TI ΣΗΜΑΙΝΕΙ (ΠΙΑ) ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ;
Ο πολιτισμός της δημιουργικής γραφής, της επιστημονικής, της δοκιμιακής- με τον έναν ή άλλο τρόπο έχουν εμπλακεί σε μια διαδικασία βαθιών μετασχηματισμών.
Ήδη πολλές αλλαγές είχαν προαναγγελθεί από το 2010 με την έλευση των social media και τη μαζικοποίηση και τεράστια διεύρυνση των ατόμων που τους απονέμεται ο τίτλος ψηφιακός δημιουργός- μια ήπειρος κειμενογραφίας – για να μην μιλήσω για την παραγωγή εικόνων, memes κ.λπ.
Με τα Μεγάλα Γλωσσικά Μοντέλα και την εκθετική ανάπτυξη κάθε είδους εξειδικευμένων apps, ένα νέο καθεστώς πολιτισμικής παραγωγής και κατανάλωσης εγκαθίσταται. Δημιουργώντας τετελεσμένα χρήσης μέσα σε δύο τρία χρόνια- ασχεδίαστα, με αδιαφορία για το εύρος των συνεπειών σε τρία πεδία:
Στην ίδια τη λογική της συγγραφικής πράξης.
Στην υλική-οικονομική ύπαρξη επαγγελμάτων-λειτουργιών και
Και ως προς το ταυτοτικό ζήτημα του τι είναι και τι (θα) κάνει ένας συγγραφέας στο μέλλον (ήδη από σήμερα δηλαδή)
Νομίζω ότι η κεντρική πρόταση που μας απευθύνεται από τους οπαδούς μιας συμβατικής λογικής είναι η εξής: αποδοχή ως αναπόδραστης εξέλιξης της μετατροπής του συγγραφέα σε curator/επιμελητή περιεχομένων γραφής. Την αποδοχή του co-authorship με τα όλο και πιο ικανά και εξελισσόμενα bots. Την σταδιακή αποκόλληση από την παραδοσιακή ανθρωπιστική ιδέα του συγγραφέα ως δημιουργού-«κυρίου» των όσων παράγει- την, με κάποιο τρόπο, αναδιευθέτηση ζητημάτων συναφών με τα συγγραφικά δικαιώματα με ‘ευφυέστερους’ τρόπους- ή με την αλλαγή του πεδίου των ρόλων του συγγραφέα (λόγου χάρη με την έμφαση στην παραγωγή reelς, podcasts, την ένθεση γενναίων δόσεων προφορικότητας κ.λπ.)
Εκτιμώ ότι ένα σημαντικό κομμάτι της ευρύτερης συγγραφικής-καλλιτεχνικής κοινότητας θα αποδεχτεί αυτό το πλαίσιο ρόλων και τις κατανομές του. Για λόγους πραγματιστικούς ή θεωρώντας, όντως, πως μπορεί να βρεθεί μια ακριβοδίκαιη ισορροπία ανάμεσα στην κλασική συγγραφική ταυτότητα και τους νέους όρους γύρω από την παραγωγή περιεχομένου γραφής και εικόνας.
Νομίζω ότι η συζήτησή για όλα αυτά τα ζητήματα πρέπει να απεγκλωβιστεί από μια άχαρη απαρίθμηση ‘θετικών’ και ‘αρνητικών’, δυνατοτήτων και κινδύνων, των υπέρ και των κατά. Προφανώς, δεν τίθεται θέμα, για ένα φάσμα διευκολύνσεων, απλουστεύσεων και ωφελημάτων. Δεν είμαστε αγνώμονες ‘ασκητές’ όσοι αντιδρούμε με περισσότερα ερωτήματα. Από τη σκοπιά μάλιστα των θεσμικών ιδρυμάτων ή των γραφειακών διαδικασιών στον χώρο του πολιτισμού, του product management των βιβλίων, τα θέματα χρόνου και μείωσης κόστους είναι σημαντικά. Ιδίως, στο βαθμό που και η πολιτιστική αγορά των βιβλίων εντάσσεται σε αλυσίδες αξίας της σύγχρονης καπιταλιστικής οικονομίας.
Από την πλευρά όμως της ίδιας της συγγραφικής κουλτούρας και του πολιτισμού της γραφής δεν μπορούμε να είμαστε γλυκόπιοτοι και μετριοπαθείς. Εννοώ πως ήδη βλέπουμε πως η αθρόα διάχυση της ‘συνήθειας’ προσφυγής σε ΤΝ, γεννάει γύρω μας μικρά ή μεγάλα τέρατα:
- Μια επιδειξιομανή έλλειψη βάθους- με αντίστοιχη επιμήκυνση και άπλωμα των κειμένων σε υπερφλύαρη κατεύθυνση με αδρανοποίηση και ταρίχευση της λυρικής γλώσσας.
