του Gianni Giovannelli [Από την ιστοσελίδα του κύκλου μελετών Effimera. Critica e sovversioni del presente με λίγες, δικές μου επεμβάσεις]
(veritas parit odium· η αλήθεια γεννά μίσος)
Όσοι την αγαπούν, την βλέπουν να λάμπει· όσοι την μισούν, την βλέπουν να κοιτάζει.
Διότι, δεδομένου ότι δεν θέλουν να εξαπατηθούν αλλά θέλουν να εξαπατήσουν, την αγαπούν,
όταν αυτή τους αποκαλύπτει, και τη μισούν, όταν τους αποκαλύπτει τους ίδιους
Την αγαπούν όταν λάμπει, την μισούν όταν τους κατηγορεί.
Θέλουν να εξαπατούν μα δεν θέλουν να εξαπατηθούν,
γι’ αυτό την εγκρίνουν όταν αποκαλύπτει τον εαυτό της και την απεχθάνονται
όταν τους δείχνει με το δάχτυλο.
Αυγουστίνος (Εξομολογήσεις, βιβλίο X, 23.34)
Για να κατανοήσουμε και να αξιολογήσουμε το κείμενο της πρόσφατης εγκυκλίου του πάπα Λέοντα του Δέκατου Τέταρτου, πρέπει πρώτα απ’ όλα να λάβουμε υπόψη την ημερομηνία που επιλέχθηκε σκόπιμα για να ενισχύσει την πρόθεση μιας σημαντικής σύνδεσης: η δημοσίευση έλαβε χώρα 135 χρόνια μετά τη Rerum Novarum του Λέοντα του Δέκατου Τρίτου, την ίδια ακριβώς ημέρα, και πραγματεύεται το θέμα μιας τεχνολογικής επανάστασης η οποία θεωρείται, λόγω της ιστορικής της σημασίας και των συνεπειών της, ικανή να επηρεάσει την ύπαρξη των ανθρώπων, όπως είχε συμβεί κατά τη διάρκεια της βιομηχανικής επανάστασης στα τέλη του 19ου και στις αρχές του 20ού αιώνα. Ωστόσο, σε αντίθεση με τον προκάτοχό του, ο οποίος είχε θέσει στο επίκεντρο του τίτλου το εργοστάσιο (de conditione opificium), ο σημερινός Πάπας προτίμησε μια άμεση αναφορά στον άνθρωπο (the human person, το λατινικό κείμενο δεν είναι ακόμη διαθέσιμο), ως υποκείμενο που πρέπει να προστατευθεί στην εποχή της τεχνητής νοημοσύνης (on safeguarding the human person in the time of artificial intelligence). Δεν πρόκειται για ασήμαντη διαφορά, και σίγουρα δεν είναι τυχαία: οι λέξεις έχουν νόημα, έχουν βάρος, και όποιος τις χρησιμοποιεί από τον θρόνο στον τίτλο μιας εγκυκλίου το γνωρίζει πλήρως.
Από τη Rerum Novarum στη Magnifica Humanitas
Ο Ρόμπερτ Φράνσις Πρέβοστ δεν είναι ο πρώτος πάπας που ασχολείται με τη Rerum Novarum· αυτό είχε ήδη συμβεί σε τρεις προηγούμενες περιπτώσεις, με κίνητρα και λόγους πολύ διαφορετικούς από εκείνους που χαρακτηρίζουν, σήμερα, τη Magnifica Humanitas.
Ο πρώτος που έκανε παρέμβαση ήταν ο Achille Ratti, ο Πίος ο Ενδέκατος, θεολόγος εξαιρετικής μόρφωσης, διάσημος φιλόλογος και βιβλιόφιλος, πρώην έπαρχος της Βιβλιοθήκης Ambrosiana και στη συνέχεια της Βιβλιοθήκης του Βατικανού. Ο Λέων ο Δέκατος Τρίτος, ένας πολύ συντηρητικός κληρικός που μεγάλωσε στην ρωμαϊκή αριστοκρατία, είχε θεμελιώσει την κοινωνική διδασκαλία της Εκκλησίας σε μια ρητή αντίθεση με το κοσμικό ιταλικό κράτος (και με την επιρροή του τεκτονισμού τόσο στο φιλελεύθερο όσο και στο σοσιαλιστικό κίνημα). Ο συλλογικός οργανισμός που συνδέονταν με τις ενορίες και το κόμμα των Καθολικών αποτελούσαν τους δύο πυλώνες που στήριζαν τη θεωρία της επίλυσης των ταξικών συγκρούσεων μέσω της ενίσχυσης της προστασίας των συνθηκών για τους μισθωτούς, τόσο στα εργοστάσια όσο και στην ύπαιθρο. Οι καθολικές οργανώσεις παρέμεναν ξένες προς τα κρατικά όργανα όμως ταυτόχρονα έπρεπε να ασκούν ισχυρή πίεση για να επιβληθεί ο σεβασμός των παραδοσιακών θρησκευτικών εθίμων και, παράλληλα, να επιβάλλονται περιορισμοί, ακόμη και νομοθετικοί, στις ιδιωτικές επιχειρήσεις (έλεγχος της παιδικής εργασίας, υψηλότεροι μισθοί, προστασία της υγείας, περισσότερα δικαιώματα).
