Ο Άγγελος Ελεφάντης ως πολιτισμικός κριτικός
Σε ένα του άρθρο για τη ζωγραφική του Κυριάκου Κατζουράκη, ο Άγγελος Ελεφάντης μιλά, μεταξύ άλλων, για τα πρόσωπα των ανθρώπων. Γράφει:
Όμορφα, άσχημα, ανθηρά, σακατεμένα, μάτια άβαθα, σκιαγμένα, προκλητικά, λάγνα, σπαρακτικά, μάτια τόσο μεγάλα που να χωράει μέσα τους ο άπειρος κόσμος, μάτι όπως εκείνος ο οφθαλμός των Γνωστικών, ός τα πανθ’ ορά
Το κείμενο τιτλοφορείται Τα Πρόσωπα και οι Μάσκες και, όπως στα περισσότερα γραπτά του Ελεφάντη αναπτύσσει βηματισμό διατρέχοντας ποικίλα θέματα. Το συγκεκριμένο δεν είναι μόνο μια παρατήρηση για το θέμα της μορφής στη ζωγραφική. Ο ίδιος ο Κυριάκος Κατζουράκης, πνευματικός συνομιλητής και σύντροφος από παλιά, θα εξομολογηθεί, μετά το θάνατο του Ελεφάντη τον οποίο ζωγράφισε σε ένα γνωστό τέμπλο, ότι χρησιμοποιεί «τον Άγγελο ως δάσκαλό μου στη ζωγραφική, δίπλα στον Μόραλη, τον Ριβέρα, τον Μάλεβιτς, τον Μπέκμαν, και κουβαλάω πάντα μαζί μου το βλέμμα του»[1].
Ο Ελεφάντης εγκωμιάζει τα πρόσωπα ως μορφές για να πλεύσει σε έναν οικείο, γι’ αυτόν, θεματικό τόπο: μια κριτική των σημείων και των ομοιωμάτων, δηλαδή μια ανησυχαστική διάγνωση για την εξάχνωση των μορφών. Υπενθυμίζει μάλιστα τον καβαφικό στίχο που έφερε στα χείλη του ο Τσίρκας, αποχαιρετώντας τον νεκρό Σεφέρη, για να ονοματίσει ευθέως μια απώλεια που ξετυλίγεται στο τέλος του εικοστού αιώνα: την απώλεια της μορφής, αυτού που θα ήταν σήμερα η τιμιότητα των μορφών. Τιμιότητα των μορφών. Μορφή εδώ δεν είναι απλώς ένα φυσικό ή καλλιτεχνικό αντικείμενο, το απτό μιας παρουσίας όσο αυτό που πρέπει να ονομάσουμε αρθρωμένο κοινωνικό και πρακτικό κόσμο. Είναι ένας κόσμος σημασιών που συγκροτείται κατά βάση ενσώματα, ως κόσμος δηλαδή που τον κατασκευάζουν τα ενεργά υποκείμενα, τα εργαζόμενα σώματα και οι θεσμοί. Διαβάζοντας, προσφάτως, τα σημειωματάρια του Victor Serge συνάντησα ένα εδάφιο για τη ΄μοντέρνα ζωγραφική’ (ακριβώς κάτω από ένα άλλο, σύντομο με τίτλο ‘πρόχειρα σχεδιάσματα μιας μελλοντικής Ευρώπης’- άλλος, ελεφαντικός τίτλος!) όπου ο Σερζ αναρωτιέται κι αυτός ‘τι έχει απογίνει η ανθρώπινη μορφή;’[2].
[1] Κυριάκος Κατζουράκης, ‘Αριστερός αρχάγγελος’, αφιέρωμα των Ενθεμάτων της Αυγής, 27 Μαΐου 2012, https://enthemata.wordpress.com/2012/05/27/katzoyrakis-2/
[2] Αντιδρώντας στη αναγωγή της πραγματικότητας σε ύστατη διανοητική εξίσωση (καυτηριάζοντας την αναζήτηση αφηρημένων συμβόλων σε έναν ορισμένο μοντερνισμό), ο Σερζ προασπίζεται τη ‘ζώσα μορφή’, την ‘αγάπη για την ανθρώπινη μορφή’, για τον πραγματικό άνθρωπο (της προσωπογραφίας), η εξαφάνιση της οποίας ισοδυναμεί με ‘καθαρή απώλεια’. Βλ. Βίκτορ Σερζ, Σημειωματάρια 1936/1947, μετάφραση: Μαριάννα Τζιαντζή, σελ. 278-9, Αθήνα, εκδόσεις ΚΨΜ, 2025.