- Μια αδιέξοδη άνοδο της ‘παραγωγικότητας’ που μοιάζει με την κυκλοφορία πληθωριστικού χρήματος στη Βαϊμάρη του Μεσοπολέμου.
- Την προβληματική εισαγωγή των νεότερων ανθρώπων στην ιδέα ότι η πρωτογενής έρευνα και οργάνωση της συγγραφής – αλλά ακόμα και ιδέες, πλοκές, ύφος- μπορούν να είναι λίστες παραγγελιών και διαθέσιμα «μενού»
- Τέλος, το θεμελιώδες για μένα πρόβλημα της κατίσχυσης των ιδιωτικών κολοσσών σε όλο το φάσμα του πολιτισμού. Βλέπουμε τι γίνεται στη Γαλλία με τον μεγαλοεπιχειρηματία της άκρας δεξιάς Βενσάν Μπολορέ, τον εκδοτικό οίκο Grasset κλπ. Δεν είναι μεμονωμένες εξελίξεις αλλά στοιχεία μιας πολιτισμικής αλλαγής που ενώ συγκεντροποιεί σε απίστευτο τρόπο την οικονομία της κουλτούρας, πετάει στον χρήστη το τυράκι των διαφόρων chatgbt μέχρι βέβαια η αγορά να αποφασίσει πως οι συνδρομές θα ανέβουν καθέτως και το δωρεάν θα περιοριστεί στις πιο αναξιόπιστες ή πιο φτωχές εκδοχές εφαρμογών.
Θα αναρωτηθεί κανείς: γιατί σώνει και καλά να κάνουμε προστατευτικές πολιτικές, ατομικά και θεσμικά, συλλογικά, για τον πολιτισμό της γραφής; Μήπως αυτό είναι ένας γραμματολογικός ανθρωπισμός που όπως και άλλες επινοήσεις ενός ορισμένου υποκειμένου, ανήκει σε ένα παρελθόν που ‘πρέπει να παρέλθει’; Ένας αγώνας οπισθοφυλακής απέναντι στο Αναπόδραστο;
Σε αυτό το σημείο πιστεύω πως η συζήτηση ‘ανοίγει’ και έτσι πρέπει. Παντού, με τον ένα ή άλλο τρόπο, δεν μπορεί να αποφευχθεί η πολιτικοποίησή της, η συνάντηση δηλαδή των ερωτημάτων μας για την προστασία/ αξιοπρέπεια των κόσμων της συγγραφής με την προστασία/ αξιοπρέπεια άλλων κόσμων της εργασίας και της παραγωγής. Η συγγραφική λειτουργία είναι μια ιδιαίτερη μεσολάβηση ανάμεσα σε συγκεκριμένα ανθρώπινα βλέμματα και στον κοινωνικό κόσμο που τα πλαισιώνει, μεσολάβηση που μετασχηματίζει και αυτή τον κόσμο παρεμβαίνοντας στις σημασίες, στην μυθοπλαστική αναδημιουργία της πραγματικότητας ή, στην περίπτωση των μη μυθοπλαστικών κειμένων, στην ιστορική, κοινωνιολογική και φιλοσοφική κατανόηση. Όλα αυτά λογοδοτούν σε μια ιδέα περί πρακτικής ελευθερίας που χρησιμοποιεί τεχνολογίες αλλά δεν μπορεί να απορροφηθεί από τον τεχνολογικό αυτοματισμό. Ακόμα και αν «δύναται» πλέον τεχνικά να μεταγγιστεί μέσα στο αλγοριθμικό σύμπαν, οφείλουμε να αντισταθούμε σε μια ολοκληρωτική λογική που δεν υπηρετεί κανένα γνήσιο αίτημα χειραφέτησης και δεν συγκρατείται από πουθενά (εκτός από τα δικά μας όχι και ναι, από τη δική μας ποιητική και πολιτική ηθική).
Αυτο επιστρέφει σήμερα, σε τελείως άλλες συνθήκες από τις συνθήκες των ιστορικών αυταρχισμών και των παλαιών δεσμεύσεων: η ποιητική (συγγραφική) και πολιτική ηθική ως η μοναδική πραγματική εναλλακτική τεχνολογία για τη διάσωση της εμπειρίας της ελευθερίας και της δημιουργίας σε έναν κόσμο γενικών ισοδύναμων, χρηματικών και πληροφοριακών «ανταλλάξιμων».
[προσαρμοσμένη ομιλία από εκδήλωση-συζήτηση της Εταιρείας Συγγραφέων στην Έκθεση βιβλίου για τη γραφή και τις προκλήσεις της σήμερα]