Ο Πίος ο Ενδέκατος, ο οποίος εξελέγη το 1922 ως αποτέλεσμα συμβιβασμού μεταξύ προοδευτικών και αντιδραστικών, μετά από ένα μακρύ και αμφιλεγόμενο κονκλάβιο, βρέθηκε να δραστηριοποιείται σε ένα πολύ διαφορετικό πολιτικό σκηνικό: η περίοδος μετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, η Ρωσική Επανάσταση, η Πορεία προς τη Ρώμη και η απαρχή του φασισμού, οι ένοπλες συγκρούσεις εν μέσω των κοινωνικών εντάσεων. Επέλεξε να ενσωματώσει την κοινωνική διδασκαλία της Εκκλησίας στην κοινωνική πολιτική του φασισμού, σφραγίζοντας το τέλος των εχθροπραξιών με τις Συμφωνίες του Λατερανού του 1929 και καθιστώντας τον εαυτό του τον πρώτο μονάρχη του νέου κράτους, της Πόλης του Βατικανού. Αν από τη μία πλευρά ο Πίος ο Ενδέκατος δέχτηκε να παραμερίσει το Λαϊκό Κόμμα του Ντον Στούρζο, από την άλλη πλευρά εξασφάλισε τη νομιμοποίηση της πανίσχυρης δομής της Καθολικής Δράσης, η οποία διέθετε πάνω από 5.000 παραρτήματα. Η εγκύκλιος του 1931 (Quadragesimo Anno) επικρίνει τις υπερβολές του φιλελευθερισμού, καταδικάζει τον μπολσεβικικό κομμουνισμό, συνδέεται (προλαβαίνοντας κατά κάποιον τρόπο μια περονιστική θέση) με τον φασισμό της «Χάρτας της Εργασίας», τον κορπορατισμό και τις κοινωνικές πολιτικές του καθεστώτος, αναδιαμορφώνοντας την ηγεσία της Καθολικής Δράσης προς μια κατεύθυνση λιγότερο εχθρική προς τη δικτατορία, διατηρώντας ωστόσο μια ορισμένη ελευθερία δράσης. Η Quadragesimo Anno επιδιώκει, λοιπόν, να κατευθύνει τον εθνικιστικό λαϊκισμό προς μια πιο μετριοπαθή στροφή· με έντονη κριτική στον ναζισμό (που επαναλαμβάνεται στην εγκύκλιο του 1937, Mit brennender Sorge) και μια ορισμένη επιείκεια απέναντι στον ισπανικό φρανκισμό (που επιβεβαιώνεται στην αντιμπολσεβικική εγκύκλιο Divini Redemptoris, επίσης του 1937). Η κίνηση αυτή έσωσε από τον αποκλεισμό τα στελέχη της μελλοντικής Χριστιανικής Δημοκρατίας όμως συνολικά αποδείχθηκε καταστροφή, λόγω των φυλετικών νόμων και του πολέμου. Ο Πίος ο Ενδέκατος πέθανε χωρίς να έχει δημοσιεύσει την «Humani Generis» που είχε συντάξει εναντίον του Χίτλερ, ενώ ο Πίος ο Δωδέκατος την κράτησε μυστική μόλις εξελέγη πάπας (το κείμενο αποκαλύφθηκε πολλά χρόνια αργότερα από τον Ιωάννη τον Εικοστό Τρίτο, κατά κόσμο Άντζελο Ρονκάλλι).
Η δεύτερη παρέμβαση δημοσιεύθηκε στις 15 Μαΐου 1961, με την ευκαιρία της εβδομηκοστής επετείου της Rerum Novarum, με μια εκπληκτική πρωτοβουλία του Άντζελο Ρονκάλλι, μέσω της εγκυκλίου Mater et Magistra, αφιερωμένης στις πρόσφατες εξελίξεις του κοινωνικού ζητήματος. Το θέμα της εργασίας αντιμετωπίζεται από μια προοπτική εντελώς διαφορετική σε σχέση με το παρελθόν, ενταγμένη στη διαδικασία μετασχηματισμού που συνδέεται με τη χρήση (πολιτική και στρατιωτική) της ατομικής ενέργειας, την πρόοδο της αυτοματοποίησης, την επιταχυνόμενη ταχύτητα των μεταφορών (εμπορευμάτων και προσώπων) και τη διάδοση των συστημάτων επικοινωνίας (ραδιόφωνο, τηλέφωνο, τηλεόραση, ραδιοκύματα). Το κείμενο εξυπηρετεί το πρόγραμμα ριζικής ανανέωσης που θα εφαρμοζόταν με τη Σύνοδο του Βατικανού, θέτει υπό αμφισβήτηση την ανοιχτή υποστήριξη προς το συντηρητικό στρατόπεδο σε διεθνές επίπεδο και, κυρίως, ανοίγει το δρόμο για τα αιτήματα χειραφέτησης που προέρχονται από τις υπανάπτυκτες χώρες και από την ομάδα των λεγόμενων «μη ευθυγραμμισμένων» ή Αδέσμευτων χωρών (αυτών δηλαδή που τοποθετούνταν εκτός των δύο αντιμαχόμενων μπλοκ του Ψυχρού Πολέμου). Η θεολογία της Απελευθέρωσης εισβάλλει στην πολιτική σκηνή και το θέμα της κοινωνικής δικαιοσύνης αποκτά νέα κεντρική θέση ακόμη και στην ερμηνεία των σχέσεων που σχετίζονται με την εργασία, το εισόδημα γενικά και τις συνθήκες διαβίωσης· περισσότερο από τα παραδοσιακά πολιτικά δικαιώματα, ο Πάπας Ιωάννης επιδιώκει να διασφαλίσει εκείνα που απελευθερώνουν από τη φτώχεια, την εκμετάλλευση και την πείνα. Μια αλλαγή πορείας στο πλαίσιο ενός σχεδίου ειρηνικής συνύπαρξης που θα αφήσει το στίγμα της, παρά τη μεγαλύτερη σύνεση του διαδόχου του Παύλου VI, ο οποίος τείνει να επιβραδύνει το ρυθμό.
