Welcome to the Jungle
ΑΝ ΘΕΛΟΥΜΕ ΝΑ ΔΩΣΟΥΜΕ τίτλο σε αυτό που συμβαίνει, ο τίτλος του τραγουδιού των Gun N’ Roses θα είχε καλές πιθανότητες. Η στιχουργική μιας λαϊκής μπάντας ποπ-χαρντ ροκ αναφερόταν φυσικά στη «ζούγκλα» της μεγαλούπολης, στο Λος Άντζελες των συμμοριών και του ηδονιστικού καπιταλισμού της δεκαετίας του ’80. Είμαστε όμως στην εποχή όπου ένα drone από τον Λίβανο χτυπάει τη βρετανική βάση της Κύπρου και όπου o υπουργός Άμυνας των ΗΠΑ παραπέμπει σε ένα μείγμα ευαγγελικού χριστιανού και νεοναζί.
Έχουμε συνειδητοποιήσει επίσης ότι οι πραγματικές ζούγκλες, τα αρχέγονα τροπικά δάση που γέννησαν την εικόνα της επικίνδυνα απρόβλεπτης ζώνης, δεν είναι αυτό που μας κληροδότησε η παραδοσιακή αποικιοκρατική φαντασία ή η ρατσιστική φιλολογία περί αγρίων και αγριότητας. Οι αστικές ζούγκλες έχουν από χρόνια γίνει οι πραγματικοί βιότοποι του χάους και της απειλής.
Θα υιοθετήσουμε, παρ’ όλα αυτά, τον παραφορτωμένο όρο ως χρωματισμό για το παρόν. Και θα ονομάσουμε ζούγκλα το δάσος των αυθαίρετων πράξεων και το ξέσπασμα μιας βίας που μπορεί να είναι συγχρόνως πρωτόγονη και τεχνολογικά υπερεξοπλισμένη.
Η ζούγκλα τώρα παράγεται από πράξεις και συμπεριφορές που αδιαφορούν για τις συνέπειές τους, για το τι θα κυοφορηθεί στους καπνούς των ερειπίων. Δεν είναι πια οι αφηρημένες ηθικές πεποιθήσεις για τη δημοκρατία και την ελευθερία που δημιουργούν τη ζούγκλα. Τώρα, αρκεί ο Τραμπ να μιλήσει για έναν very bad guy, για κάποιον «απαίσιο» και από εκείνη τη στιγμή όλα είναι ανοιχτά: δολοφονίες, βομβαρδισμοί, ανάφλεξη. Μέχρι και στοιχήματα παίζονται για το πότε θα ξεκινήσει ένας πόλεμος, στοιχήματα εκατομμυρίων.
Η ζούγκλα εξάλλου δεν είναι ενιαία. Παίρνει σχήμα με χαοτικές επιταχύνσεις πάνω σε ιδέες του μακρινού παρελθόντος. Έτσι αποκτά βάθος και έκταση η οργανική συμμαχία ανάμεσα στη νέα πολιτική ακροδεξιά και στο «πνεύμα της εποχής». Η συμμαχία ενός μεσαιωνικού νεοδεσποτισμού με τα high tech πειραματικά στοιχεία που προεξοφλούν το μέλλον μας. Είμαστε στο σημείο όπου η μαγεία της αυθαιρεσίας παραμερίζει το ανιαρό, σκονισμένο βασίλειο των αρχών και των αξιών. Οι αρχές, οι κανόνες δικαίου, οι αξίες είναι πράγματα που για τους νέους κυρίαρχους αντιστοιχούν σε αρχαία προγράμματα λογισμικού. Το νέο λογισμικό είναι αυτό που θέλει τη δρώσα, ζωντανή Ιστορία ένα πεδίο επιβολής, καταστολής και κυριαρχικής επίδειξης.
