Πριν από λίγες μέρες, κάτω από ένα κείμενο όπου σχολίαζα, πικροχιουμοριστικά, την αθρόα εμφάνιση και εκτεταμένη διασπορά εκτεταμένων και φλύαρων κειμένων που  μυρίζουν τεχνητή νοημοσύνη, ένα είδος επιδειξιομανούς ‘παραγωγικότητας’, δέχτηκα μια παρατήρηση του τύπου: ‘ορίστε, η συντεχνιακή αντίδραση των ‘ανθρώπων του πνεύματος’- αντίδραση αυτών που έχουν το προνόμιο.

Εδώ και δυο χρόνια, γράφοντας για διάφορες πλευρές της Παραγωγικής Τεχνητής Νοημοσύνης (Gen Ai), έχω ήδη συναντήσει επανειλημμένως αυτή την άποψη από τις πρώτες αψιμαχίες για το  (τότε) φρέσκο chatgbt. Μήπως εντέλει αυτό που μας κινητοποιεί σε κριτική κατεύθυνση είναι ένας ηθικός πανικός της αυθεντικότητας, ένας μεταφυσικός ανθρωπισμός παλιάς κοπής ή το σύνδρομο του πολιτισμικού κληρονόμου που αντιστέκεται στο αναπόφευκτο της συνέργειας ανθρώπων και bots (co-authorship), στο λαμπρό μέλλον της μετα-ανθρωπιστικής συμπερίληψης ανθρώπων και μηχανών;

Απαντώ αρνητικά. Παρά το ότι όλοι-ες διαθέτουμε μικρά ή μεγάλα μερίδια νοσταλγίας, φόβου, αισθητικών ή άλλων ‘εμμονών’, δεν είναι αυτά που μας αφυπνίζουν ή πρέπει να μας κινητοποιούν απέναντι σε συγκεκριμένες και όχι απροσδιόριστες απειλές. Με διάθεση αστεϊσμού λέω σε συναδέλφους καμιά φορά: τόση θεωρητική πρεμούρα μετά τη δεκαετία του ’60 γύρω από το θάνατο του συγγραφέα, το τέλος του ανθρωπιστικού υποκειμένου και την εξάντληση της γραμματολογικής και ανθρωπιστικής «μεταφυσικής», ε, κάτι προέκυψε τελικά. Όχι βέβαια όπως το φανταζόταν ο Ρολάν Μπαρτ, ο Ντεριντά ή ο Ντελέζ. Όλη αυτή η ορμή ‘θανάτου του συγγραφέα’  έγινε ένα καταπίστευμα που πάει τώρα να τη διαχειριστεί ο καπιταλισμός της πλατφόρμας και οι αλγόριθμοι των Μεγάλων Γλωσσικών Μοντέλων.

Εξελίσσεται, όπως γνωρίζουμε, μια πολυεπίπεδη συζήτηση από πολιτικούς θεωρητικούς, πολιτισμικούς αναλυτές, ανθρώπους απολύτως ενημερωμένους και εξοικειωμένους με τα νευρωνικά δίκτυα και το computation, που θέτουν πολύ σοβαρά ερωτήματα. Δεν είναι απλή και εύκολη συζήτηση, αφού περιλαμβάνει τους κώδικες της γλώσσας των υπολογιστών και μαζί λεξιλόγια από τη θεωρία της επικοινωνίας, τις κοινωνικές επιστήμες, την αφηγηματολογία κλπ. Αναπτύσσονται εύλογες φιλοσοφικές, ηθικές και αισθητικές αντιρρήσεις για αυτό που συντελείται υπονομεύοντας, σε σημαντικό βαθμό, το πεδίο των πολιτισμικών μας πρακτικών και όχι μόνο τη στενότερη περιοχή της συγγραφής[1]. Στο δικό μου πιο ιδιαίτερο πεδίο, αυτό της πολιτικής σκέψης και της ανάλυσης δημόσιων ιδεών, είναι έντονο το ενδιαφέρον για αυτή τη νέα ήπειρο των σχέσεων εξουσίας, ρύθμισης των συμπεριφορών και των κοινωνικών μας σχέσεων.

