Σε ένα πρόσφατο σύντομο βίντεο, ο ιστορικός Τίμοθυ Σνάιντερ, μιλώντας για το πως θα έπρεπε να σκεφτούν οι Αμερικανοί τη χώρα μετά τον Τραμπ, αντιδιαστέλει ανάμεσα σε δυο εκδοχές: η μια μιλά για επισκευή (repair) ως αποκατάσταση, αυτό που διάφοροι στη δική μας χώρα αποκαλούν ενίοτε ‘επιστροφή στην κανονικότητα’. Ο Σνάιντερ, συγκλονισμένος από όσα συμβαίνουν, είναι ένας φιλελεύθερος δημοκράτης – σε καμιά περίπτωση ριζοσπάστης σοσιαλιστής ή οτιδήποτε πιο αριστερό. Παρόλα αυτά δεν μιλάει για αποκατάσταση ούτε μια απλή επιδιόρθωση της κατάστασης και επιλέγει έναν άλλον όρο για να ονοματίσει το επιθυμητό: reenvisioning the country. Καλεί δηλαδη τους συμπολίτες του να ξανα-φανταστούν, να επανορίσουν, θα λέγαμε, τη χώρα. Κοντά στο όραμα (vision) κυοφορείται βέβαια μια ανα-θεώρηση, δηλαδή μια διαφορετική θέαση των πραγμάτων.
Έχω γράψει και ισχυριστεί ότι όσα ζούμε στη παγκόσμια (α)τάξη απαιτούν εδώ και καιρό ριζοσπαστικές αναθεωρήσεις, μια βαθιά πολιτική και πνευματική στροφή. Η συνθήκη πλησιάζει ένα 1789, με την έννοια ότι κάποια ζητήματα, όπως η ολοκληρωτική τάση των ολιγαρχών (ιδίως στους τομείς αιχμής της τεχνολογικής ‘επανάστασης’), το θέμα το κλιματικό και η επέκταση των διαφόρων μετα- ή νεοφασισμών, δεν μπορούν να ρυθμιστούν με τις κλασικές συνταγές της φιλελεύθερης δημοκρατίας και των παραγώγων της.
Ο Σνάιντερ υψώνει βεβαίως τη φωνή του μέσα σε ένα πλαίσιο με συγκεκριμένες στρατεύσεις (με την Ουκρανία, την αντίθεση στην τυραννία με όρους που θυμίζουν την κλασική αντιολοκληρωτική στάση). Από μια άποψη, κάποιες θέσεις του συναντώνται με γνώμες που βρίσκουμε και στο δικό μας ‘συντηρητικό’ δυτικιστικό Κέντρο. Έχει όμως μια υπερβατική διάθεση που ανατρέχει σαφώς σε μια αντίληψη και πρακτική της κοινωνικής/πολιτικής ανυπακοής. Εκτιμά δηλαδή πως το κίνημα κατά της ICE και γενικά η ευαισθησία πάνω σε πλευρές των ιμπεριαλισμών και νεοφασισμών μέσα όσο και έξω από τις ΗΠΑ, αντιπροσωπεύουν το αληθινό υποκείμενο της αλλαγής. Υπερθεματίζει στην αναθεώρηση αξιών και προτύπων. Δεν ζητάει από τους μετανάστες να επιδεικνύουν τα »σωστά» χαρτιά της νομιμότητας για να μην τους αρπάζουν οι σιδερόφραχτοι της Υπηρεσίας Μετανάστευσης και Τελωνείων, της γνωστής Ice. Συντάσσεται με τον κόσμο των διαδηλώσεων και λέει πως πιστεύει περισσότερο στη δημιουργικότητα αυτής της ‘διαμαρτυρίας’ από όσο στη γραφειοκρατία του Δημοκρατικού Κόμματος.
Τι κατανοεί ο Σνάιντερ; Τι έχει καταλάβει ο Ρόμπερτ Ράιχ και άλλοι-ες άνθρωποι που κινήθηκαν σε μια μετριοπαθή πλατφόρμα; Οτι τούτη η ιδιαίτερη ιστορική στιγμή -για τη χώρα του αλλά όχι μόνο- δεν αντιμετωπίζεται με επιστροφή των συμβατικών προσεγγίσεων περί πολιτικής ‘σταθερότητας’, ούτε με την ανάκτηση μιας κάποιας θεσμικής ρουτίνας που, όπως βλέπουμε και από τα όσα εκθέτει το αρχείο Επστάιν, ήταν διάτρητη, αφού μέσα της είχαν βρει προστασία όλα τα αρπακτικά. Δεν τον πείθει το σενάριο της επανόδου στη ‘θεσμική’ τάξη μετά από κάποια «λαϊκιστική» περιπέτεια-αντιθέτως βλέπει τις κοινωνικές αντιστάσεις ως την οδό για την ανανέωση της δημοκρατικής υπόσχεσης. Δεν θεωρεί τον Τραμπ ή τον τραμπισμό μια λαϊκιστική στιγμή αλλά μια ακροδεξιά, αυταρχική δομή εξουσίας.