«Άνοιξαν οι ασκοί του Αιόλου», επαναλαμβάνει μονότονα η κουρασμένη δημοσιογραφική γλώσσα. Το ανησυχητικό είναι όμως ότι περιγράφουμε αυτή την πραγματικότητα σαν να αποτελείται ήδη από αυτόνομα όπλα, όπως αυτά που ζήτησε ο Πρόεδρος των ΗΠΑ από την εταιρεία Anthropic. Περιγράφουμε τα γεγονότα και τις καταστάσεις σαν να σχολιάζουμε αυτονομημένους «πράκτορες» (agents) και συστήματα δράσης. Οι πολίτες, ιδίως όσοι προέρχονται από σχετικά πιο ασφαλείς χώρες, παρακολουθούν το αναίσχυντο, διχασμένοι: κάποιοι καταγγέλλουν την αντιδημοκρατική και μηδενιστική τροπή που έχουν πάρει τα πράγματα, τώρα την επίθεση στο Ιράν, χτες τη γενοκτονία στη Γάζα. Όλο και περισσότεροι, όμως, προσχωρούν πια με φανατισμό στην αλήθεια της ζούγκλας. Θεωρούν δεδομένη και φυσική τη ζούγκλα και εκδηλώνουν τον θαυμασμό τους για εκείνη τη «Δύση» που παίρνει πάλι τα όπλα της ορμώντας κατά των αντιπάλων της. Δεν ωφελεί να το κρύβουμε, ο Τραμπ και ο Νετανιάχου έχουν πολλούς οπαδούς, ακόμα και σε χώρους που τους κατακρίνουν για αισθητικά και πολιτικά κουσούρια. Επικρίνονται για το ύφος και το ήθος τους, όχι για την ουσία του πρότζεκτ που φέρουν μαζί τους. Με μια έννοια, ο κόσμος του επιτιθέμενου «δυτικού πολιτισμού» συντάσσεται με την αμερικανο-ισραηλινή οπτική για την αναμόρφωση της Μέσης Ανατολής μέσω βίαιων παρεμβάσεων και εκτός νόμου επιχειρήσεων. Η ανακτημένη αυτοπεποίθηση του λευκού, δυτικού πολιτισμού είναι πια σημαία της πολυποίκιλης ακροδεξιάς του καιρού.
Μια πρώτη κίνηση αυθεντικής σύνεσης για τους υπόλοιπους θα ήταν ένα σημαντικό βήμα: να ανησυχούμε πραγματικά για τις συνέπειες, έχοντας κατά νου ότι οι στρατιωτικές επεμβάσεις και η κουλτούρα των «χτυπημάτων» έχει τρομακτικό αντίτιμο σε ζωές, περιβάλλον, διεθνείς κανόνες.
Η διαφάνεια του κακού
Για την ‘αποκάλυψη’ του αρχείου Επστάιν
ΕΧΕΙ ΑΚΟΜΑ ΑΛΗΘΕΙΑ η παραδοσιακή ιδέα που θέλει τα «μεγάλα μυστικά» σε ερμητικά φυλαγμένες κρυψώνες, σε διάφορα κρατικά ή επιχειρηματικά ερμάρια. Είμαστε όμως στην εποχή όπου γύρω μας αλλάζει, βιαίως, το καθεστώς της αλήθειας των πραγμάτων. Στους καιρούς όπου η ανοιχτή απειλή, η ξεδιάντροπη υπόσχεση, τα απύλωτα στόματα εμφανίζονται μ’ όλο το θράσος που τους προσφέρει η δύναμη (ή και η αδυναμία, γιατί κι αυτή παράγει τους πικρούς καρπούς της).
Δεν χρειαζόταν πάντως το αρχείο Επστάϊν για να οδηγηθούμε στην εξής παραδοχή: πολλά αποτρόπαια και κατά κανόνα ατιμώρητα πράγματα γίνονται στους κόλπους μιας διεθνικής ελίτ, στα ιδιόκτητα νησιά, στις ιδιωτικές τους «χώρες», στις διάσπαρτες, εκτός νόμου, ζώνες των ισχυρών. Εξάλλου, εδώ και χρόνια, έχουμε αρκετή εξοικείωση με τη σχετική θεματική, από τις snuff ταινίες (με πραγματικά βασανιστήρια και θανάτους) έως τις πιο πεζές, σεξουαλικο-κατασκοπευτικές εκδοχές στη μυθοπλασία. Ας το πούμε, πάντως, δεν βλάπτει: αυτή η μυθοπλασία έλεγε βασικά την αλήθεια.