Στη ρουτινιάρικη πια ρητορική για συγγραφικούς φόβους και ‘αμυντικά’ αντανακλαστικά αναπαράγεται μια ιδεολογία πολύ συγκεκριμένης ραφής. Είναι η ιδεολογία που έχει κάνει την επιταγή της προσαρμογής μια θεολογικού τύπου εντολή. Όσοι και όσες, ο καθένας/καθεμιά από άλλη αφετηρία ενδεχομένως, θέτουμε ερωτήματα για: 1) αυθαίρετα πλέγματα εξουσίας, 2) ζητήματα ηθικής της δημιουργίας και 3) την προστασία μιας εύθραυστης υπόθεσης, που είναι ο πολιτισμός της γραφής και όχι μόνο το λογοτεχνικό σινάφι και τα εσωτερικά του θέματα, όσοι-ες εντέλει θέλουμε απλώς να πάμε πέρα από το παραπλανητικό δίλημμα τεχνοφιλίας και τεχνοφοβίας, δεν πρέπει πια να είμαστε ‘απολογητικοί’.

Νιώθω την ανάγκη να πω ότι όντως, εκτός από θέματα ιδεών, αρχών και αξιών, ο κόσμος των γραμμάτων και της δημιουργίας έχει θεμιτά κοινωνικά συμφέροντα και υπερασπίσιμα δικαιώματα. Ακόμα και αν είμαστε μέσα στο παιχνίδι -διότι όλες οι μηχανές αναζήτησης και οι εφαρμογές συνδέονται πια με chatbox και λειτουργίες Τεχνητής Νοημοσύνης-πρέπει να επιμένουμε στα ερωτήματα και σε αυτό που θα αποκαλέσω εδώ τον δημόσιο χώρο της κριτικής. Περιβαλλόμαστε από θηριώδεις ανακατανομές ισχύος και πλούτου που αφορούν μοιραία και την συνολική οικονομία του πολιτισμού.  Δεν είμαστε αιθέρια ή άυλα όντα που πρέπει να μην έχουμε συμφέροντα και ανάγκες για να μας εγκωμιάζουν οι πολιτικοί και οι οικονομικοί ιθύνοντες ως ‘πνευματικούς δημιουργούς’. Είμαστε έτσι υποχρεωμένοι-ες να ξύσουμε κάτω από την επιφάνεια να ξαναθυμηθούμε την πολιτική οικονομία και να μην περιοριζόμαστε σε μια συζήτηση αμιγώς αξιακή συζήτηση.

Η άλλη όψη της επιτάχυνσης

Δεν μπορούμε να καταλάβουμε την εξάπλωση και, de facto, νομιμοποίηση των Μεγάλων Γλωσσικών Μοντέλων αν δεν δούμε το πως αυτή η επιτάχυνση συνδέεται αναπότρεπτα με την ελαχιστοποίηση των ρυθμίσεων και την έλλειψη ενδοιασμών απέναντι στην, με κάθε μέσο, παραγωγή αποτελεσμάτων γραφής.  Πως μπορεί να ρυθμιστεί μια τέτοια ροή, ένα τέτοιο κύμα εξάπλωσης; Λιγότερες ρυθμίσεις, ελάχιστη μέριμνα από τις εταιρείες για ζητήματα ασφάλειας των αλγορίθμων και αποθέωση της ροής για άμεσες αποδόσεις, είναι ένα αδιάσπαστο όλο. Οι πλατφόρμες υπόσχονται διαφόρους παραδείσους και αυτοί βεβαίως δεν αντέχουν τον έλεγχο και την αργοπορία στις εισόδους τους. Έχει κρίσιμη σημασία πλέον το είδος της επιτάχυνσης, η εσωτερική της σύσταση. Λόγου χάρη, απέναντι στις κλιματικές και περιβαλλοντικές καταστροφές (όπου η χρήση εξελιγμένων εργαλείων ΤΝ μπορεί να είναι πολύ χρήσιμη, παρά τα ενεργειακά της ρίσκα) έχει επιλεγεί η επιβράδυνση και η αναβολή των καίριων αποφάσεων. Αντιθέτως μέσα από την πολεμική οικονομία και την παραγωγή νέων εξελιγμένων συστημάτων κατασκοπείας, οι αποφάσεις και τα άλματα έχουν επιταχυνθεί στο έπακρο.