Η τρίτη παρέμβαση, που χωρίζεται σε δύο μέρη, φέρει την υπογραφή του Κάρολ Βοϊτίλα. Σε σχέση με τον Ιωάννη τον Εικοστό Τρίτο, επιδιώκει να αλλάξει πορεία, εστιάζοντας στην ιεραρχία περισσότερο παρά στην ανανέωση, στην παράδοση περισσότερο παρά στην πρόοδο: για να βελτιωθεί πραγματικά η κατάσταση των εργατών, πρέπει, έλεγε, να τερματιστεί ο διάλογος με τον σοσιαλισμό και να δοθεί έμφαση στον φιλελευθερισμό και στον ανταγωνισμό. Η εγκύκλιος Laborem Exercens επρόκειτο να δημοσιευθεί, ως συνήθως, στις 15 Μαΐου, με την ευκαιρία της 90ής επετείου της Rerum Novarum. Όμως, στις 13 Μαΐου, ο Τούρκος ακροδεξιός Αλί Ακτσά πυροβόλησε δύο φορές με περίστροφο εναντίον του Ιωάννη Παύλου Β΄, ο οποίος γλίτωσε τον θάνατο για μια ανάσα (ο ίδιος υποστήριζε ότι χάρη στην Παναγία της Φατίμα, δεν είμαστε σε θέση να το διαψεύσουμε ή να το επιβεβαιώσουμε). Στο κλείσιμο, με ημερομηνία 14 Σεπτεμβρίου, χωρίς να γίνεται καμία αναφορά στο γεγονός, εξηγεί την καθυστέρηση με την ανάγκη να αναθεωρηθεί σε βάθος το κείμενο. Η ανθρώπινη εργασία ανάγεται, ενάντια σε κάθε μορφή υλισμού και οικονομισμού, στην πνευματικότητα, στη θρησκεία, στην οικογένεια και στην εθνική ενότητα. Η επίθεση στον παρεμβατικό κρατισμό και ο έπαινος στην ελεύθερη υποκειμενικότητα κάθε εργαζομένου αποτελεί μια συνειδητή επίθεση στην καρδιά της τότε πολωνικής κυβέρνησης, ενώ η υπεράσπιση του συνδικάτου ως μέσου προστασίας των εργατών και των αγροτών τείνει να ενισχύσει την παρουσία της Καθολικής Εκκλησίας σε κάθε μορφή οργάνωσής της, με τον φιλόδοξο στόχο της ανατροπής του λεγόμενου «πραγματικού κομμουνισμού» ως αθεϊστικού και τεχνοκρατικού. Δέκα χρόνια αργότερα, δημοσιεύοντας (προκλητικά και νωρίτερα) την 1η Μαΐου 1991 το δεύτερο μέρος, το Centesimus Annus, ο Βοϊτίλα γιορτάζει την πτώση του Τείχους, τη νίκη του Λεχ Βαλέσα στις προεδρικές εκλογές της 9ης Δεκεμβρίου 1990, καθώς και την κυβέρνηση μιας ανανεωμένης χριστιανικής δημοκρατίας στην άκρως χριστιανική Πολωνία. Το γράφει χωρίς επιφυλάξεις: ερμηνεύει κριτικά την ταξική σύγκρουση στον χώρο της εργασίας και την τοποθετεί οριστικά στο παρελθόν της ιστορίας, με το βλέμμα στραμμένο προς το μέλλον, το οποίο αντιλαμβάνεται ως ένα σύστημα αξιών θεμελιωμένο στην εκκλησιαστική ιεραρχία ως εγγυητή μιας παραδοσιακής τάξης στη ζωή των ανθρώπων και ικανό να εξασφαλίσει μια ήσυχη ευημερία χάρη στην εργατικότητα. Η μάχη (θρησκευτική και πολιτική) που προαναγγέλθηκε με την Laborem Exercens στέφθηκε σίγουρα με επιτυχία· αλλά το περήφανο στοίχημα της Centesimus Annus, 35 χρόνια μετά, φαίνεται αντίθετα να έχει κατακλυστεί από τα γεγονότα, σίγουρα στην Πολωνία του, αλλά και σε ολόκληρο τον πλανήτη. Από τον κοινωνικό και αλληλέγγυο συντηρητισμό του Πάπα Βοϊτίλα, στην εποχή των Τραμπ, Μελόνι, Μακρόν, Τουσκ και Νετανιάχου, δεν έχει απομείνει κανένα ίχνος.