Η δεύτερη, δύσκολη αλλά επίσης αναγκαία, παραδοχή που πρέπει να κάνουμε αφορά την ιδιαίτερη ευθύνη των δυτικών ελίτ, του αμερικανοευρωπαϊκού φάσματος για την ακρίβεια – παρότι απεχθή πράγματα συμβαίνουν ασφαλώς σε πολλές αυλές, σε δεσποτικά και αυταρχικά καθεστώτα και εκτός Δύσης. Εκεί όμως δεν πλαισιώνονται από προωθημένες νομικές, πολιτικές και ηθικές αναφορές. Ο δεσποτισμός είχε από πάντα «χαρέμια» και δούλους. Ο συνδυασμός επιτρεπτικής ασυδοσίας για τις ελίτ, γραφειοκρατικής φιλελεύθερης ηθικολογίας, επιχειρηματικών ντιλ και πολιτικών εξαγορών είναι ένας δυτικός συνδυασμός με κυρίαρχη, φυσικά, την αμερικανική συμβολή.
Είναι ένας ιδιαίτερος τύπος μηδενισμού, που φέρει μαζί του τη βούληση για ισχύ και όλες τις τεχνολογίες δικτύωσης και οργάνωσης που θα προσφέρει στα αρπακτικά του ο παγκοσμιοποιημένος (νεο)φιλελευθερισμός. Το λάθος που κάνουμε συχνά, επειδή μας δυσκολεύει να συνειδητοποιήσουμε το βάθος και την έκταση αυτού του μηδενισμού, είναι πως πιστεύουμε ότι αυτές οι ελίτ «κυβερνούν» μέσω της απόκρυψης, οργανώνοντας απολύτως αποτελεσματικά και απόρθητα στεγανά. Τα απόρθητα στεγανά είναι μια φαντασίωση. Αυτό το λάθος το κάνουν κυρίως οι συνωμοσιολόγοι που δεν κατανοούν τα δίκτυα τύπου Έπσταϊν ως μορφές επιχειρηματικής και πολιτικής διασύνδεσης παρά μόνο ως «σκοτεινά σχέδια» μιας σχεδόν διαβολικής νέας τάξης. Γιατί αυτό είναι λάθος; Διότι παραγνωρίζει ό,τι είπαμε στην αρχή: πως από ένα σημείο και πέρα αυτά τα συστήματα «δουλεύουν» μέσα από τη σύγχυση και όχι την απόκρυψη. Κυβερνούν με τη ρευστότητα, την αμφιβολία, την πυκνότητα και την άφθονη ποσότητα των δεδομένων που οδηγούν σε έναν κορεσμό πληροφοριών και αντιφατικών ερμηνειών. Η ταχύτητα (άλλο κατεξοχήν δυτικό πάθος) είναι ο μεγάλος σύμμαχος αυτού του κακού. Γι’ αυτό και οι άνθρωποι που μετέχουν σε αυτά τα δίκτυα, όπως ο Έπσταϊν, επιδεικνύονται και αυτοεκτίθενται. Δεν είχαν πρόβλημα να προωθήσουν τα ειδεχθέστερα πράγματα μπροστά σε κάποια κάμερα, να αγκαλιαστούν με εφήβους και μεγάλους ηγέτες σε πλάνα με χαμόγελα.
Η ίδια η διαφάνεια γίνεται η τελειότερη μέθοδος για να χαθεί το ουσιώδες, να χορτάσουν οι άνθρωποι από λεπτομέρειες, μικροεπεισόδια, σκανδαλιστικούς συνειρμούς. Να, ας πούμε τα πιπεράτα για τον πρίγκιπα Άντριου, εκεί και η Σάρα Φέργκιουσον, παραδίπλα το «χαρέμι» του γελοίου Ίλον Μασκ. Η επεξεργασία της αποκαλυπτικής ύλης και η μετατροπή της σε φτηνό πορνό είναι το πρώτο βήμα για την πολιτική λήθη της ουσίας. Ένας ωκεανός «δεδομένων» που αφού σχολιαστούν βιαστικά (γιατί το ενδιαφέρον των πολλών κρατάει λίγο) και γεννήσουν προβλέψιμα ηθικά κατηγορητήρια, θα αφήσουν την κατάσταση έτσι όπως ήταν και πριν από την αποκάλυψη των αρχείων. Σε μεγάλο βαθμό, η φρίκη που εκλύεται δεν αφομοιώνεται ως πολιτικοκοινωνικό συμβάν αλλά ως ταινία τρόμου.
Τι είναι λοιπόν το αρχείο Έπσταϊν; Δεν είναι ένας χώρος εναπόθεσης σκουπιδιών με παρακμιακούς γόνους άχρηστων βασιλικών οίκων για μεγα-επιχειρηματίες, για συντηρητικούς ή «προοδευτικούς» αξιωματούχους. Δεν είναι απλώς ένα αποδεικτικό υψηλής παραβατικότητας και διαστροφής. Ούτε καν αυτό που τονίζουν άλλοι σχολιαστές, μια επιμελής κατασκευή με ενορχηστρωτή τις ισραηλινές μυστικές υπηρεσίες ή ακόμα (το διάβασα κι αυτό) τις υπηρεσίες του Κρεμλίνου.