Α. Η μέθοδος της κριτικής
Στο δοκίμιό του για το πένθος και τη νοσταλγία, ο Μάσιμο Ρεκαλκάτι γράφει:
Και οι αναμνήσεις έχουν επίσης τη φύση της επιστροφής. Όμως ούτε αυτές μπορούν να εγγυηθούν ότι θα ανακτηθεί στο ακέραιο εκείνο που ήδη γνωρίσαμε. Αντίθετα, το δράμα της νοσταλγίας προκύπτει από το γεγονός ότι αυτό που επιθυμήσαμε με ένταση και λαχτάρα δεν ανακτάται. Δεν θα είναι ποτέ πια όπως πριν[1].
Λίγο πιο πάνω, στο ίδιο κείμενο, ο Ιταλός ψυχαναλυτής σχολιάζοντας την ‘αδυνατότητα της επιστροφής’ λέει:
Είναι αδύνατον να επιστρέψω κοντά σου, αλλά είναι αδύνατον να μην επιθυμώ να επιστρέψω κοντά σου.
To 2002, o Άγγελος Ελεφάντης γράφει ένα κείμενο για τα βουνά με τον τίτλο: τα βουνά: στα ίχνη μιας τραγικής ζωής. Είναι ίσως ένα από τα ωραιότερα κείμενα που φωτίζουν τη βαθύτερη μέθοδο και την κλίση του ελεφαντικού βλέμματος. Η ιδέα που διατρέχει το κείμενο είναι ότι τα βουνά έπαψαν πια να είναι τρόποι και τόποι ζωής, «δεν αντιστοιχούν σε βιωμένες πραγματικότητες». Υπάρχει μια διαδικασία μεταμόρφωσης που οφείλεται στον «σύγχρονο κόσμο» ή, πιο σωστά, «στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής».
Αυτές οι δυο εκφράσεις έχουν εδώ σημασία γιατί θα τις ξανασυναντήσουμε, με άλλη μορφή, σε πλείστα κείμενα. Σύγχρονος κόσμος ή, «πιο σωστά», καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής. Τι είναι το βουνό που έχει παραχθεί από αυτή τη μεταβολή και του ελληνικού χώρου (όπως τόσων άλλων γεω-πολιτισμικών ενοτήτων σε πολλές χώρες; ). Είναι το βουνό των εκδρομικών εξορμήσεων, του ράφτινγκ, της ορεινής φωτογραφίας κλπ. Και αν το κείμενο είχε προλάβει τις σέλφι, ο συγγραφέας του θα έλεγε: το βουνό της καλύτερης σέλφι.
Η αφετηρία είναι λοιπόν μια κατάσταση απώλειας. Μια συνθήκη όπου ο μονοπολισμός της πόλης επιβάλλεται και ορίζει τις εναπομείνασες χρήσεις του βουνού. Τι μπορούμε να κάνουμε με αυτή την απώλεια;
Ο Ελεφάντης δεν ανατρέχει μόνο στα όρη ως ‘άγρια φύση’, δασωμένες ή βραχώδεις οντότητες που στη ρομαντική φαντασία εκπροσωπούσαν μια μυστική πηγή αυθεντικότητας. Στη δική του αίσθηση το ελληνικό βουνό ήταν ιστορικό, περιείχε τη ζωή του Κατσαντώνη, του Μπουκουβάλα, του κλέφτη ή του αντάρτη. Όλα αυτά, λοιπόν, «δεν υπάρχει λόγος να τα νοσταλγούμε». Ούτε την «πίτα της γιαγιάς και τα ήθη της». Αυτή η νοσταλγία θα ήταν, προσθέτει, ένας ψεύτικος πενθισμός. Ούτε ψεύτικος πενθισμός ούτε όμως και αδιαφορία και ασέλγεια.
Δεν χρειάζεται κανένας λυρισμός, καμιά νοσταλγία σ αυτόν τον αποχαιρετισμό που θα ήταν ψεύτικος πενθισμός άλλωστε[2].