Προφίλ του Φράνσις Ρόμπερτ Πρεβόστ
Ο Λέων ο Δέκατος Τέταρτος γεννήθηκε στο Σικάγο, την τρίτη μεγαλύτερη μητρόπολη των ΗΠΑ σε αριθμό κατοίκων, πολυεθνική και από τις πιο ανθεκτικές στον τραμπισμό. Στις 28 Μαΐου 2026 ο Πάπας δέχτηκε στο Βατικανό τον Μπράντον Τζόνσον, δήμαρχο της γενέτειράς του, ο οποίος εκλέχθηκε το 2023 με ένα ριζοσπαστικό πρόγραμμα για την προστασία των αστέγων, τη φορολόγηση των μεγάλων περιουσιών, την αντίθεση στις στρατιωτικές δαπάνες και τη στήριξη του παλαιστινιακού λαού. Ο αρχιεπίσκοπος του Σικάγου, ο καρδινάλιος Μπλέιζ Κούπιτς, ο οποίος διορίστηκε από τον Πάπα Φραγκίσκο το 2014, ήρθε σε σύγκρουση με την αμερικανική κυβέρνηση κατά τη διάρκεια των επιχειρήσεων συλλήψεων μεταναστών. Ο κυβερνήτης της πολιτείας, Τζέι Πρίτσκερ, δισεκατομμυριούχος εβραϊκής καταγωγής, θα ταχθεί επίσης στο πλευρό του προοδευτικού στρατοπέδου και απένειμε το περίφημο βραβείο αρχιτεκτονικής που ίδρυσε η οικογένειά του στον Κινέζο Λιου Τζιακούν, δηλαδή στον πιο γνωστό εκπρόσωπο της λεγόμενης βιώσιμης αρχιτεκτονικής, η οποία βασίζεται στον σεβασμό της φύσης και στην ανακύκλωση υλικών, σε μια σχεδόν μινιμαλιστική διάσταση και πάντως κριτική απέναντι στην αδιάκριτη χρήση του εδάφους και στη μεγαλοπρέπεια. Ένα χαστούκι στις μεγάλες εταιρείες ακινήτων από…έναν μεγιστάνα της ξενοδοχειακής βιομηχανίας! Το Σικάγο, εκτός από έδρα μεγάλων εγκληματικών οργανώσεων κατά τη διάρκεια της ποτοαπαγόρευσης, είναι η πόλη των τεσσάρων αναρχικών που απαγχονίστηκαν για τις αιματηρές διαμαρτυρίες του Χέιμαρκετ, την 1η Μάη του 1886 (και, ως γνωστό, από αυτό το επεισόδιο προέρχεται η επιλογή της ημερομηνίας). Το 1960 αποτέλεσε επίσης το σκηνικό των «Ημερών της Οργής», της εξέγερσης υπό την ηγεσία των Weatherman (με την κατεδάφιση του μνημείου των αστυνομικών που σκοτώθηκαν στο Χέιμαρκετ), εξέγερση που αντιμετωπίστηκε με μια άνευ προηγουμένου κατασταλτική βία. Το Σικάγο, τέλος, εξαιτίας της κρίσης που συνδέεται με τη μεταβατική περίοδο που βιώνει, χαρακτηρίζεται από τεράστιο έλλειμμα στα δημόσια ταμεία (πάνω από ένα δισεκατομμύριο δολάρια) και από δαπάνες για συντάξεις που ανέρχονται σχεδόν στο 40% του δημοτικού προϋπολογισμού. Μια πόλη, αυτή του Φράνσις Πρέβοστ, γεμάτη μεγάλες αντιφάσεις και μεγάλες ελπίδες, ταυτόχρονα επαναστατική και ανήσυχη. Πρέπει να ληφθεί υπόψη η καταγωγή του για να κατανοήσουμε τον χαρακτήρα του σε όλη του την πολυπλοκότητα. Ο Πρέβοστ αποφοίτησε, σε πολύ νεαρή ηλικία, από το τμήμα Μαθηματικών (1977) και, έτσι, κατά τα χρόνια της εκπαίδευσής του, μελέτησε τους κανόνες της συλλογιστικής και της απόδειξης, το αυστηρό συμβολικό σύστημα για τον προσδιορισμό της εγκυρότητας των συμπερασμάτων. Και, παράλληλα, όπως έχει αποσαφηνίσει ο μεγάλος μαθηματικός Κουρτ Γκέντελ, κατανοεί την ατέλεια κάθε συστήματος, την ανάγκη για εξωτερική εξέταση, έξω από τον εσωτερικό μηχανισμό που το χαρακτηρίζει. Κατά τη διάρκεια των πανεπιστημιακών μαθημάτων του είχε την ευκαιρία να εμβαθύνει στα έργα του Αυγουστίνου (το πρότυπό του όταν πήρε το ιερό χρίσμα) και ενός μεγάλου Γερμανού θεολόγου, του Καρλ Ράνερ (1904-1984), κεντρικής μορφής στα έργα της Συνόδου, που αποτέλεσε την πηγή πολλών ρευμάτων της χριστιανικής σκέψης κατά τον περασμένο αιώνα. Σε αυτόν στράφηκαν τόσο ο νεαρός Ράτσινγκερ (διατηρώντας τον θαυμασμό του ακόμη και μετά τη συντηρητική στροφή στα χρόνια της ωριμότητάς του) όσο και οι ιδρυτές της λεγόμενης θεολογίας της απελευθέρωσης, ιδίως (το κείμενό του του 1971 είναι θεμελιώδους σημασίας) ο Γκουστάβο Γκουτιέρεζ-Μερίνο Ντίαζ (1928-2024), ο Περουβιανός μοναχός-κήρυκας τον οποίο ο Λέων Δέκατος Τέταρτος είχε την ευκαιρία να γνωρίσει σε βάθος κατά τη διάρκεια της μακράς περιόδου που πέρασε στη χώρα της Νότιας Αμερικής. Για 12 χρόνια ο Πρέβοστ ηγήθηκε του τάγματος επαιτών των Αυγουστινιανών (γνωστοί και ως ερημίτες, ίδιο τάγμα με αυτό του Μαρτίνου Λούθηρου), με πάνω από 400 μοναστήρια και 3.000 μοναχούς, το οποίο ήταν βαθιά ριζωμένο στη Λατινική Αμερική, αποκτώντας σταθερή οργανωτική εμπειρία σε περιοχές με κοινωνικές συγκρούσεις.