Πιθανόν η διάσταση της εμπλοκής κρατικών υπηρεσιών και του ίδιου του ζεύγους Έπσταϊν-Μάξγουελ ως πρακτόρων-μεσολαβητών να είναι εύλογη. Από παλιά ξέρουμε πως οι διαπροσωπικές και πιο «λεπτές» σχέσεις με ισχυρούς ανθρώπους είναι πειρασμός για κάθε μυστική υπηρεσία που έτσι αγοράζει επιρροή, ασκώντας συχνά και την τέχνη του εκβιασμού. Πολιτικά, όμως –και ηθικά, με τους όρους της δημοκρατικής ηθικής– το αρχείο Έπσταϊν είναι η πειστικότερη μαρτυρία για το πώς η κυριαρχία, δηλαδή η υπέρμετρη εξουσία, είναι από μόνη της διαστροφή. Όχι μόνο η υπέρμετρη εξουσία κρατικών υπηρεσιών αλλά και η εξουσία ιδιωτών – ή, όπως θα λέγαμε παλιά, «μελών της κοινωνίας των ιδιωτών» (για παράδειγμα εταιρειών, ανθρώπων της οικονομίας, μεγαλοσχημόνων της Ακαδημίας κ.λπ.).
Ενοχλεί φυσικά το σχόλιο όταν ξεφεύγει λίγο από τη δαιμονολογική σκιαγράφηση του Έπσταϊν ή τον καυτηριασμό του ενός ή άλλου αυλικού της ομήγυρης αυτής. Όμως το αρχείο Έπσταϊν είναι μια συγκεκριμένη αποκάλυψη για την αποσύνθεση μιας ορισμένης Δύσης, μιας μουμιοποιημένης φιλελεύθερης δημοκρατίας και ενός μηδενισμού που έχει άμεση σχέση με το σύστημα του χρήματος. Πέρα άλλωστε από ένα πανόραμα διαστροφών, είναι ένας χάρτης σχέσεων εξουσίας και γνώσης του επενδυτικού τοπίου, των χρηματοπιστωτικών συναλλαγών και των σύνθετων μεσολαβήσεων.
Συζητάμε συχνά για τον Ντόναλντ Τραμπ και τη συναλλακτική αντίληψη που έφερε στη διεθνή πολιτική. Αν θέλουμε να είμαστε ειλικρινείς, ας παραδεχτούμε ότι πρόσωπα όπως ο Έπσταϊν και η Μάξγουελ στάθηκαν πρωτοπόροι αυτής της συναλλακτικής-εκβιαστικής πρακτικής. Στη δική τους περίπτωση αφορούσε νεαρά κορίτσια και αγόρια. Στην περίπτωση του Τραμπ περιλαμβάνει και χώρες, πολιτικούς αντιπάλους, περιοχές του κόσμου. Μια κουλτούρα του βιασμού μέσα στην κουλτούρα του χρήματος. Μια επίδειξη χαμέρπειας.
Προφανώς και αυτή η «Δύση» πρέπει να πεθάνει. Να πάει άκλαυτη. Για να ανασάνουν όλες εκείνες οι εκδοχές ζωής, κοινότητας, πολιτικού βίου που δεν θα ανέχονται πια το κακό.
Απέναντι στον Πόλεμο
Ο Χέγκελ έλεγε ότι ο πόλεμος είναι η μοναδική δυνατότητα του αστού να βγει κάπως από το εγώ του. O πόλεμος σαν κάποια λύση (προσωρινή, εννοείται) για να αντιμετωπίσει τον θάνατο ο απορροφημένος στα στενόκαρδα συμφέροντά του ιδιώτης. Από εκείνους τους καιρούς –και προφανώς από πολύ παλαιότερα– ο πόλεμος, η θυσία και η ηρωική αυταπάρνηση προβάλλουν ως θεραπευτικά μέτρα για την «εμπορική κοινωνία» και τους ανθρώπους της. Ο μοντέρνος ατομικιστής παύει για λίγο να είναι τυφλός σε σχέση με τις συλλογικές του υποχρεώσεις: μέσα από την έξαρση της μάχης, τη σύγκρουση και τη συνάντηση με την ανεκρίζωτη βία της Ιστορίας.