Στο πιο κοντινό για μας φάσμα της ‘πολιτισμικής’ Παραγωγικής Τεχνητής Νοημοσύνης βλέπουμε μια άγρια Δύση προσφορών για κάθε είδους ανάγκη και εξειδικευμένη ζήτηση. Μόνο στα δικά μας πανεπιστημιακά πράγματα, είναι πλήθος οι εφαρμογές που διαφημίζουν δελεαστικά την ταχεία σύνταξη διατριβών, την μη ανιχνεύσιμη χρήση ΤΝ για εργασίες, το ξεγέλασμα του καθηγητή και πολλά άλλα γκρίζα και προκλητικά χυδαία, αν  όχι ευθέως ‘αντικανονικά’. Την ίδια στιγμή που ο επίσημος θεσμικό-διακηρυκτικός λόγος εγκωμιάζει την αριστεία των ατόμων, η τεχνολογική αγορά κλείνει το μάτι (μάλλον προτρέπει) στην, με κάθε μέσο, αύξηση αποτελεσμάτων και βαθμολογιών με την ελάχιστη πλέον εμπλοκή και δέσμευση του ατόμου.

Δεν θα αναφερθώ σε ειδικότερα θέματα από τη στενή περιοχή της μυθοπλασίας και των συναφών με αυτή λειτουργιών, της συγγραφής, της μετάφρασης, της επιμέλειας. Μόνο κάποιες, λίγες σκέψεις για τον πολιτισμό της δημιουργικής γραφής στις καταστατικές του μέριμνες: στοχαστικές, μορφοπλαστικές, μεθοδολογικές. Είναι η συνολική πνευματική εργασία που μοχλεύεται και υφίσταται βίαιη αναδιάρθρωση, ανάλογη με αυτή που κυοφορείται στο χώρο της εργασίας και των εργασιακών σχέσεων.

Μια παιδαγωγική της αρπαγής

Η χαοτική διασπορά πλατφόρμες-εφαρμογές που ‘καλύπτουν’ κάθε ανάγκη, νόμιμη ή γκρίζα, λειτουργεί ως νεύμα το οποίο νομιμοποιεί σε ευρύτερα τμήματα του πληθυσμού την αντίληψη περί απρόσκοπτης-εύκολης παραγωγής έργου. Ζούμε την επέκταση του πεδίου του on demand από την εστίαση, τον ρουχισμό ή τις εν γένει υπηρεσίες και χρηστικές πληροφορίες, στην βαθιά γνώση, έρευνα και συγγραφική πράξη. Την ίδια στιγμή, η κίνηση των πελατών-υποκειμένων για μαζική προσφυγή στο outsourcing των γνωστικών τους ικανοτήτων ενισχύει αντικειμενικά την ηγεμονική θέση των τεχνολογικών ολιγαρχικών πλεγμάτων. τόσο στις υποδομές του πολιτισμού και των κρατών όσο και στο μικροεπίπεδο των υποκειμενικών προθέσεων και των συγγραφικών ενεργημάτων.

Για τον πολιτισμό της γραφής

Δυο λόγια γι’ αυτό που ονομάζω εδώ πολιτισμός της γραφής. Είναι πολυειδής. Στη νεωτερικότητα μπορούμε να πούμε πως αναπτύχθηκε σε δυο κύριες κατευθύνσεις: μια κατεύθυνση πρακτική, εργαλειακή, ‘διεκπεραιωτική’. Απλή ή σύνθετη όπως στις μεγάλες γραφειοκρατίες του Κράτους και των ιδιωτικών επιχειρήσεων.

Και μια κατεύθυνση που η καταγωγή της είναι τα ιερά κείμενα και αυτό που μπορούμε να ονομάσουμε λογοτεχνία με την πιο ευρεία έννοια. Μέσα στον πολιτισμό της γραφής πολλές πρακτικές της υπηρέτησαν την ανάπλαση του ήδη δεδομένου, της υπαρκτής διάταξης των αντικειμένων της εμπειρίας.