Η εγκύκλιος της 15ης Μαΐου 2026
Η «Magnifica Humanitas» είναι ένα εκτενές κείμενο, που διαρθρώνεται σε 245 παραγράφους, χωρισμένες σε εισαγωγή, 4 κεφάλαια και συμπέρασμα, χρησιμοποιώντας ένα λιτό ύφος για μια ακολουθία δηλώσεων που συνδέονται με αυστηρή λογική, όπου η αμφιβολία για το τι μας επιφυλάσσει το μέλλον δεν κλονίζει τις σταθερές πεποιθήσεις σχετικά με την ανάγκη για δράση. Στην εισαγωγή, ο Λέων ο Δέκατος Τέταρτος επιμένει στην ανάγκη να εξεταστούν οι πνευματικές και πολιτισμικές ρίζες που χαρακτηρίζουν τον μετασχηματισμό που βρίσκεται σε εξέλιξη (βιώνουμε μια φάση ταχείας μετάβασης), επισημαίνοντας δύο αντίθετες και ασυμβίβαστες σχολές σκέψης: μία σχολή (ο πύργος της Βαβέλ) στοχεύει στην κατάκτηση της τεχνολογίας με μοναδικό σκοπό την κυριαρχία και την απόκτηση πλούτου, ενώ η άλλη (τα τείχη της Ιερουσαλήμ) επιδιώκει να επαναφέρει την τεχνητή νοημοσύνη (και την ανάπτυξη της τεχνολογίας) στο πλαίσιο της κοινότητας και των αρχών της εν αλληλεγγύη δικαιοσύνης. Η πλειοψηφία των ζώντων όντων στον πλανήτη παραμένει σε αγωνιώδη αναμονή, παρακολουθώντας τα γεγονότα, ανάμεσα στην αγωνία και την ελπίδα. Πρόκειται όμως για αποφασιστικά ερωτήματα που δεν μπορούν να παρακαμφθούν: τίθεται πλέον το καθήκον να παραμείνουμε άνθρωποι. Η ριζοσπαστικότητα της προϋπόθεσης μετριάζεται, συνετά, στο πρώτο κεφάλαιο, το οποίο είναι αφιερωμένο στα γεγονότα των προηγούμενων κοινωνικών εγκυκλίων: όπως συνηθίζεται όταν ένας πάπας μιλά εκ θρόνου (ex cathedra), κάθε απόσπασμα των προκατόχων του εντάσσεται στη συνολική ενότητα της Εκκλησίας, παρακάμπτοντας επιδέξια τις αποκλίσεις για να συγκροτηθεί μια συνεπής, ομοιόμορφη και αρμονική Καθολική κοινωνική διδασκαλία. Όμως, αν διαβάσει κανείς προσεκτικά, ο έπαινος του παρελθόντος δεν αποτελεί εδώ παραίτηση από τις τρέχουσες πεποιθήσεις του. Προχωρά με εκκλησιαστική σύνεση, όμως δεν κάνει βήματα πίσω.
Τεχνική και κυριαρχία
Το δεύτερο και το τρίτο κεφάλαιο αποτελούν την καρδιά του κειμένου, όπου εξετάζεται η σχέση μεταξύ της υπεράσπισης των αρχών και της χρήσης της τεχνικής ως εργαλείου κυριαρχίας. Όποια και αν είναι η κρίση μας για αυτή τη στάση, η οποία έχει τη φιλοδοξία να αποτελέσει ένα μανιφέστο της Καθολικής σκέψης, είναι αδύνατο να αγνοήσουμε την ουσία μιας ανοιχτής καταδίκης του τεχνοκρατικού φιλελευθερισμού και της ιδεολογίας της δύναμης. Μια τέτοια επιλογή δεν ήταν καθόλου δεδομένη, ιδίως αν ληφθεί υπόψη η ισχύς της επικοινωνίας των μέσων μαζικής ενημέρωσης, που έψαχναν να σηματοδοτήσουν το τέλος της ‘ανωμαλίας’ την οποία αντιπροσώπευε ο Πάπας Φραγκίσκος και ένα είδος συντηρητικής εξομάλυνσης που θα ενσάρκωνε, πίστευαν, ο Πάπας Λέοντας. Τώρα οι συστημικοί δίαυλοι διαστρεβλώνουν το κείμενο, για να το εξουδετερώσουν, για να το συρρικνώσουν σε μια γενική καταγγελία χωρίς συγκεκριμένες συνέπειες. Ένα παράδειγμα, μεταξύ πολλών άλλων, αυτής της «χειρουργικής επέμβασης» είναι το άρθρο που δημοσιεύθηκε στις 14 Ιουνίου 2026 στην εφημερίδα Il Sole 24 Ore από τον πρόεδρο της Ενωσης Ιταλικών Τραπεζών, Αντόνιο Πατουέλι: ο νέος ανθρωπισμός (;) είναι μια σούπα που ταιριάζει σε όλα τα γούστα και δεν γίνεται κατανοητό με ποιον έχει πρόβλημα ο Πάπας όταν επισημαίνει το ρίσκο του ελέγχου της ζωής μέσω μιας μαζικής και ιδιωτικής συλλογής δεδομένων. Μου έρχεται στο μυαλό αυτό που είπε ο Φραγκίσκος στην κηδεία του Γκουτιέρεζ, ο οποίος ήταν συνηθισμένος στις κριτικές και σταθερός στην υπεράσπιση των φτωχών: ήξερε να σιωπά όταν έπρεπε να σιωπήσει, ήξερε να υποφέρει όταν έπρεπε να υποφέρει.