Παραδόξως, συναντά κανείς κάποιες επιδράσεις αυτής της ιδέας σε σημερινές απόψεις για τους Ευρωπαίους της Δύσης και τον πόλεμο στην Ουκρανία. Οι σύγχρονοι παρουσιάζονται σαν κακομαθημένα παιδιά μιας υλιστικής εποχής που πρέπει να επωμιστούν το πεπρωμένο τους. Πώς; Απαντούν: με την αντιμετώπιση της επιθετικότητας του Κρεμλίνου και της ουκρανικής υπόθεσης. Για να γίνει αυτό –συνεχίζει το ίδιο επιχείρημα– δεν υπάρχει άλλος δρόμος από τη στρατιωτικοποίηση των ευρωπαϊκών οικονομιών μαζί με ένα ήθος «πολεμικού φιλελευθερισμού» που θα μπορούσε να προσθέσει αξίες και κάποιο φρόνημα στις αγορές και στη δημοκρατία. Η ίδια ιδέα ζυμώνεται από συγγραφείς (Αν Απλμπάουμ κ.ά.), υπουργούς και στρατιωτικούς ηγέτες (στη Γερμανία, στην Ελλάδα, στη Γαλλία) και από πολίτες και διανοούμενους σε πολλές χώρες.
Όντως, το πρόπλασμα αυτής της άποψης ανατρέχει στους κλασικούς, στους Έλληνες και στους Ρωμαίους. Από εκεί αντλούν οι πολιτικές παραδόσεις που εγκωμιάζουν την ελεύθερη πολιτεία, μια μορφή πολιτικού δεσμού που έκρινε αυστηρά τον φιλήσυχο ιδιώτη, εκτιμώντας περισσότερο τον ανήσυχο και εύτολμο πολίτη. Είναι παραδόσεις που έχουν συμβάλει πολύ σε μια αγωνιστική πολιτική παιδεία, έχουν όμως γίνει και εργαλεία ιδεολογικής παραπλάνησης.
Πώς παρουσιάζεται σήμερα ένας τέτοιος λόγος; Στο πρόσφατο εγκώμιο της πολιτικής επαγρύπνησης και του φρονήματος διακρίνει κανείς πολλές αποσιωπήσεις. Η αντίρρηση κάποιων (όχι πολλών, δυστυχώς) για τα θηριώδη εξοπλιστικά προγράμματα στην Ευρωπαϊκή Ένωση και γενικότερα οι αγωνίες για ειρήνη αντιμετωπίζονται με το εξής πλαστό δίλημμα: είτε θα είσαι με τη στρατιωτικοποίηση της οικονομίας και της ηθικής του πολίτη, είτε θα στηρίζεις τον ανέμελο καταναλωτικό ατομικισμό. Είτε θα θεωρήσεις το πλέγμα ασφαλείας και τις νατοϊκές μηχανές του ως εγγύηση της ελευθερίας είτε, σε διαφορετική περίπτωση, θα παγιδευτείς σε ειρηνιστικές αυταπάτες, αν όχι και σε ύποπτες συναλλαγές με τον εχθρό.
Διαβάζω τώρα, 1η Δεκεμβρίου: τα έσοδα από την πώληση όπλων και στρατιωτικών υπηρεσιών από τις 100 μεγαλύτερες εταιρείες παραγωγής όπλων αυξήθηκαν κατά 5,9% το 2024, αγγίζοντας ένα ρεκόρ 679 δισεκατομμυρίων δολαρίων, σύμφωνα με τα νέα δεδομένα που δημοσιεύθηκαν σήμερα από το Διεθνές Ινστιτούτο Ερευνών για την Ειρήνη της Στοκχόλμης (SIPRI). Αν ανατρέξει κανείς στην ιστοσελίδα του SIPRI, έχει έναν πλούτο στοιχείων και τεκμηριώσεων αυτής της μαζικής στροφής προς στρατιωτικο-αστυνομικές δαπάνες (και δυσθεώρητα κέρδη για τις εταιρείες και τους μεσάζοντες).