Η άρνηση για λυρική νοσταλγία εξαγγέλλεται και είναι, τρόπον τινα, μια από τις προγραμματικές αρχές πολλών άρθρων που σχολιάζουν μια εμπειρία απώλειας, πτώσης και ριζικής μεταβολής. Η γλώσσα όμως του κειμένου προδίδει την ύπαρξη ενός συναισθήματος το οποίο επιμένει, μιας αντίστασης που έρχεται από τα βάθη, ενός σωματικού πλέον νόστου. Η γλώσσα η ίδια νοσταλγεί ακόμα και αν η άποψη του κριτικού διανοούμενου στρέφεται κατά της νοσταλγικής στάσης. Η επίγνωση της αδυνατότητας να υπάρξει πλέον το βουνό ως βιωμένος κόσμος εκβάλλει σε ένα αίτημα φροντίδας. Το αληθινό πένθος διατηρεί το ενδιαφέρον γι’ αυτό που έχει χαθεί ή αλλοιωθεί, δεν ταυτίζεται με την λήθη ούτε με την συναισθηματική ψύχρανση. Δεν είναι η απάρνηση της συνέχειας με έναν ολόκληρο κόσμο, όσο μια έλλογη κρίση που λέει: δεν έχει νόημα να κλαίω αυτό που χάθηκε.
Απλώς σκέφτομαι, όπως για κάθε πράγμα που ξεπεράστηκε ιστορικά, ότι ίσως θα μπορούσαμε να δείχνουμε μια κάποια ευλάβεια για τους τόπους που έθαψαν τους παππούδες μας (…)
Αν λοιπόν το βουνό είναι ένας χαμένος ιστορικός-φυσικός κόσμος, η σχέση των συγχρόνων με αυτό θα μπορούσε να γίνει δημιουργική ως ‘ένα είδος ρέμβης, ένα είδος αναστοχασμού για μορφές ζωής που παρήλθαν ανεπιστρεπτί’. Και ο Ελεφάντης προτείνει σαν ψυχαναλυτικό πείραμα το να περπατήσει κανείς, να λαχανιάσει στα ίδια μονοπάτια όπου παίχτηκαν όλα τα δράματα, όλοι οι ιστορικοί τρόποι κατοίκησης και βίωσης του βουνού. Μια τέτοια δοκιμασία λειτουργεί ως πρακτικός αναστοχασμός ο οποίος
Μας βοηθάει να ακούσουμε τις φωνές του σώματος, τα νοήματα του σώματος των άλλοτε ζωντανών αλλά νεκρών πια ανθρώπων. Γιατί το σώμα νοεί με τον πιο υλικό και αναντίλεκτο τροπο. Ποια νόηση της πείνας είναι ισχυρότερη από εκείνη του πεινασμένου κορμιού;
Η φαντασία ενός αριστερού για το ελληνικό βουνό ‘ξαναδοκιμάζει’ να βαδίσει στα μονοπάτια όπου αγωνίστηκαν και πέθαναν οι νέοι της δεκαετίας του ΄40, στο τόξο από το έπος του ΄40 στις κορυφογραμμές και στις ράχες της εμφύλιας αναμέτρησης. Αυτή όμως η διά της φαντασίας επαναβίωση της Ιστορίας – και της σωματικότητας που είχε στον πυρήνα της- προϋποθέτει τον αποχωρισμό και την απώλεια. Για να υπάρξει ως αναστοχασμός με κάποια ‘ευλάβεια’ (είναι, βέβαια, εντυπωσιακό που ανασύρεται αυτός ο έντονα θρησκευτικός όρος) η εμπειρία πρέπει να αποδεχτεί την εκκοσμίκευση μέσα από την απάρνηση του ψευδούς πένθους.
Στα ίχνη μιας τραγικής ζωής λοιπόν σημαίνει παραδοχή αυτού που έχει αρθεί ιστορικά και συγχρόνως μη αποδοχή της αδιαφορίας, της ανευλαβούς στάσης, της ωμής λήθης. Τούτη η διπλή κίνηση του βλέμματος είναι η προσφιλής μέθοδος της συγκεκριμένης πολιτισμικής κριτικής. «Δοκιμάζεται» έτσι σε διαφορετικά πεδία και αντικείμενα: ως προς τη νέα επικοινωνιακή και πληροφοριακή αγορά (και στον σχολιασμό σχετικών φαινομένων), στο θέμα της Ευρώπης, των γλωσσικών και εκπαιδευτικών μεταρρυθμίσεων.
Σε ορισμένα από αυτά τα εδάφη θα κινηθούμε στη συνέχεια.
[1] Massimo Recalcati, Tο φως των νεκρών αστεριών. Δοκίμιο για το πένθος και τη νοσταλγία, Κέλευθος, (μετ: Άννα Πλεύρη), 2024, σ. 170-171
[2] «Τα βουνά», Δεκαπενθήμερος Πολίτης, τ.98, Μάρτιος 2002.