Ωστόσο, οι θέσεις της παπικής εγκυκλίου είναι αιχμηρές και δεν επιτρέπουν παραπειστικές ερμηνείες. Μας λέει: Η αξιοπρέπεια δεν αγοράζεται και δεν κερδίζεται (παράγραφος 53). Η αξία δεν είναι αυτό που παράγεται (παράγραφος 51). Οποιοδήποτε σχέδιο ή απόπειρα σχεδίου για την εξάλειψη ή την υποταγή ενός έθνους είναι ανήθικο και, ως εκ τούτου, απαράδεκτο (παράγραφος 64). Η τεχνοκρατία περιγράφεται όχι ως ένας γενικός και δυνητικός πολιτικοοικονομικός ορίζοντας, αλλά ως ένα συγκεκριμένο σχέδιο κυριαρχίας, θεμελιωμένο σε μια εγκληματική κουλτούρα της απόρριψης (πραγματικά αποτελεσματικός ορισμός) που εφαρμόζεται εις βάρος όσων βρίσκονται στην κατάσταση του πρόσφυγα, του μετανάστη, του φτωχού. Η εξουσία περνά κάθε μέρα όλο και περισσότερο, με την ταχύτητα της μετάβασης, στα χέρια (παράγραφος 90 και επόμενες) λίγων διακρατικών ιδιωτών, αδιάφορων για την αλληλεγγύη, τη συνεπικουρία, την αδελφοσύνη (και επομένως και για την ελευθερία και την ισότητα). Η παράγραφος 99 εισάγει το πρόβλημα και αφήνει να διαφαίνεται η λύση, αποφεύγοντας να πέσει στην παγίδα μιας τετριμμένης εξίσωσης της τεχνητής νοημοσύνης με την ανθρώπινη, χωρίς να αποκρύπτει τα αναμφισβήτητα οφέλη της, τα οποία πρέπει βεβαίως να αναγνωριστούν. Το θέμα είναι ότι τα δεδομένα, ακόμη και τα επεξεργασμένα, δεν κατανοούν αυτό που παράγουν, επειδή δεν κατοικούν έναν συναισθηματικό ορίζοντα. Δεν πρόκειται για μια απλή προφανή διαπίστωση. Είναι μια πρόταση ώστε να αλλάξουμε την οπτική γωνία της παρατήρησης, και πάλι με μια κοπερνίκεια μέθοδο. Πρόκειται για την επαναφορά στο επίκεντρο του συναισθηματικού ορίζοντα, με την ευρύτερη έννοια: όχι μόνο με την αγάπη ή τη φιλία (αυτό είναι φυσικό) αλλά και με τα δικαιώματα, τη δικαιοσύνη, την αμοιβή της εργασίας, τον αγώνα κατά της σύγχρονης δουλείας, διότι ο αλγόριθμος (παράγραφος 102) δεν είναι ένα καθαρά τεχνικό ζήτημα: εισβάλλει στη σφαίρα των δικαιωμάτων και δεν λαμβάνει υπόψη την ελπίδα (η οποία, επιτρέψτε μου να πω, είναι στενή συγγενής της επανάστασης, και εγώ εκτιμώ ιδιαιτέρως την επανάσταση).