Όμως αυτό που έδωσε κίνηση και δυναμική στη δημιουργική λογοτεχνία, και σε αυτήν εντάσσω και το δοκίμιο και την μη μυθοπλαστική γραφή, ήταν η αποδέσμευση της δημιουργικής φαντασίας. Το άνοιγμα στο ‘απροσδιόριστο’, το γεγονός δηλαδή ότι η γραφή δεν έπαιζε απλώς ένα παιχνίδι στατιστικά προσδιορισμένων συνδυασμών. Ακόμα και στις πιο ‘ομαλές’ φόρμες, όπως στη ρεαλιστική πεζογραφία, η δημιουργία συνδύαζε την ανάπλαση μοτίβων με ένα εύρος δημιουργικής επεξεργασίας που επινοούσε το νέο.

Τι αντιμετωπίζουμε εδώ και τρία χρόνια; Η ανάπτυξη της παραγωγικής Τεχνητής Νοημοσύνης και των Μεγάλων Γλωσσικών Μοντέλων σαρώνει την ολότητα του πολιτισμού της γραφής δίχως διακρίσεις. Μέσα από την καθημερινή εμφάνιση βελτιστοποιημένων εφαρμογών, κάθε είδους γραφή και συγγραφή «ενσωματώνεται» και καθίσταται αντικείμενο χειρισμού σαν να είναι ένα στοκ προς δημιουργία επί παραγγελία προϊόντων. Η σχέση με τη συγγραφή – και όχι απλώς με διαδικασίες τεκμηρίωσης, υποβοήθησης ή εργαλεία που μειώνουν  τον μόχθο της άχαρης δουλειάς- γίνεται αδιαφοροποίητο πεδίο κειμενογραφικής παραγωγής. Προηγήθηκαν οι μεγα-αποθήκες εικόνων και φωτογραφιών, αφού η εικόνα ήταν το πρώτο θύμα της ΤΝ και της μαζικής κλοπής δεδομένων.

Οι συζητήσεις και ιδίως η προσπάθεια πανεπιστημιακών τμημάτων, πολιτιστικών οργανισμών, συγγραφέων, ειδικών, να προσεγγίσουν το θέμα με όρους ‘απειλών’ και ‘ευκαιριών’, ‘επιβλαβών’ και ‘ωφέλιμων’ χρήσεων μας απομακρύνει από το καίριο ερώτημα: γιατί έπρεπε και γιατί πρέπει να επιταχυνθεί και να εντατικοποιηθεί η διείσδυση της ΤΝ σε όλη τη δημιουργική σφαίρα της συγγραφικής και καλλιτεχνικής πράξης; Ποια πολιτισμική προτεραιότητα υπαγορεύει την επέκταση μιας ψηφιακής Άγριας Δύσης όπου μόνο εκ των υστέρων βρίσκουμε, αργοκίνητες και αγχωμένες, κάποιες ρυθμιστικές οδηγίες ή ‘αντίμετρα’. Τώρα, για παράδειγμα, μαθαίνουμε ότι μια Επιτροπή του ΟΗΕ υπό τον κ. Γκουτέρες θα επιληφθεί του θέματος της ΤΝ!

Η ερώτηση δεν μπορεί να απαντηθεί δίχως αίσθηση του εγγενώς πολιτικού της χαρακτήρα. Δεν είμαστε ενώπιον της ‘διάδοσης μιας νέας τεχνολογίας’ όσο μπροστά σε ηγεμονικές στρατηγικές που συνδέονται περισσότερο με τη γεωπολιτική και επιχειρηματική διάσταση και πολύ λιγότερο με την πολιτισμική σφαίρα.

