Υπάρχει ακόμα κάποια πολιτική φαντασία; Ή όλο και περισσότεροι-ες έχουν βαρεθεί πρόσωπα, πράγματα, λεξιλόγια, συνθήματα, φροντίζοντας απλώς να βγει η μέρα τους, να επιλύονται καθημερινές εκκρεμότητες και μικρά πλάνα;

Ας πούμε πως η συνθήκη γενικότερα – εντός και εκτός χώρας- είναι αυτή των συνεχών προκλήσεων και ‘ατυχημάτων’ που αναστατώνουν, μέρα τη μέρα, το κυρίαρχο διαχρονικά είδωλο των ιδιωτών στις φιλελεύθερες δημοκρατίες: μια κάποια κανονικότητα.

Προφανώς,ρουτίνες υπάρχουν, ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού ζει ή καμώνεται πως ζει σε απόσταση από την περιρρέουσα ‘τρέλα’ η οποία αναστατώνει τη διεθνή σκηνή και τα μεγάλα γεγονότα. Αυτό άλλωστε έχει γίνει και η μοναδική υπόσχεση της κυβερνητικής πλειοψηφίας: εμείς θα διατηρήσουμε ένα περιβάλλον σχετικής ηρεμίας μες στο γενικό χάος.Ας μην υποτιμούμε τήν υπαρξιακή ισχύ της ιδέας του σχεδόν ‘απάνεμου’ λιμανιού σε έναν κόσμο τρικυμίας. Κάθε Βενεζουελα και Ιράν, κάθε βόμβα που πέφτει και την βλέπουμε ως είδηση στις οθόνες, κάθε Γάζα ή Σουδάν, λειτουργούν και ως υπόρρητη δήλωση στήριξης στο ‘μικρότερο κακό’.

Συνήθως, η πολιτική φαντασία δεν αναπτύσσει προωθημένους στόχους όταν βασιλεύει ένα κλίμα μουδιασμένης σαστιμάρας από τα σημεία και τέρατα του κόσμου μας. Αυτό που ανέρχεται αντιθέτως είναι η τάση για ακολουθητισμό, για σοφτ σωτηριολογίες. Αναζήτηση:

  • σε ηγετικές φιγούρες, προσωπικότητες, ‘χαρακτήρες’
  • στον (διά πάσαν νόσο) εθνικισμό (από τα αθλητικά ως τις φρεγάτες)
  • στον δικανισμό, δηλαδή σε μια αντίληψη για τη δικαιοσύνη που ‘θα βάλει τον καθένα στη θέση του’
  • τέλος, σε μια χαιρέκακη προσχώρηση του ατόμου στις χειρότερες τάσεις της εποχής: ρατσισμό, ενθουσιώδη τραμπισμό, δίχως ενδοιασμούς υποστήριξη σε εκκλήσεις για την απαγόρευση της αριστεράς, συνηγορία της πιο αυστηρής καταστολής κλπ. Κάτι σαν ψυχοσυναισθηματική ένωση με την Αστυνομία και μάλιστα με τις ειδικές δυνάμεις και τις ρομποκόπ εκδοχές τους είναι πια μόδα πιο ισχυρή από την κλασική γοητεία που ασκούσε ο ‘παράνομος’.

Πέρα από την άνοδο ενός δεξιόστροφου αυταρχισμού, ανησυχητική είναι η υπερβολική βαρεμάρα. Ελάχιστοι-ες κάνουν τον κόπο να διαβάσουν ένα πρόγραμμα, ένα λίγο μεγαλύτερο άρθρο, μια ανάλυση. Οι σωρευμένες κακοτυχίες ή αθετήσεις των προηγούμενων χρόνων έχουν γεννήσει ένα νέο τύπου ‘αριστερού’ κοινού (αντιδεξιού, μάλλον) που στρέφεται με μένος κατά κάθε ‘θεωρίας’ και κρίνει ανελέητα καθετί που δεν προσφέρει μια δια μαγείας, άμεση ανακούφιση από τα πολιτικά και κοινωνικά δεινά. Η πολιτική συγκεντρώνεται σε να ‘φύγει ο ένας’ να ‘έρθει ο άλλος’. Ένας πραγματισμός που έχει χάσει την υπομονή του τρέφεται από την κόπωση και τις πολλαπλές ήττες. Το φαινόμενο δεν είναι μόνο ελληνικό.

Πάνω στην αλλεργία για τις ιδέες και τις ‘θεωρίες’ παίζει πολύ η ρητορική για τις θεραπευτικές ιδιότητες των προσώπων που θα ΄πάρουν πάνω τους’ το παιχνίδι και θα δώσουν διέξοδο.

Κολοβός πραγματισμός, ηγετο-νοσταλγία, αντιπάθεια για αυτό που διάφοροι ονομάζουν ‘μακρινάρια’ τα οποία ‘μας μπερδεύουν’, διαρκής καχυποψία για οτιδήποτε δεν φέρνει delivery μια λύση, μια ανακούφιση. Και μέσα σε αυτόν τον χορό ακυρωμένων συναισθημάτων κάποιες νησίδες καλής πίστης, αξιέπαινα αγωνιστικά υποκείμενα, πολιτικοποιημένοι ανθρωποι από την αναλογική εποχή, νεότεροι που δοκιμάζουν μια κάποια στράτευση (υπάρχουν), κείμενα θέσεων με ενδιαφέρον που ελάχιστοι θα τους δώσουν σημασία.

Πάντως, ένας τραμπισμός αλά ελληνικά είναι παρών και είναι το σύνολο όλων αυτών των συμπτωμάτων. Ελέγχεται ακόμα γιατί οι μεγάλες ηλικίες κρατούν τη δεξιά σε μια περίμετρο ‘συντηρητική’ και όχι ριζοσπαστική-νεοφασιστική.