατρική του γραφή είναι μια ανάμιξη κοινωνικού ρεαλισμού και παράλογου, αμάλγαμα που νομίζω πως ήταν κάτι ισχυρό στην όλη πνευματική και πολιτική μαρτυρία του Αλέξη.
2
Δεν είναι βέβαια η μοναδική θεματική στο έργο του. Ακόμα όμως και στην ιστοριογραφία του αναγνωρίζει κανείς τη λάμψη της αντιστασιακής ιδέας που, στην ουσία, υπήρξε ένας από τους υπαρκτικούς αρμούς μιας γενιάς.
Αυτή η ηθική της αντίστασης ως κατά βάση ανατρεπτική κλήση, είχε επίσης και μια άλλη, πιο απρόβλεπτη, όψη. Στο μυθιστόρημα ο Ύπνος έφευγε προς τον ουρανό περνά σε πρώτο πλάνο μια διαφορετική μυθολογία του βουνού: το μαγικό, ονειρικό, παγανιστικό σχεδόν υπόστρωμα. Μια εκστατική σχέση με ονόματα, ιστορίες, τόπους, μοιάζει να ξεκλειδώνει άλλες δυνατότητες της γλώσσας που συχνά «καταπιέζονταν» από τον πολιτικό θυμό.
Ήταν όμως μεγάλο το βάρος της Ιστορίας για τη νεότητα εκείνης της γενιάς, της πρώτης μεταπολεμικής, αν και, λογοτεχνικά, ο Αλέξης θα συγκροτηθεί από τις αρχές της δεκαετίας του ΄60 και ύστερα. Η πρόωρη ωρίμανση συνόδευε μια ακυρωμένη νεότητα ως πεδίο σχετικής ανεμελιάς με τα απανωτά χτυπήματα από το εμπόλεμο βίωμα, τη στρατοπεδική συνθήκη, τις βιοποριστικές δυσκολίες και τους φόβους. Θα υπάρξει φυσικά η υπέροχη, σύντομη Άνοιξη του ΄60 και ξανά τα πράγματα θα σκοτεινιάσουν στη δικτατορία για να απελευθερωθούν δυνατότητες και νέα πλάνα ζωής (με διαφόρους τρόπους) στις δεκαετίες της μαζικής δημοκρατίας μετά τη Μεταπολίτευση.
Αναλογίζομαι πως πολλές φορές η δημόσια εικόνα και τα στερεότυπά της (αναπόφευκτα, ως ένα βαθμό) φανερώνουν μόνο τον Αλέξη Σεβαστάκη ως μαχόμενο πολίτη στις διάφορες εκφάνσεις του: τη δικηγορική, τη συγγραφική, την πολιτική κι ακόμα και την ερευνητική/ ιστορική.
Οι άλλοι τόποι του βίου παραμένουν δικοί μας, αφορούν τη εγγραφή ενός πατέρα στα παιδιά και στη γυναίκα του. Μια παρουσία και μια απουσία. Την εναλλαγή της αυστηρότητας με μια υπόσκαφη τρυφερότητα όπως συμβαίνει σε κάποια διηγήματα του Τσέχωφ (πολλές εκδόσεις του Τσέχωφ και Ρώσων κλασικών στοιβάζονταν στη βιβλιοθήκη του). Τόσα χρόνια μετά τον θάνατό του, που ήταν αναπάντεχος και γι’ αυτό πιο βίαιος και επώδυνος για μας, πλησιάζω προς το πρόσωπο του Αλέξη έχοντας, ελπίζω, καταλάβει καλύτερα το ‘διάβημά’ του, τη στάση του. Τα λόγια και τις σιωπές του. Εννοώ εδώ τη θεμελιώδη κλίση του μέσα στην τροπή των πραγμάτων. Θα την όριζα λοιπόν αυτή τη θεμελιώδη κλίση ως αίσθηση δικαιοσύνης που συμβίωνε με έναν πιο μυστικό ορίζοντα «χωρικής» εγκαρτέρησης. Το αγροτικό υπόβαθρο έβγαζε κάτι πετρώδες, μια στέρεα σχέση με τον λόγο, την πράξη και τις υποσχέσεις. Αυτή η στερεότητα θα μπορούσε, αν έλειπαν τα πνευματικά ανοίγματα και η τρυφερότητα, να γίνει καταπιεστική για τους άλλους. Να γίνει κάτι σαν ασκητικός δογματισμός. Ίσως, κάποιες φορές, να πλησιάσαμε στον κίνδυνο. Υπήρχε μια τέτοια διάσταση στον ‘σταλινισμό’ των παλαιών. Ο πατέρας μου βγήκε από μια εποχή όπου η ανδρική κυριαρχία δεν είχε αμφισβητηθεί επί της ουσίας, παρά το ότι είχε στο πλάι του μια αυτοδύναμη πνευματικά και πολιτικά προσωπικότητα, την Καίτη.