Όταν η τρέχουσα συζήτηση για την παραγωγική ΤΝ περιστρέφεται γύρω από ανεκδοτολογίες για τη τεράστια χρήση της (αδήλωτη, κατά κανόνα) σε φλύαρα ποστ του fb ή σε διηγήματα, αρθρογραφία, ευχές και κάθε είδους κειμενογραφία, εκτοπίζεται το καίριο ερώτημα: γιατί, σώνει και καλά, η χρήσιμη υποβοήθηση να δώσει τη θέση της σε ολοκληρωμένη υπηρεσία on demand κειμένων, τραγουδιών και κάθε άλλου πολιτισμικού δημιουργήματος;

Όσο και αν αναζητά κανείς έναν μη οικονομικό, μη κερδοσκοπικό, λόγο για αυτό, δεν τον βρίσκει. Και συμπληρώνω: δεν έχει σημασία αν η μια ή άλλη πλευρά αυτής της συνθήκης βγάζει εμένα ή τον άλλον προσωπικά από τον κόπο, αν μου είναι βολική ή αν προσφέρει γλυκές υπηρεσίες στους χρήστες. Προφανώς και προσφέρει. Διαθέτει πολλές, εξαιρετικά ελκυστικές και ανακουφιστικές πλευρές. Το θέμα δεν είναι όμως το να μιλάμε από τη  σκοπιά του ατομικού καταναλωτή υπηρεσιών όσο η συζήτηση για τους όρους της παραγωγής, τον τρόπο παραγωγής όπως λέγαμε παλιά (και δεν είχαμε καθόλου άδικο). Ξέρουμε άλλωστε ότι η γεύση των υπερεπεξεργασμένων μπέργκερ που τα πουλούν πλέον στις αλυσίδες καφέ μέσα στο σελοφάν μπορεί να είναι πιο spicy από τα μπιφτέκια που θα ψήσεις στο φούρνο σου, αφού πρώτα λερώσεις τα χέρια σου και ‘σπαταλήσεις’ χρόνο, υλικά και ρεύμα. Το διατροφικό κριτήριο δεν μπορεί να είναι η απλή ευχαρίστηση που παράγεται από ενισχυτικά γεύσης, τεχνητές αρωματικές ύλες κλπ. Με τον ίδιο τρόπο, πρέπει να διαβάζουμε μια μετασχηματιστική τεχνολογία που έχει ήδη βαθιά επίδραση σε όλη την οικονομία του πολιτισμού και προοπτικά στο υφαντό των κοινωνικών σχέσεων, του αναγνωστικού ήθους και, φυσικά, της γραφής.

Προνόμιο ή κοινωνική ευθύνη;

Ας σταθούμε λοιπόν στο ΄προνόμιο’ που υπερασπιζόμαστε ή πρέπει να το νοιαστούμε με μεγαλύτερο πάθος. Διότι δεν είναι προνόμιο: είναι μια έννοια ευθύνης για τις βάσεις του πολιτισμού της γραφής που δεν έχει μόνο λογοτεχνική σημασία αλλά όλο και περισσότερο και αδιάρρηκτα, ηθικοπολιτικό νόημα.

Η εκφραστική, μορφική και μεθοδολογική εργασία με τον λόγο συνδέεται με την ίδια τη θεμελιώδη ικανότητα της κρίσης (judgment) και τον αναστοχασμό μας, ατομικό και συλλογικό. Περιέχει δηλαδή μια σχέση με τον κόσμο και τη γλώσσα ως δυσκολία, δισταγμό, διόρθωση και αυτοδιόρθωση. Ο πολιτισμός της γραφής περιλαμβάνει και τον κλήρο της αποτυχίας, των αλλεπάλληλων προσπαθειών μας γράφοντας και σβήνοντας, πετώντας και κρατώντας (εμείς, όχι ένα bot). Δεν είναι μια απλή ιστορία παραδοτέας ύλης αλλά μια ιστορία προσπάθειας και δοκιμής.

Τι έχουμε τώρα; Τα τετελεσμένα της απερίσκεπτης, μαζικής χρήσης εργαλείων τύπου chatgbt, Claude κλπ. Εγκαθιστούν ταχύτατα τόσο στη συνείδηση όσο και στις συμπεριφορές, ένα εξορυκτικό αντανακλαστικό. Ο εξορυκτικός οίστρος των Κρατών – στη συγκυρία της τραμπικής ‘Δύσης’, της πουτινικής Ρωσίας και των πολέμων τους- συντονίζεται με έναν ιδιωτικό, εξορυκτισμό ‘δεδομένων’ που μας προσφέρονται όσο ποτέ αν αφθονία και οργανωμένα. Φυσικά, όλα όσα  έχουν τεκμηριωθεί για το περιβαλλοντικό και το γνωσιακό ρίσκο της υπερβολικής προσφυγής στην ΤΝ δεν εισακούονται από τις καθημερινές μας ανάγκες χρήσης και τη βολή τους. Και αν σκεφτούμε όσους-ες δεν έχουν τον παραμικρό προβληματισμό ή αναστολή για όλα αυτά (που θα τα θεωρούν πολύ ‘φιλοσοφικά’ ή εξωτικά), δεν μπορεί κανείς να αποφύγει τη μελαγχολία