Δεν είναι όλα αυτά αιτία ανησυχίας και λόγος για να ζητήσει κανείς εξηγήσεις, να ψάξει περισσότερο κάτω από το παχύ στρώμα της ιδεαλιστικής ρητορικής; Ή μήπως πρέπει κανείς να συναινέσει σε μια πορεία προς έναν κόσμο του 1950, την ίδια στιγμή που οι ολιγάρχες εξαγγέλλουν, ανεξέλεγκτοι, τις φουτουριστικές τους ουτοπίες;
Θα μπορούσε να πει κανείς πως το δίλημμα δεν είναι ανάμεσα σε έναν πόλεμο δίχως ορίζοντα λήξης και στον φυγόμαχο ατομικισμό. Διότι δεν είναι μόνο το Ουκρανικό που διεκδικεί να έχει υπαρξιακή σημασία για τους λαούς και τους πολίτες της Ευρώπης. Μια στρατιωτική αντιπαράθεση που καταναλώνει όλο και πιο επικίνδυνα όπλα, στο φόντο μάλιστα της επιστροφής του πυρηνικού ανταγωνισμού, μοιάζει με καθαρό αδιέξοδο. Υπάρχουν όμως άλλα ευρωπαϊκά και παγκόσμια στοιχήματα που καλούν σε στράτευση και αφύπνιση: η κατάσταση της γης και του περιβάλλοντος, η ανάσχεση των μετα-φασισμών, η ανάγκη για ανατροπές στη σχέση μεταξύ χωρών του Βορρά και του παγκόσμιου Νότου – όλα αυτά επείγουν και θέλουν όντως μια κουλτούρα μαζικής κινητοποίησης πόρων, ανθρώπων και συλλογικής νοημοσύνης.
Η αντίθεση στον πόλεμο δεν σημαίνει καθόλου να υπερασπίζεται κανείς τον κτητικό ατομικισμό όσων δεν αναγνωρίζουν κανένα συλλογικό σκοπό και ηθική αυτο-υπέρβασης. Ξέρουμε απλώς ότι ο κόσμος των ευρωπαϊκών ελίτ δεν πρόκειται να εκτεθεί σε σοβαρούς κινδύνους σε έναν εικαζόμενο πόλεμο με τη Ρωσία. Ούτε οι συγγενείς των πουτινικών αξιωματούχων θα υποστούν δεινά (πέρα από κάποιους παγωμένους λογαριασμούς που ούτως ή άλλως έχουν αντέξει). Θα έχουν βρεθεί σε απόσταση ασφαλείας, συνεχίζοντας τις επίχρυσες ζωές τους στο Ντουμπάι και στις διάφορες «Ριβιέρες» ανά τον πλανήτη.
Στη θέση της οικονομίας και της ηθικής του πολέμου μπορεί να μπει η ενδυνάμωση της κοινωνίας και η πολιτική ενθάρρυνση εναλλακτικών συλλογικών φρονημάτων. Δεν είναι μόνο η τραμπική εξουσία και ο συναλλακτικός ηγεμονισμός. Είναι και η ευρωπαϊκή στροφή σε έναν στρατόφρονα λόγο (με αντίστοιχες αλλαγές προσανατολισμού στην οικονομία και στην επίσημη ιδεολογία) που δείχνει πως η Δύση δεν μπορεί να σταθεί ούτε απέναντι στις όποιες εξωτερικές απειλές ούτε απέναντι στα εσωτερικά της προβλήματα.
Ο πλανήτης έχει φτάσει σε μεγάλο βαθμό στα όριά του. Η ανάπτυξη τερατωδών οπλικών συστημάτων μετατρέπει σε τρελό πείραμα κάθε επιλογή για σοβαρής κλίμακας στρατιωτική σύγκρουση. Ακόμα και η τεχνολογική μεταβολή στα φονικά συστήματα (με drones, ηλεκτρονικές επιχειρήσεις σαμποτάζ, ρομπότ-δολοφόνους) προωθεί έναν εφιάλτη για τις κοινωνίες μας. Η μοναδική ευκαιρία των πολιτών να γίνουν πραγματικοί πολίτες είναι έτσι μια διεκδίκηση ειρήνης και διαπραγμάτευσης χωρίς ψευδαισθήσεις για τις άδικες και τραγικές πλευρές των διευθετήσεων και των συμφωνιών που βλέπουν το φως.
Ο πόλεμος είναι το μεγαλύτερο δεινό και τα συστήματα που οργανώνονται γύρω από αυτόν δεν μπορεί να αποφύγουν, τελικά, την αυταρχική παρέκκλιση και τη δημοκρατική παρακμή.