Να η πνευματική ρήξη που μετατοπίζει κάποια μυαλά, ακόμα κι αν δεν παραδέχονται πως τα προβλήματα έχουν ένα άλλο συστημικό βάθος.
Επιστρέφοντας στη δική μας χώρα όπου ακόμα έχουμε μια συμβατική δεξιά με τη συνδρομή ενός όλο και πιο αυταρχικού Κέντρου προυχόντων, τι θα μπορούσαμε να δούμε ως δική μας αναθεώρηση/ επανατοποθέτηση;
Γράφοντας αυτες τις γραμμές στον δύσοσμο αέρα από τα φρικώδη σχόλια πολλών συμπολιτών για τον θάνατο δεκαπέντε προσφύγων-μεταναστών στη βύθιση του σκάφους στη Χίο, υποθέτω πως ένα σημείο που έχει πια πολύ μεγάλη σημασία είναι μια θαραλλέα επαναξιολόγηση της προσέγγισης στο προσφυγικό-μεταναστευτικό. Αυτό που αναμφίβολα έχει πολιτικό κόστος και αναστατώνει τον κρατικοπολιτικό ρεαλισμό μας, αυτό ακριβώς οφείλουμε να το αγκαλιάσουμε. Και ας είναι στάση η οποία δεν έρχεται σε σύγκρουση μόνο με τις πολιτικές δυνάμεις της ποικίλης δεξιάς αλλά και με πολλούς συμπολίτες και συμπολίτισσες μέσα στην κοινωνία, ακόμα και με ένα τμήμα των μύχιων μας σκέψεων.
Λέω: ειναι τόσο απάνθρωπη και μικρόψυχη η κλίμακα των αντιδράσεων, που το ζήτημα δεν έχει μόνο πολιτική σημασία. Είναι αξεδιάλυτα ηθικοπολιτικό ζήτημα που αφορά πια το σύστημα των συλλογικών ηθών μας, τον ίδιο τον τρόπο της ύπαρξής μας ως κοινωνίας ανθρώπων. Ριζική επαναξιολόγηση: κάθε εκδοχή εθνικής αυτοσυντήρησης που τοποθετεί την ελληνική ταυτότητα ως περίφραξη απέναντι σε αιτήματα, ανάγκες, ικεσίες των άλλων, κάθε διαχωρισμός ανάμεσα στην υπαρξιακή αυτοσυντήρηση των Ελλήνων και στην αλληλεγγύη προς τους πρόσφυγες, οδηγεί σε έναν εθνικό τραμπισμό, σε μια ελληνική ICE. Είναι μια εθνική ασφυξία που φυσικά δεν ειναι μόνο ελληνικη αλλά και ευρωπαϊκή, με λίγες εξαιρέσεις.
Είναι πια αναγκαία η αμφισβήτηση του υπάρχοντος μοντέλου των επαναπροωθήσεων και της ρητορικής περί οχύρωσης απέναντι σε ‘εισβολείς’. Υπάρχει εδώ μεγάλο πεδίο παρεμβάσεων θεσμικών, μορφωτικών, κοινωνικών και προνοιακών για μια διαφορετική νοηματοδότηση του τι σημαίνει ανθρώπινη συμβίωση, πέρα από τη κανιβαλική αναδίπλωση στην αν-αλληλέγγυα στάση.
Να επαναορίσουμε τη χώρα σημαίνει, μεταξύ άλλων: η βασική κοινωνική-ανθρώπινη αλληλεγγύη δεν μπορεί να είναι απλώς ένα προσωπικό φρόνημα ή μια απολιτικη ηθική επιλογή αλλά στοιχείο της συλλογικής πολιτικής αξιοπρέπειας και του δημοκρατικού μας πολιτισμού.
Κάποιες φορές, γίνεται επείγον.το να εναντιωθεί κανείς σε απόψεις που εμφανίζονται πλειοψηφικές ή που κάνουν θόρυβο ως λογικά αυτονόητα της ζωής. Και ας απελευθερώνει τα τρολ του μίσους και της συκοφάντησης.