 Τι μπορούμε να κάνουμε;

Τηλεγραφικά, θα έλεγα κάποια πράγματα.

Ατομικά, να χρησιμοποιούμε με φειδώ μόνο ό, τι είναι όντως εργαλείο υποβοήθησης. Όχι  στο delivery ιδεών, πλάνων και πόσο μάλλον αφηγηματικές λύσεις ή έτοιμο κείμενο. Να περιοριστεί κανείς στην πληροφορία, στην τεκμηρίωση, στα λεξικά, στην επιμέλεια σημειώσεων. Με μια λέξη: οργανωτικά, διαδικαστικά και τεχνικά θέματα επίλυσης προβλημάτων.

Συλλογικά, μέσα από ενώσεις και συλλογικότητες, όπως η Εταιρία Συγγραφέων, ή στα πανεπιστήμια -όσοι είμαστε εκεί- να σταθούμε απέναντι στην κανονικοποίηση της αλόγιστης, γενικευμένης χρήσης της AI και να ανοίγουμε τη συζήτηση για το πλήρες φάσμα του ζητήματος: δεν είναι μια υπόθεση των ειδικών  της πληροφορικής, ούτε του Υπουργείου Παιδείας, πόσο μάλλον των ανθρώπων που διαφημίζουν θαύματα ως άμεσοι εκπρόσωποι των εταιρειών. Δεν είναι μια επικράτεια για μηχανικούς πληροφοριακών συστημάτων ή μαθηματικούς των αλγορίθμων όπου οι υπόλοιποι-ες (λογοτέχνες, φιλόσοφοι, κοινωνικοί επιστήμονες, πολίτες) δεν ‘δικαιούμαστε να ομιλούμε’. Πρέπει να ενημερωνόμαστε, να ξέρουμε βασικά για το αντικείμενο, ώστε η κριτική μας να μην είναι ευάλωτη στις συνηθισμένες κατηγορίες περί ασχετοσύνης ή ‘τεχνοφοβίας’. Όταν μια τεχνολογία είναι μετασχηματιστική (transformative) και όταν τα Μεγάλα Γλωσσικά Μοντέλα αποτελούν υποδομές κοινωνικής εξουσίας με έντονο το στοιχείο – το βλέπουμε τώρα στον πόλεμο στο Ιράν- και των στρατιωτικών επεκτάσεων και χρήσεων, η άποψη που μιλάει για ‘αρμοδίους’ και ‘αναρμοδίους’ να έχουν λόγο, είναι τελείως άστοχη: είναι μια ελιτίστικη, τεχνοκρατική περιχαράκωση της συζήτησης στις αφηρημένες εκδοχές περί επαύξησης των δυνατοτήτων και ‘ενισχυμένης πραγματικότητας’. Το ερώτημα για μας μπορεί να είναι. Ωραία, ποιες ακριβώς δυνατότητες, για ποιους σκοπούς και με τι τίμημα για τη δημοκρατία, την πολιτισμική δημιουργία, τους συλλογικούς μας πόρους και την ειρήνη. Κάθε ‘επαύξηση’ ισχύος και δυνατοτήτων δεν είναι επιθυμητή κοινωνικά, απλώς και μόνο επειδή έγινε εφικτή τεχνολογικά και επιχειρηματικά.

Καταληκτικά, έχω την αίσθηση ότι χρειαζόμαστε μια συλλογική διερώτηση για τρεις τουλάχιστον όψεις και όχι μόνο για μία. Να ανοίξουμε τη συζήτηση και ως συγγραφική κοινότητα στα ευρύτερα ζητήματα και ας υπάρξουν διαφωνίες- άλλωστε η δημοκρατία είναι η οργάνωση και της διαφωνίας όχι μόνο μια ψευδής και ασθενής συναίνεση.