Τα δεδομένα, στη μορφή τους όπως τυγχάνουν επεξεργασίας μέσω της ΤΝ, παρουσιάζονται ως ουδέτερα και αντικειμενικά ενώ αντανακλούν και ενισχύουν στερεότυπα και ιδεολογικές θέσεις εκείνων που τα σχεδίασαν και τα εκπαίδευσαν. Τα δεδομένα δεν είναι ηθικά ουδέτερα (παράγραφος 104). Πρέπει να καθοριστεί ένας νέος κώδικας (ηθικός και νομικός) για τον προσδιορισμό της διαδικασίας λογοδοσίας (accountability) όσον αφορά την κατοχή, τη διαχείριση, τη χρήση και τα οφέλη της αποθηκευμένης συλλογικής γνώσης, των πόρων και των κοινών αγαθών. Και φτάνουμε στο ζουμί της υπόθεσης, στην έκφραση που λογοκρίνεται από τα μέσα ενημέρωσης, καθώς θεωρείται δυνητικά επικίνδυνη στα κέντρα της εξουσίας που έχει σήμερα εδραιωθεί (οικονομική, χρηματοπιστωτική, πολιτική). Στην εγκύκλιο γίνεται έκκληση να αφοπλιστεί η τεχνητή νοημοσύνη! Κυριολεκτικά (παράγραφος 110). Ο ένοπλος ανταγωνισμός δεν είναι πλέον μόνο στρατιωτικός, αλλά και οικονομικός και γνωστικός. Η προσέγγιση αφοπλισμού της ΤΝ δεν σημαίνει εγκατάλειψη της τεχνολογίας αλλά αποτροπή της κυριαρχίας της επί του ανθρώπου Και δεν αρκεί η ρύθμισή της: πρέπει να αφοπλιστεί και να καταστεί πραγματικά φιλόξενη. Οι ιδεολογίες που συνδέονται με τον τρανσ-ανθρωπισμό και/ή τον μετα-ανθρωπισμό οδηγούν στην καταστροφή και πρέπει να αντιμετωπιστούν με αποφασιστικότητα. Η τεχνολογία πρέπει να απαλλαγεί από μια λανθασμένη αντίληψη για το τι σημαίνει όριο. Εδώ δηλαδή η ασθένεια, η γήρανση, η ευπάθεια δεν είναι ελαττώματα που πρέπει να εξαλειφθούν. Θεωρούνται αντιθέτως συστατικά στοιχεία της ανθρωπότητας, και εντάσσονται σε αυτό που ονομάζουμε φροντίδα. Το να καταστήσουμε την τεχνητή νοημοσύνη αβλαβή και φιλόξενη σημαίνει να την υποτάξουμε σε αυτές τις αρχές που αναδύονται εκ νέου από τη θεολογία της απελευθέρωσης, η οποία δεν γεννήθηκε τυχαία στην αγωνιστική δεκαετία του ΄60 του περασμένου αιώνα. Είναι κατανοητό ότι μια τέτοια προοπτική δεν αρέσει καθόλου σε όσους στοιχηματίζουν αντίθετα στον πόλεμο, στον φόβο, στη μόνιμη σύγκρουση, για να αποδώσουν αξία στη ζωή, όχι για να την απελευθερώσουν.
Πόλεμος, αλήθεια, εργασία
Στο τέταρτο κεφάλαιο, ο Πρέβοστ εξετάζει την ανάγκη να βρεθούν εργαλεία ικανά να προστατεύουν τους ανθρώπους στην εποχή της μεταμόρφωσης, ενόψει μιας συνεχούς λεηλασίας της αλήθειας, θέμα κεντρικής σημασίας για τον Αυγουστίνο και, κατά συνέπεια, για τον Πάπα. Οι ψηφιακές πλατφόρμες, αντί να ευνοούν την εδραίωση μιας ουσιαστικής δημοκρατίας (και αυτό θα ήταν εφικτό), τείνουν να συγχέουν το αληθινό με το ψευδές, να τα αναμιγνύουν με σκοπό να κατευθύνουν το συλλογικό φαντασιακό. Εμφανίζεται, όπως ήταν αναμενόμενο, η σκιά του Γκι Ντεμπόρ (ο οποίος δεν αναφέρεται ονομαστικά ωστόσο είναι παρών): τα πάντα γίνονται θέαμα, σκηνοθεσία, μετατροπή της πραγματικότητας με σκοπό να κάνει τον κόσμο να πιστέψει ότι υπάρχει μια ψευδαίσθηση. Εκτός από την επισήμανση της κεντρικής θέσης του σχολείου και της δημόσιας εκπαίδευσης, η εγκύκλιος καλεί στην ανάπτυξη μιας μορφής οικολογίας της επικοινωνίας ή, ακόμη, με μια εικόνα που προκαλεί, μιας υγιεινής της προσοχής (παράγραφος 146). Σε αυτό το πλαίσιο ασυνέχειας κατά τη μετάβαση εντάσσονται η εργασία, η σχέση μεταξύ ανθρώπου και μηχανής (κριτική της υβριδοποίησης μεταξύ των δύο), η ανάκτηση της αξιοπρέπειας, η οικονομία με την ευρύτερη έννοια. Το ΑΕΠ δεν αποτελεί μέσο μέτρησης που επιτρέπει την κατανόηση της πραγματικής κατάστασης των πραγμάτων (παράγραφος 157), η χρηματοοικονομική για τη χρηματοοικονομική είναι διαφορετική από τη χρηματοοικονομική για την ανάπτυξη και την αναδιανομή του παραγόμενου πλούτου (παράγραφος 163) Σε κάθε περίπτωση, αποκτούν σημασία οι κοινωνικές συνθήκες της ελπίδας. Μετά τον Ντεμπόρ εμφανίζεται (και αυτή χωρίς να αναφέρεται) η Σοσάνα Ζούμποφ: όταν κάθε χειρονομία αφήνει ίχνος, δημιουργείται μια νέα δύναμη (παράγραφος 171) και γεννιέται ένα είδος αρχιτεκτονικής της ορατότητας που χρησιμοποιείται για σκοπούς κοινωνικού ελέγχου και εντατικής εκμετάλλευσης, γεγονός που καθιστά αναγκαίο να σπάσουν τα δεσμά της νέας δουλείας (ο τίτλος που περιλαμβάνει τις παραγράφους 173-179). Τίποτα, γράφει ο Πρεβόστ, στον κόσμο της τεχνητής νοημοσύνης δεν είναι πραγματικά άυλο ή μαγικό: μια μακρά αλυσίδα διαμεσολαβήσεων, ένα εκτεταμένο δίκτυο φυσικών πόρων, ενεργειακών υποδομών και, πάνω απ’ όλα, ανθρώπων. Κλέβουν τη ζωή από γυναίκες και παιδιά, που υποδουλώνονται στην εργασία, σχηματίζοντας μια αλυσίδα εκμετάλλευσης που παραμένει σκόπιμα αόρατη. Και σημειώνει ακόμη: η αποικιοκρατία στις μέρες μας παρουσιάζει ένα πρωτόγνωρο πρόσωπο. Δεν κυριαρχεί μόνο στα σώματα παρά οικειοποιείται τα δεδομένα, μετατρέποντας τη ζωή των ανθρώπων σε εκμεταλλεύσιμες πληροφορίες.