Αίσθηση δικαιοσύνης και ταυτόχρονα η ελευθερία του ονείρου, της επιστροφής στην απωθημένη παιδικότητα. Στις αφηγήσεις του υπήρχαν πολλές επαναλήψεις, οι ίδιες πάνω-κάτω ιστορίες, κάποια πρόσωπα που είχαν γίνει ιερά και σύμβολα για μας. Ο Τούρκος που περνούσε από τα Σακκουλέικα και όταν μεθούσε έλεγε: ‘απ’ έξω Γιάννη, κι από μέσα Χασάνη’. Η θανάσιμη μονομαχία του σκύλου και του τσακαλιού μέσα σε μια χαράδρα (με θεατές όλο το χωριό). Μεσοπολεμικοί νέοι με καπέλα μπαγιασόν συνδρομητές σε βενιζελικές εφημερίδες (ένας ήταν ο παππούς μου, ο Δημήτρης). Ένα ζευγάρι που έσβησε από την πείνα και ο άνδρας ονειρευόταν βραστό χαρούπι και τηγανητά κρεμμυδάκια. Ο άνθρωπος που βγήκε πάλλευκος από το ταβάνι του σπιτιού όταν έληξε ο εμφύλιος (είχε γλιτώσει τη ζωή του) και απο τότε πήρε το όνομα ‘Ταβανάς’.
Κόσμοι εξαφανισμένοι, συρρικνωμένοι ή μάλλον αλλοιωμένοι (όπως πιστεύω) από τη φαντασία του δημιουργού τους: στο ενδιάμεσο ζωής και μυθοπλασίας.
3
Νιώθω ότι έπρεπε να ζήσει τουλάχιστον μια δεκαετία ακόμα. Γιατί το 1999 και όχι το 2010 ή και αργότερα; Ο Τίτος Πατρίκιος, σχεδόν συνομήλικος (το ‘27 γεννημένος) είναι δρων και ακμαίος. Ο Δημήτρης Ραυτόπουλος, πιο κοντά ακόμα (το ΄26 αυτός) έφυγε από τη ζωή πολύ πρόσφατα γράφοντας και παρεμβαίνοντας μέχρι τους τελευταίους μήνες της ζωής του. Πιάνω τον εαυτό μου – και τα αδέλφια μου επίσης – να κάνω αυτή τη σκέψη που, όπως και αν το δει κανείς, δεν έχει πολύ νόημα.
Η ζωή του γράφτηκε, υπήρξε, πέρασε. Στάθηκε περισσότερο στα ‘όχι’, στην εναντίωση, στο πάθος για δικαιοσύνη. Είχε όμως μαζί της αυτή η ζωή και ένα μεγάλο, πολύπλοκο υφαντό σχέσεων με τη γη, τα παιδιά του, τον ορίζοντα, το γέλιο. Ναι, γελούσε πολύ και δάκρυζε σκαλώνοντας πάνω σε κάποια ιστορία του, ακόμα και αν αυτή ήταν από τις μέρες της εξορίας στο Παρθένι ή από το βουνό.
Αυτό το γέλιο, μετά την φέτα το καρπούζι με το τυρί (που λάτρευε), έρχεται και με επισκέπτεται ακόμα δεκαετίες μετά το καλοκαίρι της απώλειας. Υπήρξε σπουδαίος άνθρωπος, η μνήμη όμως διαλέγει εκείνα τα σημάδια, τους ήχους και τις στιγμές που ήταν η ταπεινή σάρκα της καθημερινότητας μαζί του.