Για την εταιρική κυριαρχία στο φάσμα των κρίσιμων μετασχηματιστικών τεχνολογιών.

Για τις κρίσιμες περιβαλλοντικές διαστάσεις που έχει η εντατικοποίηση και διάχυσης χρήσεων ΤΝ.

Για το ψυχικό και υπαρξιακό τίμημα που έχει ένας ‘κόσμος’ με συνθετικά deep fake και διαλογικά bots που μιμούνται πια τον ιατρό, τον θεραπευτή, τον εξομολόγο, τον ερωτικό σύντροφο, τον καθοδηγητή σε κάθε πτύχωση της καθημερινότητας.

Ο πολιτισμός της γραφής έχει βαθύτερη σχέση με ένα πολιτικό, οικονομικό και θεσμικό περιβάλλον. Σε αυτό το περιβάλλον λογοδοτούν, αναπόφευκτα, ακόμα και εκείνες οι εκδοχές λογοτεχνίας που αποποιούνται και αποστρέφονται τα κοινωνικά και πολιτικά ερωτήματα.

[1] Ήδη από πολύ καιρό έχουν πολλαπλασιαστεί και οι εφαρμογές που προσφέρουν πλήρη λογοτεχνικά κείμενα πολύ πέρα από τις αρχικές εκδοχές περί prompts για ιδέες πλοκής, τεχνική υποβοήθηση και τεκμηριωτικού τύπου ζητήματα. Για παράδειγμα, εφαρμογές σαν το sudowrite, το novelcrafter, το Raptor Write. Φαντάζομαι πως στην ελληνόγλωσση εκδοχή η προσφορα θα είναι μικρότερη (για ευνόητους λόγους) αλλά μέσω των επίσης εξελιγμένων μεταφραστικών apps (τύπου deepl), θα γίνεται η δουλειά. Μιλάμε για ολικές αφηγηματικές λύσεις με την επιμέλεια του ‘συγγραφέα’. Είναι αυτό που ορισμένοι αποκαλούν, δίχως να αντιλαμβάνονται την σημασιολογική καταστροφή, μετατροπή του συγγραφέα σε curator. Φυσικά, για τα μη μυθοπλαστικά, δοκιμιακά και επιστημονικά κείμενα – ειδικά των κοινωνικών επιστημών- η επέκταση του πεδίου είναι τεράστια και με μεγάλες συνέπειες στην παραγωγή χαμηλής ποιότητας papers και στην κειμενική υπερσυσσώρευση.

(*) Oμιλία στο συνέδριο οργάνωσε η Εταιρεία Συγγραφέων στις 27.28/2/2026 με τον τίτλο «Γράφω, μεταφράζω, σκέφτομαι στην εποχή της Τεχνητής Νοημοσύνης – Τι σημαίνει να είσαι συγγραφέας σήμερα». Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό περιοδικό Anagnostis https://www.oanagnostis.gr/ Μια πληρέστερη μορφή θα δημοσιευτεί στα πρακτικά του συνεδρίου.

Βιβλιογραφικά (τελείως ενδεικτικά)

Asma Mahla, Technopolitique: comment la technologie fait de nous de soldats, Seuil, 2024

Ann Alombert, “From digital automation to noetic proletarianization”, Philosophy today, 68, 3, σ. 497-517, 2024.

Αντώνης Μαυρόπουλος, Τεχνητή Νοημοσύνη: Άνθρωπος, φύση, μηχανές, Τόπος (Μοτίβο εκδοτική), επιμέλεια: Μώρια Πολίτη, 2024.

Graeme Harper [επιμ], Ai and Creative Writing, palgrave macmillan, 2026

Υiming Ma, “Writing in the age of Ai: the case for collective resistance”, Poets&Writers Magazine, Νοέμβρης-Δεκέμβρης 2025.

Barbara Stiegler, ‘If faut s’ adapter’. Sur un nouvel imperatif politique, Gallimard, 2023.