Εν κατακλείδι
Το τελευταίο μέρος της εγκυκλίου (πέμπτο κεφάλαιο και καταληκτικό συμπέρασμα) είναι αφιερωμένο στον ψευδεπίγραφο ρεαλισμό και στην κουλτούρα της σύγκρουσης, που βασίζεται στην έννοια της ισχύος η οποία δεν υπόκειται σε κανένα νομικό ή ηθικό όριο. Η απολογία της καταστροφικής βίας και η σύλληψη κάθε διαφορετικότητας ως απειλής συγκεκριμενοποιούνται σε ένα είδος ιστορικού μηδενισμού και σε ένα σύνολο αντιτιθέμενων σχεδίων που στοχεύουν στην οικοδόμηση ενός μονοπωλίου της στρατιωτικής απειλής. Αναφερόμενος σε έναν Ιταλό Καθολικό, ο οποίος για ένα διάστημα διετέλεσε δήμαρχος της Φλωρεντίας και ήταν ειρηνιστής κατ’ εξοχήν, τον Λα Πίρα, ο Λέων προωθεί εκ νέου την κουλτούρα της διαπραγμάτευσης έναντι εκείνης της δύναμης. Υποστηρίζοντας την έκκλησή του να γλιτώσουμε από την ολική καταστροφή του πλανήτη, επικαλείται —με ένα ύφος που κυμαίνεται μεταξύ ειρωνικού και χλευαστικού, δεδομένου ότι αποτελεί παραδοσιακό σύμβολο της άκρας δεξιάς στην Ιταλία— τον Τόλκιν, προτού εμπιστευθεί βεβαίως, ως καλός Καθολικός, την Παναγία.
Φυσικά δεν τίθεται κάποιο ζήτημα ‘στρατολόγησης’ του Ποντίφικα στις τάξεις του κομμουνιστικού κινήματος, κάτι που θα ήταν μάλλον εκτός τόπου. Και επιπλέον, ο κάθε Πάπας έχει τη δική του πνευματική ιδιοσυγκρασία. Ο (Φραγκίσκος) Μπεργκόλιο, λόγω χαρακτήρα και εκπαίδευσης, είχε μεγάλη εμπιστοσύνη στα λόγια, καθώς και μια θεατρική, ακόμη και χειρονομιακή, επικοινωνιακή δύναμη, η οποία δεν είναι όμως στο στυλ του Πρέβοστ, ο οποίος τείνει περισσότερο να προετοιμάζει προσεκτικά το έδαφος, να συνοδεύει κάθε σχέδιο, ειδικά αν είναι τολμηρό, με τα απαραίτητα μέσα για την υλοποίησή του. Ο Μπεργκόλιο βασιζόταν σε αυτό που σήμερα ονομάζεται «ρευστό κόμμα», στην άμεση, συναισθηματική συναίνεση. Ο Πρέβοστ εκτιμά τη δύναμη των αντιπάλων, σκέφτεται πώς να τους ‘εξαντλήσει’ και αντιλαμβάνεται την εκκλησία του ως σύνθεση πίστης και οργάνωσης. Αυτό μπορεί να τονίσει την τάση προς τη διπλωματία και τον συμβιβασμό, σίγουρα έχει ως αποτέλεσμα να απαλύνει το λεξιλόγιό του κατά την έκφραση των εννοιών ενώ συγχρόνως συμβάλλει στην ενίσχυση σχεδίων για κάποιες πρωτότυπες συμμαχίες και, πάνω απ’ όλα, για τη συγκεκριμένη συγκρότηση δομών που έρχονται σε σύγκρουση με τον τεχνοκρατικό φιλελευθερισμό, ο οποίος παρουσιάζεται σήμερα ως το πιο σκληρό εμπόδιο στην χειραφέτηση των εκμεταλλευόμενων σε όλο τον κόσμο. Δεν πρέπει όμως να φοβόμαστε τη διαφορετικότητα, να παραμένουμε ο εαυτός μας προσπαθώντας να κατανοήσουμε πως τοποθετείται ο κάθε συνομιλητής. Χωρίς προκαταλήψεις, sine ira et studio. Στο βάθος, μπορούμε να βαδίζουμε χωριστά για να χτυπάμε μαζί. Το έλεγαν και ο Μάο Τσε Τουνγκ και ο Χέλμουτ φον Μόλτκε. Το σημαντικό είναι βεβαίως να μην παραδοθούμε.